Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Άρρενες Ποίησης Καβαφικής



Μοιάζει η ζωή τους με ποίημα του Καβάφη
Μιαν ανέλπιστη ηδονή
Μονάχα λίγο πιο κρυφή
Λίγο πιο για τον εαυτό τους
Χορός από αρσενικά που κράζουν ραψωδίες
Σαλεύουν ανδρικά κορμιά κι αναζητούν εξιλεώσεις
Τα βράδια μοναχοί τους όλοι καίνε
Και κλαίνε
Και λένε:

"Δέξου μας με τα πάθη μας
Νιώσε για 'μας περηφάνια 
Συγχώρεσε τα λάθη μας
Ξέπλυνε την αφάνεια
Είμαστε τόσο ένοχοι
Μα ο κόσμος παραπάνω
Στου έρωτα την αποχή
Μας έστειλε απάνω
Για τιμωρία του κι εμείς
Κρύψαμε επιθυμίες
Τι φταις εσύ, τώρα θα πεις
Να σου χρεώνουμε αμαρτίες;"

Σαν έκανε με το κεφάλι της
Κίνηση απελπισίας
-Σαν αρχαιοπρεπής χαιρετισμός έμοιαζε
Αθάνατης Κυρίας-
Εκείνοι το πήρανε για συγχώρεση
Για "Δεν πειράζει" το περάσαν
Χόρεψαν γύρω κυκλικά
Να πουν το "Ευχαριστώ" τους
Κι ύστερα πέσαν χάμω 
Να συνεχίσουν τον σκοπό τους:

"Έρωτα όταν κάνουμε
Νιώθουμε σαν παράνομοι
Έναν Θεό ποτέ δεν φτάνουμε
Να υπηρετούμε νόμιμοι 
Πάντα, παντού κρυβόμαστε
Σαν χαλασμένες μηχανές
Στα ψέματα αναγκαζόμαστε
Στο βλέμμα το απαθές
Κι όμως πονάει το μέσα μας
Πληγώνουμε άθελά μας
Στα πόδια μας πετάν τα ρέστα μας
Λες και προσβάλλαμε με την καρδιά μας..."

Κι ύστερα οι άντρες οι μισόγυμνοι
Σαν να 'χασαν κομμάτι του εαυτού τους
Απελπισμένοι και περίλυποι 
Κοιτάξανε δειλά για λίγο προς τα πάνω
Απάντηση περίμεναν;
Ανάγνωση λίγου Καβάφη;
Ποιος ξέρει τάχα να μας πει
Τι είχαν στο μυαλό τους;
Τόσο καλά τις έκρυβαν τις σκέψεις τόσα χρόνια
Που τώρα ποιος μπορεί να πει;
Ποιος δύναται να δείξει;

Μόνο η γυναίκα ομπρός τους 
Πήρε το χέρι της συγχώρεσης
-Προέκταση της θείας της της χάρης-
Τους κοίταξε έναν-έναν
Που σέρνονταν σαν φίδια αλλόκοτα 
Ξένα απ' όλα τ' άλλα
Ξεροκατάπιε δυνατά
Πιο σκληρή μπας και γίνει
Και με φωνή που έτρεμε
Άρχισε να μιλάει:

"Φύγετε!
Στις εξορίες ανάθεμα
Που δεν σας άνοιξαν τις πόρτες
Καείτε ήσυχοι σε ξένα μονοπάτια!
Εγώ δεν είμαι μάντισσα
Δεν είμαι ο Θεός σας
Δεν είμαι εγώ πνευματικός
Συγχωροχάρτια να μοιράζω!
Πάρτε τα ημίγυμνά σας σώματα
Και έξω απ' το πάτωμά μου
Κι αν τον Καβάφη αγάπησα
Τώρα θα τον μισήσω..."

Τα λόγια της μαχαίρια
Που σχίσαν τα κορμιά στα δυο
Και σιωπηλοί ένας-ένας αποχώρησαν
Με μάτια καρφωμένα κάτω
Πού θε' να πήγαιναν;
Ποια γη να τους χωρέσει;
Μισούν οι άνδρες τούτοι εδώ
Την δειλία που 'χαν δείξει
Και έκρυψαν την αλήθεια τους
Για τόσα χρόνια τώρα
Και τώρα δεν τους δέχεται κανείς
Κανείς δεν τους ακούει!
Κι έτσι βαδίζουνε αργά
Στους δρόμους των ποιημάτων
Απεγνωσμένη έκκληση έσχατη
Ψάλλουν στον ήχο των βημάτων:

"Ω, ποιητή ομοιοπαθή
Ω, τύραννε της φύσης
Πού θα βρούμε κορμιά
Να μας γιατρέψουν τώρα;
Πρόδωσες με τα λόγια σου
Όλα τα μυστικά μας
Κι έμειναν έκπληκτοι αυτοί
Εμάς που είχαν λατρέψει..."

Πένθιμο εμβατήριο μοιάζει αυτή η σιωπή
Που βασιλεύει τώρα δα στης γυναίκας το δώμα 
Πέφτει και βασανίζεται
Πεθαίνει ζωντανή
Που φέρθηκε τόσο σκληρά
Και καταράστηκε με πάθος
Είναι της φύσης εξαιρέσεις
Της ψιθυρίζει μια φωνή
Και με το αίμα της είναι στιγμή
Μια ζωή να το πληρώνει
Και η γυναίκα -τώρα ψύχραιμη
Κι όσο ποτέ σοβαρή -
Σηκώνεται όρθια
Και με την σταθερή φωνή λέει το τελευταίο της "Συγγνώμη":

"Μη με κατηγορείς άλλο πια
Φτάνει.
Εγώ δεν είμαι μάντισσα
Δεν είμαι εγώ Θεός
Δεν είμαι εγώ πνευματικός
Συγχωροχάρτια να μοιράζω
Εγώ αγαπάω και εγώ μισώ
Εγώ άνθρωπος είμαι
Κι αν τον Καβάφη αγάπησα
Τώρα θα τον μισήσω..."


4 σχόλια: