Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Μισητές συνήθειες


Ύστερα από κάποιον καιρό
με ήξερε πια πολύ καλά
ήξερε αν έπινα κόκκινο ή λευκό κρασί
ήξερε τι με πλήγωνε, τι με πείραζε και τι μου άρεζε ν' ακούω...

Και δεν του άρεζαν τα τραγούδια που άκουγα - τα περισσότερα αδυνατούσε να τα καταλάβει
δεν του άρεζαν τα ποιήματα που διάβαζα
δεν του άρεζαν καν τα ρούχα που φορούσα
στο τέλος μετά από χρόνια δεν του άρεζε πια τίποτα σε 'μένα...

Κι έρχομαι δυστυχώς στο πικρό συμπέρασμα
πως όλες αυτές οι επιστροφές που τόσο μ' έκαναν ευτυχισμένη
ήταν η δύστροπη απόρροια μιας συνήθειας
της συνήθειάς μου να τον αγαπάω - της συνήθειάς του να γυρίζει σε 'μένα...

Και δεν του άρεζαν οι μουσικές μου - μα εγώ τις άκουγα
δεν του άρεζαν τα ποιήματα - μα εγώ τα διάβαζα
δεν του άρεζαν καν τα ρούχα μου - μα τα φορούσα
και στο τέλος μετά από χρόνια απορώ αν υπήρχε κάτι που του άρεζε σε 'μένα...

Και σιχαινόταν την αδυναμία μου, την ανασφάλειά μου, τη ζήλια μου
το σιχαινόταν που τον διέκοπτα, που φώναζα, που του 'λεγα να περιμένει το φανάρι
με σιχαινόταν ολόκληρη κάποιες μέρες
εμένα και την υπερβολικά παράλογη αγάπη μου...

Και τον έπνιγα...
Τον έπνιγαν τα όνειρα που τόλμαγα κι εγώ στα κρυφά να κάνω
τον έπνιγε που δεν άφηνα χώρο για τη μοναξιά του
τον έπνιγα εγώ κι όλα όσα έκανα κι όλα όσα του 'λεγα κάποιες μέρες...

Και μισούσε που κάποιες νύχτες με μπούκωνε η θλίψη μου
μισούσε που του έδινα "ενδεδειγμένες" απαντήσεις που "θα 'πρεπε" να είχε πει
μισούσε που περίμενα να πει "συγγνώμη" ακόμη κι όταν δεν παραδεχόταν το λάθος του
μισούσε εμένα την ίδια κάποιες μέρες...

Κι εγώ το καταλάβαινα
κάθε παραμικρή στιγμή που αισθανόταν δυσφορία κι αποστροφή
δυστυχώς το καταλάβαινα
κι ας έκανα πως δεν έπαιρνα τάχα χαμπάρι...

Κι αν προσποιούμουν την πειραγμένη
δεν ήμουνα:
Δυστυχισμένη ήμουνα
κι έψαχνα τι να κάνω για να μη με μισεί...

Κι ήμουν διατεθειμένη ν' αλλάξω τα πάντα για να μ' αγαπήσει
αρκεί να μου το έλεγε πως πράγματι τα σιχαινόταν
και να μην υποκρινόταν πως ερωτεύτηκε αυτό που ήμουν
αρκεί να το ζητούσε και θα τα άλλαζα...

Πόσες φορές ήθελα να τον κοιτάξω στα μάτια
και να τον παρακαλέσω
"Μη με μισείς
δεν ξέρω τι να κάνω για να μ' αγαπήσεις..."

Μα ήξερε...
Ήξερε αν φοράω κολόνια κι αν διαβάζω περιοδικά
ήξερε πώς μου αρέσουν τα μαλλιά του
ήξερε από ποιο πλευρό κοιμάμαι τα βράδια...

Ήξερε πόσο πολύ τον αγάπησα
ήξερε πόσο θα με πλήγωνε αν έφευγε...
Με ήξερε πολύ καλά
για να μπορεί εύκολα να με σκοτώσει... 

Αυτή είναι η ιστορία της ζωής μου
να θέλω πλάι μου κάποιον που με τα χρόνια με σιχάθηκε
βαρέθηκε να με βλέπει και να μ' ακούει
πνίγηκε από την θάλασσα των αισθημάτων μου...

Και σήμερα ακόμη
εγώ έμεινα αδιόρθωτη
κι ακόμη ακούω τις ίδιες μουσικές
διαβάζω ποιήματα και φοράω αυτά τα ρούχα...

Και είναι μέρες που τα σιχαίνομαι κι εγώ η ίδια
είναι μέρες που με σιχαίνομαι κι εγώ η ίδια
κανέναν δεν μπορώ να μισήσω
μονάχα εμένα...

Κι εκείνη η μέρα που μου 'λεγαν πως θα γελούσα μ' όλη την καρδιά μου
που κάποτε η τρελή έκλαιγα για 'κείνον
ως το ξημέρωμα
αργεί ακόμη να 'ρθει...

Κι ίσως αυτό να συμβαίνει όταν ξέρεις κάποιον καλά
και δεν καταφέρεις να τον αγαπήσεις:
Αρχίζεις τελικά να τον μισείς
αρχίζουν οι συνήθειές του να φαντάζουν αφόρητα εκνευριστικές...

Κι αυτό που με πληγώνει πιο πολύ
- πέραν του ότι ο κόσμος τελικά είχε δίκιο -
είναι πως το ξέρω πόσο σιχαινόταν
όταν έπρεπε κάθε νύχτα να μου λέει "σ'αγαπάω"...

Το ξέρω πόσο τον κούραζε
να περνάει μαζί μου έστω κι εκείνες τις τρεις ώρες την εβδομάδα
και κάθε μέρα να μιλάει μαζί μου στο τηλέφωνο
και ν' αναγκάζεται ν' ακούει όλα μου τ' αδιάφορα νέα...

Και το ξέρω πόσο το σιχαινόταν
να "απαιτώ" να μου πει μια αλήθεια που προφανώς δεν ήθελε να μου την πει
και το ξέρω πόσο ακόμη το σιχαίνεται
να θυμάμαι πως κάποτε ήμασταν μαζί...

Το ξέρω πόσο το μισούσε
να διαβάζει επί μήνες χιλιάδες ποιήματα γραμμένα πάνω του
και το ξέρω πόσο το μισεί ακόμη
κάθε φορά που τον κοιτάω να έχω στο βλέμμα την ίδια κομματιασμένη αγάπη...

Και το ξέρω πως δεν με θέλει στη ζωή του
ούτε ως μια απλή φίλη, ούτε καν γνωστή
μα αυτό που θέλω να ζητήσω:
Δεν πειράζει να μη μ' αγαπάει, μα τουλάχιστον, ας μη με μισεί...

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα κάποιας μόνης


  Είναι αστείο πώς τελικά όλη αυτή η υπέρμετρη, η ατέρμονη, η απαράμιλλη, η αστέρευτη αγάπη, μπορεί να μετουσιωθεί σε ένα μεγάλο τ ί π ο τ α . Είναι αστείο πώς όλο αυτό το "εγώ-κι-εσύ" συναίσθημα, μπορεί, έτσι απλά, να ντυθεί στα μαύρα και να γίνει η πιο σκληρή και αβάσταχτη μ ο ν α ξ ι ά . Κι είναι στιγμές που το ξέρεις πως υπάρχουν και χειρότερα, μα δυστυχώς αυτό δεν φαίνεται να σε παρηγορεί καθόλου. Και λυπάσαι που υπάρχουν άνθρωποι που πεινάνε, λυπάσαι που υπάρχουν παιδιά που δεν έχουν παιχνίδια να παίξουν, οικογένειες που δεν έχουν σπίτια να ζεσταθούν, λυπάσαι που υπάρχει αδικία στον κόσμο, και πόλεμοι κι αρρώστιες και πείνα, λυπάσαι για όλα αυτά μαζί. Μα πιο πολύ λυπάσαι τον εαυτό σου. Και ας το πουν όπως θέλουν, αχαριστία, απληστία, έλλειψη αλληλεγγύης, καρφί δεν σου καίγεται. Μονάχα στέκεσαι και σε λυπάσαι, όπως δεν λυπήθηκες ποτέ κανέναν και τίποτα. Και δεν σε νοιάζει ποιος είναι σε χειρότερη και ποιος σε καλύτερη μοίρα, δεν σε νοιάζει αυτή τη στιγμή τίποτα άλλο, παρά μόνο η δική σου, απέραντη θλίψη. Εκείνη η πικρή αίσθηση του "είμαι-μόνη-μου", εκείνη η ανυπόφορη, ασταμάτητη σιωπή, λες και το τηλέφωνο γεννήθηκε μουγκό, ή μάλλον λες και στην πορεία έχασε τη λαλιά του κάποια μέρα. Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δέντρο που έχεις πια κουραστεί να το κοιτάζεις να λάμπει μέσα σ' ένα σπίτι τόσο άδειο. Άκουσες βέβαια πρόσφατα κάτι που αληθινά σε άγγιξε: "Τόσα δέντρα στολίσαμε μόνοι μας, σ'αυτό θα κολλήσουμε;".  Μα, για να πούμε την αλήθεια, πράγματι, κολλάς. Κολλάς με όλες εκείνες τις μικρές, μοναχικές στιγμές, που όμως σου φαίνονται ατέλειωτες. Κολλάς με όλα εκείνα τα μπλεγμένα χέρια στο δρόμο, τη στιγμή που εσύ κοιτάζεις την μουδιασμένη σου, άδεια παλάμη. Κολλάς με τους αποχωρισμούς που δεν ήθελες να 'ρθουν. Και τα χειρότερα "Αντίο" είναι αυτά που ούτε καν έχουν το θάρρος να ξεστομίσουν. Στα επιβάλλουν μόνο στην πράξη. Έτσι αποχωρίζεσαι με τους ανθρώπους που αγάπησες όσο τίποτα, λες και δεν αξίζεις ούτε καν έναν μεγαλοπρεπή αποχαιρετισμό, όπως αυτούς που αρμόζουν σε τέτοιες πικρές στιγμές. Άραγε, σε περνούν για ανόητη; Ή μήπως θαρρούν πως έχουν να κάνουν μ' ένα κενό από καρδιά σώμα; Τι νομίζουν τέλος πάντων;
  Και ύστερα από ένα σημείο, το καταλαβαίνεις κι εσύ η ίδια πως επαναλαμβάνεσαι. Κι η επανάληψη για τους ποιητές είναι θάνατος. Όμως, όσες φορές και να πεις μερικά πράγματα, κανείς δεν τα καταλαβαίνει. Κανείς δεν σε καταλαβαίνει. Ό,τι αγάπησες κρύβεται πίσω από ένα μεγάλο Π, αυτό του παρελθόντος. Και σε κοιτάζει υπεροπτικά, ή άλλοτε πάλι απλώς σε αγνοεί. Πόσο λάτρεψες κάποια Χριστούγεννα κάποτε. Πόσο λάτρεψες ένα ζευγάρι μάτια, δυο χέρια, κάτι μακριά μαλλιά. Και τώρα όλα όσα λάτρεψες χάθηκαν. Ή μάλλον, άλλαξαν. Όπως θα αλλάξει και φέτος ο χρόνος, κι ακόμη μια φορά θα περιμένεις να σου φέρει ό,τι αξίζεις. Έτσι γίνεται πάντα. Περιμένεις και περιμένεις κάτι καταπληκτικό να συμβεί, και στο τέλος περνούν κι αυτοί οι δώδεκα μήνες κι έρχονται πάλι τα Χριστούγεννα, και πάλι μόνη σου στολίζεις το δέντρο. Κι αυτός ο μεγάλος κύκλος της ματαιότητας είναι σαν ένα πελώριο Ο, χωρίς αρχή και τέλος, μονάχα με μια επανάληψη, μονάχα με μια πικρή γεύση θύμησης από κάποιο φωτεινό παράθυρο, από κάποιον έρωτα που έφυγε νωρίς. Από κάποιον που αγάπησες και έφυγε νωρίς. Τόσα Χριστούγεννα μακριά του, κι ακόμη σφίγγεται η καρδιά σου σε κάθε "Τρία-δύο-ένα-ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!". Για ακόμη μία μέρα που θα ξημερώσει χώρια απ' ό,τι λάτρεψες. Για ακόμη μία εβδομάδα, ακόμη έναν μήνα, κι ύστερα δώδεκα μήνες, ένας χρόνος, μια δεκαετία, μια ζωή χώρια του. Μακριά. Μείνε τώρα μονάχη σου να ακούς τα κάλαντα χωρίς ποτέ να τ'απολαμβάνεις, αφού πάντα μετράς τα ψιλά σου. Προσποιήσου τώρα, βάλε τα δυνατά σου να παίξεις καλά τον ρόλο που άλλοι σου διαλέξανε, χωρίς να σε ρωτήσουν, σφίξε τα δόντια και μ' όση υποκρισία σου προμήθευσαν, κάνε πως είσαι εντάξει. Κι ίσως πράγματι να είσαι εντάξει, μα, άραγε, μονάχα αυτό αρκεί; Ζήσε τώρα σαν να μην έγινε τίποτα από αυτά ποτέ, σαν να μην αγάπησες, σαν να μην σε κομμάτιασαν, σαν να μην έζησες έναν έρωτα, σαν να μην γονάτισες, σαν να μην έκανες εκείνη την μαγική σχέση, σαν να μην χώρισες ποτέ σου. Μίλα τώρα σαν να μην άκουγες όλα αυτά τα λόγια που τόσο καιρό λέγανε για 'σένα, σαν να μην έκανε ο κόσμος την ιστορία σου αγαπημένη συζήτηση τόσα χρόνια, σαν να μην υπερασπίστηκες ποτέ όσα δεν επιδέχονταν υπεράσπιση, σαν να μην σε κορόιδεψαν, σαν να μην σου 'κρυψαν τον πραγματικό εαυτό τους. - Και το αστείο είναι πως ακόμη σε πειράζει όταν τον κακολογούν. - Κοιμήσου τώρα τα βράδια ήσυχη, σαν να μην έχεις χίλια μισοτελειωμένα ποιήματα να σε φωνάζουν ν' ασχοληθείς μαζί τους, σαν να μην έχεις μέσα σου ένα πληγωμένο κορίτσι, που έχασε μια νύχτα τα πάντα. Κοιμήσου ήσυχη, σαν να μην ξημερώνει Χριστούγεννα κι εσύ είσαι πάλι μόνη. Κλείσε τώρα τα μάτια σου και πες γι' ακόμη μια φορά "Χρόνια πολλά", αγνοώντας ότι αυτός ο "πολύς" χρόνος είναι εις βάρος σου, αφού μόνη θα τον περάσεις. Αφού μόνη θα ζήσεις... Πάντα.
  Καλά Χριστούγεννα λοιπόν... Και του χρόνου πάλι εδώ, πάλι μόνοι θα το στολίσουμε - κάποιοι από 'μας - το δέντρο. Κι ίσως μια μέρα πράγματι κάτι να συμβεί. Ίσως να γίνει αυτό το καταπληκτικό που περιμέναμε. Ίσως να έρθουν όλα όσα αξίζουμε. Ίσως πάλι και όχι...

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Σαν ο αλέκτορας λαλήσει τρις


Η δική μας αγάπη
ίσως να ζούσε ακόμη
αν δεν αρεσκόταν τόσο πολύ
στο ύπουλο φως του ήλιου
πάντα μας ταξίδευε στις πιο ωραίες αχτίδες
ώσπου στο τέλος πέταξε τόσο κοντά
που κάηκε.

Μέχρι κι ο Ίκαρος την χλεύαζε
από ψηλά
για την ανοησία της
τις ματαιόδοξές της βλέψεις
μέχρι κι οι άνεμοι γελούσαν στα κρυφά
για την αναίσχυντη
ελπίδα της.

Κι εγώ φαίνεται πως υπήρξα ολόκληρη
μόνο για 'κείνο το γλυκόπικρο ποίημα
του Ελύτη
για μιαν αυτοκτονία ενός Καρυωτάκη
σύγχρονου
για μιαν ωραία Ελένη
άσχημη.

Κι εσύ,
γιατί θαρρείς πως υπήρξες εσύ;
Για ένα σύννεφο από μια σκόνη
λησμονοφόρα
σαν ο αλέκτορας λαλήσει τρις
εσύ θα μ' έχεις ήδη αρνηθεί
από χρόνια. 

Και δεν χρειάζεται να περιμένεις
να σημάνουν οι καμπάνες
ούτε να στέκεις τις Παρασκευές
με το πελώριο ντιν-νταν στ' αυτιά σου
πλάι στον ήχο της βροχής
στα σκαλιά της εκκλησίας
της μικρής πλατείας μας.

Όπου να 'ναι άλλωστε
θα 'ρθει το βράδυ για να κοιμηθείς και πάλι
και στον ύπνο σου να ονειρευτείς
τον κόσμο που θα 'πρεπε να 'ναι
τους σταλαγμίτες της υπομονής σου
απτόητους
και τα φεγγάρια του έρωτά σου ολόγιομα.

Η αγάπη μας, βλέπεις,
ήταν πολύ μεγάλη
για να χωρέσει σε μια τόση δα συνοικία
πολύ αλλόκοτη
για να την καταδεχτεί ο κόσμος
κι οι άνθρωποι αν δεν μοιάζεις μ' αυτούς
δεν σου το συγχωρούν ποτέ τους.

Κοίταζε τώρα λοιπόν μόνος σου
τα είκοσι καμπαναριά
και τα σαράντα περιστέρια
και ονειρέψου ήσυχος την ουτοπία του κόσμου
κι άκου το ελαφρύ σύρσιμο της βροχής
μακριά απ' την εκκλησία μας
και το αγενές φεγγάρι.

Έτσι κι αλλιώς άργησε να λαλήσει
η επιβεβαίωση της άρνησής σου
απ' τον μεγάλο αλέκτορα
της προδοσίας.
Θα μείνω εγώ αξημέρωτη
με μιαν αγάπη στάχτη πια
να νοσταλγώ τις ώρες που μαζί παλεύαμε τον κόσμο. 

Ο έρωτάς μας, βλέπεις,
ήταν πολύ παράλογος για να χωρέσει
σε μια τόση δα μικρή κοινωνία
και σ' έναν κόσμο διάφορο
απ' την ουτοπία που ονειρευόμαστε τα βράδια
κι οι άνθρωποι αν δεν μοιάζεις μ' αυτούς
δεν σου το συγχωρούν ποτέ τους.


Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Για 'σένα τα χαράμισα


Τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου πέρασαν 
και τα χαράμισα με 'σένα 
τα πιο μενεξεδένια μου όνειρα
εσύ τα χρωματίζεις. 

Τα πιο μεγάλα "Συγγνώμη" σου
δεν τ' άκουσα ποτέ
τις μόνες προσευχές που δικαιούμουν 
για 'σένα τις χαράμισα. 

Τη μόνη (λίγη) ευτυχία που μου αντιστοιχούσε 
με 'σένα τη χαράμισα
το μερτικό μου απ' την αγάπη
το χάρισα όλο σε 'σένα. 

Και τα πιο όμορφα ποιήματα 
για 'σένα τα έγραψα κι αυτά
κι ό,τι προσπάθησα να γράψω 
έξω από 'σένα
μου 'ταν αδιάφορο: 
δέκα περίπου τιποτένιες γραμμές
δέκα στίχοι φτηνοί
που μου 'ταν από πάντα ξένοι. 

Μέχρι και το μελάνι μου παραπονιέται πια:
είναι βαρύ το "Εσύ"
και κουράστηκε να το κουβαλάει 
μια ακατάπαυστη έκκληση 
ένα "Γύρνα" ατελέσφορο
μέχρι και το χαρτί μου τσακίζει
απ' την τόση δίχως απόκριση αγάπη. 

Κι ας ήξερες μονάχα
πόση εξουθένωση μου προκαλεί
να προσπαθώ μονίμως να μαντέψω
τις πολύ βαθιά κι ανελέητα κρυμμένες
ευαίσθητες πτυχές του εαυτού σου. 

Βλέπεις, λέω κάπου, κάποτε
υπήρχε ένα δάκρυ που τόλμησε ένα βράδυ
να κυλήσει στο δικό σου μάγουλο:
Ήταν το πρώτο και το τελευταίο δάκρυ σου
που πρόλαβα να δω. 

Κι υπήρχε, τότε περίπου πάλι,
υπήρχε μία μέρα που κάτι μουρμούρησες 
για ένα όνειρο
διαφορετικό απ' τις συνήθεις σου φιλοδοξίες 
κάτι, μου φαίνεται, είχες τολμήσει να πεις
για κάποιο μέλλον μας κοινό.

Και μια άλλη φορά
- για δες τι θυμήθηκα τώρα! -
κάτι παράξενο σου 'χε μάλλον συμβεί
και μου 'πες, έτσι ξαφνικά, "Ευχαριστώ για όλα"
κι εγώ βεβαίως ξαφνιάστηκα
από την απρόσμενη και αργοπορημένη σου
άρση αχαριστίας
και μέχρι και σήμερα
ακόμη ψάχνω ποιος τάχα φούρνος τότε να γκρεμίστηκε! 

Κι έτσι οι πιο μεγάλοι ποιητές 
είναι αυτοί που δεν έχουν πια τίποτα στον κόσμο
οι πιο μεγάλοι δημιουργοί
είναι εκείνοι που 'χασαν μια νύχτα 
τα πάντα. 

Τη μέρα εκείνη που θα ξυπνήσεις για να αισθανθείς 
πως παραδόξως σου 'χω λείψει κάπως
ή νιώσεις λίγη ανάγκη για κάτι από 'μένα
(ένα τηλεφώνημα 
μια υποστήριξη στον άσχημο κόσμο 
μια ανόητη να την κοροϊδέψεις και πάλι)
μην διστάσεις ούτε λεπτό
να ψάξεις για 'μένα. 
Μέχρι τότε όμως 
δεν έχω άλλα λόγια να χαραμίσω για 'σένα
δεν έχω άλλα ποιήματα να γράψω για 'σένα
δεν έχω άλλη πίστη να ελπίζω σε 'σένα. 

Κι αφού πια ό,τι ήτανε να χάσω 
το έχασα
επιδίδομαι τώρα μονάχα 
σε κατά φαντασίαν αναπλάσεις κάποιας αρχαίας ευαισθησίας σου.

Τα ωραιότερα της πένας μου ποιήματα
για 'σένα τα χαράμισα... 


Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;


Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα μια νύχτα τόλμησες
λίγο
να βογκήξεις απ'το πρόωρο πάθος σου
να στερηθείς
για πολύ λίγο
δυο από τα χέρια που ποτέ δεν σ'εγκατέλειπαν
ή μάλλον
τα μοναδικά δυο χέρια που ποτέ δεν σ'εγκατέλειπαν
όχι για πολύ καιρό
έτσι, για να τα ποθήσεις περισσότερο
κι ύστερα να τρέξουν πάλι
ν' αγκαλιάσουν
χωρίς τον παραμικρό θυμό
τον άσωτο υιό
που και πάλι
ξαναγύρισε...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα η καρδιά σου
κάποιο καλοκαίρι
ξεστράτισε λίγο απ' τη συνηθισμένη
βαρετή σου
μοναχική φεγγαρόβολτα
και αναζήτησε
μάλλον επιπόλαια
μια συντροφιά
κι ένα ξένο απ' το δικό σου
σώμα...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα τα μάτια σου
πρόδωσαν κάποτε
εκείνο το καλά κρυμμένο
ευαίσθητο κι αδύναμο
κομμάτι του εαυτού σου
και συγκίνησαν την γενναιόδωρη
Σελήνη
κι Εκείνη έλαμψε μ' όλο της το φως
και μ' έκανε
έτσι απλά
να σ'αγαπήσω...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα τα χείλη σου
τόλμησαν κάποτε να ξεστομίσουν
πως τάχα όλα όσα έκανες τόσα χρόνια
ήταν να περιμένεις κάποια
να σ'αγαπήσει
αληθινά
παντοτινά
για όλα όσα μπορείς
κάποτε να είσαι
και κυρίως
για όλα όσα ήδη
είσαι...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα εκείνο το ανόητο
το μαγεμένο από την ευσυγκίνητη Σελήνη
κορίτσι
σ'ερωτεύτηκε στ' αλήθεια...
Μονάχα τα δυο χέρια της
δεν σ'εγκατέλειπαν ποτέ
μονάχα τα δυο χέρια της
δεν σ'εγκατέλειψαν ποτέ...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Τι ξέρεις εσύ από "Μου λείπεις"
κι από εκείνη την ατέρμονη νυχτερινή συμφωνία λυγμών
τι ξέρεις απ' τη στέρηση, τη βίωση της αιώνιας απουσίας
τι ξέρεις εσύ από αναμονές επάνω από τηλέφωνα
τι ξέρεις από ατέλειωτες, μάταιες βόλτες
κάτω από ένα σπίτι
μες στην παγωνιά;

Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Να σε τρυπάει η βροχή
και να μην τα παρατάς
γιατί μπορεί και να τον δεις να βγαίνει λίγο στο μπαλκόνι
ή ίσως κατεβεί στο περίπτερο
ν'αγοράσει καπνό
ή ίσως γυρίζει σπίτι
από την βραδινή του βόλτα...

Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Να ξέρεις απ' έξω τον αριθμό του
καλύτερα κι απ' τον δικό σου
και κάθε μέρα μηχανικά να τον πληκτρολογείς
χωρίς ποτέ τελικά να παίρνεις τηλέφωνο
μάταιες πιέσεις δέκα ασήμαντων κουμπιών
που υπενθυμίζουν ίσως
την τόσο μάταιη
πλέον
ύπαρξή σου...

Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Να μετράς τις μέρες
μέχρι να υπάρξει κάποια που θα βρεις αφορμή
να του μιλήσεις
και σ'εκείνη την μια
μάλλον ασήμαντη
λέξη του
εσύ ν' ακούς όλους τους στίχους
κι όλα τα ποιήματα
και να ψάχνεις όλη την νύχτα
για τυχόντα
υπονοούμενα...

Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Να 'χουν περάσει τόσα χρόνια
και να θεριεύει μέσα σου ακόμη
χωρίς καμιά παραμικρή φθορά
αυτός ο απαράμιλλος
έρωτας
αυτό το ακαταμάχητο
σκίρτημα
αυτή η γεύση
από το σώμα του
αυτή η μυρωδιά
από το λαιμό του...
Και να σε παίρνουν για ανόητη
που ακόμη δεν ξεπέρασες
χωρίς να υπολογίζουν
πως θα 'σουνα τρελή αν ξεπερνούσες
τ' αξεπέραστα...

Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Να φοβάσαι κάθε μέρα
μήπως ξεχάσεις
και να τρέμεις όταν
με δυσκολία
μπορείς να θυμηθείς
τον ήχο της φωνής του
και να πεθαίνεις δεκαεννιά φορές
εκείνες τις τρομακτικές
κοφτερές στιγμές
που δεν μπορείς
με τίποτα
να φέρεις στο μυαλό σου
ποιο ήταν εκείνο το κρυστάλλινο
αβάσταχτο
χρώμα των ματιών του...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα για ταπεινά πράγματα ξέρεις να μιλάς
πίσω απ' τον μανδύα του ειρωνικού
του "μεταξύ-σοβαρού-κι-αστείου"
που σε σκεπάζει...
Και στ' όνομα μιας ειλικρίνειας
μονάχα ξέρεις να ξεστομίζεις τα χειρότερα
και τ' αδικότερα
τους μικρούς φθόγγους κυνισμού
που κρύβεις ανεξέλεγκτα
κάτω απ' το παλτό σου...

Μα...τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Τα ασυναίρετα "αγαπάω"


Ως πρώτης τάξεως συνηρημένο
το ρήμα "αγαπάω"
είναι γραμματικά
τελείως λάθος.
Όπως το "ζητάω", το "γυρνάω"
-Πάντα εγώ σε ζητάω
Πάντα εσύ δεν γυρνάς...-
Διότι "α" και "ω" μας κάνει "ω"
οι κανόνες είναι κανόνες
πώς να το κάνουμε!
Κι αυτή η πολυτέλεια της περισπωμένης
έχει άλλη χάρη
ό,τι και να λέμε!
Αυτή είναι που ζήλεψε το άκρως ακαλαίσθητο
μονοτονικό
και την κατήργησε.

Μα κι απ' την άλλη να το δεις
ένα τόσο δα ρήμα σαν κι αυτό
συνιστά και συναισθηματική παράβαση
καθότι προ πολλού
έχω απολέσει το δικαίωμα
ασυναίρετα
να σ'αγαπάω.

Και μου φαίνεται πως τώρα ξεκαθαρίζει
το γιατί εσύ πάντα ξεστόμιζες κάτι απλά
συνηρημένα
"Σ'αγαπώ",
ενώ τα δικά μου "Σ'αγαπάω"
μακρόσυρτα
θλιμμένα
πονεμένα
ξεψυχισμένα
φοβισμένα
απελπισμένα
και πέρα για πέρα
ασυναίρετα.

Βλέπεις, σ' ένα ρήμα σαν κι αυτό
αυτή ακριβώς η ασυναίρετη κατάληξη είναι
που δίνει τον καημό
και την αλήθεια του...

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Σιγά το πράγμα!



Σιγά το πράγμα!
Ήσουν απλώς ο άντρας που διάλεξε η καρδιά μου.
Τίποτα σπουδαίο.
Κοιμήσου ήσυχος εσύ.

Μονάχα αν καμιά νύχτα η σιωπή σου σε ρωτήσει
Πού στο καλό σε ωφέλησε
Και δεν την αποχωρίζεσαι ποτέ
Θα 'θελα να 'μαι κι εγώ εκεί να δω
Τούτη την άκρως εγωκεντρική σου απόκριση
Μήπως και καταλάβω
Ποιος τέλος πάντων είναι αυτός ο άντρας
Που τόσο απαράδεκτα ερωτεύτηκα.

Αν και ξέρω,
Τίποτα αινίγματα θα ξεστομίσεις μονάχα
Κάνα-δυο γρίφους
Για τις αμετάβλητές σου επιλογές
Τις μυστικοπαθείς σου τάσεις
Και τα μετανιωμένα λόγια σου.

Σιγά το πράγμα!
Προς τι να θορυβηθείς;
Επειδή και τ'αστέρια χαμηλώναν
Μπροστά στη λάμψη
Της δικής μου αγάπης;
Επειδή και τα παραμύθια υποκλίνονταν
Μπροστά στην επίδραση
Του δικού σου ψέματος;
Τίποτα σπουδαίο.
Επειδή έχασα για πάντα
Τον άνθρωπο του κόσμου μου;
Έτσι κι αλλιώς
Ζει και μισός ο άνθρωπος
-Αποδεδειγμένο τούτο-
Σιγά το πράγμα!

Στο κάτω-κάτω
Δεν φταις εσύ για την πρόωρη μυωπία της δικής μου καρδιάς!
Τόσο τυφλή και δαύτη που δεν είδε
Τα πιο φανερωμένα κι έκδηλα
Οφθαλμοφανή κι εξόφθαλμα!
Τι φταις εσύ
Που όταν εγώ γεννήθηκα
Οι Μοίρες τρύπησαν το στέρνο μου
Κι όπως έκανε ο Οδυσσέας στον Κύκλωπα Πολύφημο
Το τύφλωσαν κρυφά;

Τόση αγάπη που και τ'αστέρια χαμηλώναν.
Τόσο ψέμα που και τα παραμύθια υποκλίνονταν.

Σιγά το πράγμα!
Είσαι απλώς ο άντρας που διάλεξε η καρδιά μου.
Τίποτα σπουδαίο.
Κοιμήσου ήσυχος εσύ.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Δεν γύρισες ποτέ


Τόσες φορές έχω ονειρευτεί πως γύρισες
που στο τέλος θα γυρίσεις
κι εγώ αντί να τρέξω να σ'αγκαλιάσω
μ' ένα μεγάλο "συγγνώμη" που ακόμη δεν σε ξεπέρασα,
θα μείνω από μια επιφυλακτική απόσταση να σε κοιτάζω
σίγουρη πως τα μάτια μου απλά βλέπουν αυτό που λαχταρούν
και όχι την αλήθεια. 

Θα κάψω μια νύχτα τη Θεσσαλονίκη
κι από τις φλόγες θα αναδυθεί όλος τούτος ο έρωτας
μ' έναν Θερμαϊκό άγριο και θυμωμένο
που του πήραν κάποια νύχτα το φεγγάρι του,
την μαγική Πανσέληνο ενός μακρινού Αυγούστου, 
και το φορέσαν στα μαλλιά κάποιας μέλλουσας χωρισμένης
μεγάλης Άρκτου.

Κι η αλήθεια είναι πως πρέπει κάποια μέρα
να πάψω ν' αγαπάω και να ζήσω
γιατί κάθε ρομαντικός έχει από πίσω του μια θεωρία
"Και τελικά ο ποιητής αυτοκτόνησε
και θριάμβευσε ο κύριος νομάρχης"
κι ολόκληρος ο έρωτας 
κι η πάλη για να αγαπηθείς
μία παρτίδα τάβλι που δεν τέλειωσε ποτέ
και μία βόλτα πλάι στη θάλασσα 
που ακόμη τη θυμάσαι.

-Γιατί κι οι καλοκαιρινοί έρωτες
δεν είναι παρά οι φθινοπωρινές μελαγχολίες
του μέλλοντος...-

Μα είναι φαίνεται δύσκολο να πεθάνει κανείς
με τόσο παρελθόν να τον κοιτάζει αγριεμένο
και τόση στίξη στη ζωή του
μ' όλες της τις περιττές υποδιαστολές
και τις αναθεματισμένες 
μισητές
τελείες.

Κι ας μου κομμάτιασες μια νύχτα την καρδιά
κι ας μην σου απαντώ στα ψεύτικα "τι κάνεις;"
η πολυτέλεια του ν' αγαπάς δεν χάνει την αξία της 
κι ολόκληρος απόψε ο κόσμος ένα Εσύ
που θυμήθηκε επιτέλους
πως κι εγώ στην ίδια γη
στην ίδια πόλη
στην ίδια συνοικία
υπάρχω.

-Είμαι η μεγάλη αγάπη σου,
θυμάσαι;-

Και σε περίπτωση που σου διαφεύγει
είμαι εγώ, η ίδια
που σου 'λεγε πως θέλει να σε παντρευτεί
κι εσύ γελούσες και σκάρωνες κόλπα
για ν'αλλάξεις θέμα.

Κι αν καμιά φορά τα κατάφερνες
και προς στιγμήν αλλάζαμε συζήτηση 
μη θαρρείς πως το ξεχνούσα
απλώς σ'αγαπούσα πολύ για να σε πιέζω 
να με μπάσεις σε μια ζωή 
που δεν το επιθυμούσες να 'μαι.

Και τελικά
δεν γύρισες ποτέ...
Μονάχα ο πρασινωπός ουρανός των ματιών σου
μ' ακολουθούσε πάντα
μια ζωή σιωπηλός
κρυστάλλινος
αλλόκοτος
απρόβλεπτος
και τόσο λατρεμένος. 

Δεν με πειράζει...
Όλες οι αγάπες αξίζουν ένα χαρούμενο τέλος
απλώς μερικές στέκονται λιγάκι περισσότερο
άτυχες...
Ήθελα μόνο να σου πω
πως σε περίπτωση που σου διαφεύγει
δεν έχω μόνο έρωτα
και άπειρη παραφροσύνη με ονόματα
κι ορθογραφία
έχω και γειτονιά
έχω και σπίτι
έχω και τηλέφωνο
και μπορείς ακόμη
χωρίς την παραμικρή πρακτική δυσκολία 
όποτε το θελήσεις
να με βρεις... 

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Λευτέρης Φωκαεύς - Προσευχή ενός θνητού



Η κάθε σου λέξη και ένας στίχος για μένα
στίχος ενός ποιήματος στο οποίο ζω και υπάρχω
όσο διαρκεί μια κουβέντα μας.
Εσύ, γλυκιά Μούσα, εσύ είσαι αυτή που φώτισε τη μουντή μου ύπαρξη.
Το δικό σου δώρο πολυτιμότερο όλων.
Και να που έφτασα να γράφω το δικό μου.
Τι κι αν δεν ξέρω τους κανόνες και τους τύπους;
Τι κι αν το δικό μου μυαλό αναλώνεται σε αριθμούς και ισότητες;
Είναι η δική σου έμπνευση αυτή που με καθοδηγεί τυφλά,
σε μονοπάτια που ποτέ δεν τόλμησα ποτέ μου να βαδίσω.
Είσαι εσύ που χρωματίζεις το λόγο μου.
Είσαι εσύ, αγαπημένη μου, που στη θέα σου
γεμίζει στιχάκια και μελωδίες το μυαλό μου.

Και όταν μια θεά συννεφιάζει
τι τάχα μπορεί να κάνει ένας πιστός;
Μονάχα να προσευχηθεί ευλαβικά μπορεί.
Αυτό θα κάνω κι εγώ, θεά μου.
Θα προσευχηθώ ταπεινά να μπορέσω να πάρω αυτό που σε σκοτεινιάζει.
Να σε απαλλάξω απ’ τον πόνο που σε βασανίζει.
Θα πολεμήσω γενναία, θεά μου.
Κι αν πέσω χαλάλι σου.
Είναι τιμή για έναν πολεμιστή να πέφτει μαχόμενος.
Είναι ένδοξος ο θάνατος του ιππότη
που ξεψυχά γενναία για τη βασίλισσά του...

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Μια ανίατη ασθένεια από δέλτα


Μα εσύ βεβαίως
πάσχεις από μια ανίατη ασθένεια
αφόρητη για 'μας τους υγιείς
που αρχίζει από δέλτα...
Και δια αυτής ούτε ρωτάς ποτέ τι κάνω
κι αν ζω
ή αν τελικά δεν υπήρχα ποτέ,
όπως σου υποσχέθηκα κάποτε,
και ζούσα όλα αυτά τα χρόνια σε μια φαντασία σου
και κάποιο παιδικό όνειρο, μισολησμονημένο...

Άραγε, νιώθεις ποτέ νοσταλγία
για όλα εκείνα τα πράγματα
που δεν προλάβαμε ποτέ να κάνουμε μαζί;
Νιώθεις
όπως εγώ
ότι σου λείπουν όλα αυτά που δεν ζήσαμε;
Λυπάσαι
για όλα αυτά τα συναρπαστικά πράγματα
που δεν προφτάσαμε ποτέ να μοιραστούμε;

Ήμουν η Αντιγόνη σου, θυμάσαι;
Κι ας το 'λεγα πάντα πως στην πραγματικότητα
δεν θα 'μουν παρά μια Ισμήνη
υποταγμένη και δειλή...
Άραγε καταδέχονται ακόμη τ' αστέρια
να ρίξουν λίγη σκόνη παραμυθιού
στο μπαλκόνι σου
όπως τότε
που ακούγαμε μαζί Βιβάλντι
και ανταλλάζαμε τα πιο όμορφα λόγια
μονάχα με μια μαγευτική
ακούραστη
σιωπή...

Τότε δεν ήσουνα τόσο διακριτικός
-διακριτικότητα η ασθένεια
που ταλανίζει τον αλλόκοτο εαυτό σου
άργησα - το κατάλαβα -
τόσο ανυπόφορα
επίμονα
χαμένος!
Είχες καρδιά και όνειρα
κι υπέροχα μαλλιά
κι εγώ, η θαρραλέα Αντιγόνη σου,
με μια αρχαία θεομηνία
κι ένα γοβάκι ξεχασμένο...

Κι εγώ
δεν είναι τώρα δα που σ'αγαπώ
απλώς είμαι αδιάκριτη
πώς δεν το 'χα καταλάβει πια τόσο καιρό
ηλίου φαεινότερον!
Γι'αυτό καμιά φορά επιχειρώ να μάθω τι κάνεις
κι αν ζεις
ή αν τελικά δεν υπήρχες ποτέ,
όπως μου υποσχέθηκες κάποτε,
και ζούσες όλα αυτά τα χρόνια σε μια φαντασία μου
και κάποιο παιδικό όνειρο, μισολησμονημένο...

Τάχα πως το ωραιότερο πράγμα από ένα ταξίδι
είναι να έχεις κάπου να γυρίσεις
ποιος άλλος θα το πίστευε αυτό
πέρα από μια ανόητη αδιάκριτη
κι έναν νεκρό από χρόνια Οδυσσέα;

Μα, ας είναι
ασθένεια από δέλτα ή όχι
εγώ πάντα ξεχνάω τα άδικα συμπτώματά της
που ανά καιρούς μου εκδηλώνεις
κι ακούω τις "Τέσσερις Εποχές"
όπως τότε
ακριβώς σαν να 'σαι δίπλα μου...
Το αγαπημένο μας κομμάτι
- θυμάσαι; -
ήταν η ανθηρή άνοιξη
και μου 'μπλεκες πλεξούδα τα μαλλιά
κι εγώ χανόμουνα στο μαγικό βιολί
και κοίταζα 'κείνα τα δυο αστέρια πάνω απ' τη μύτη σου...

Κι ας είναι
προλαβαίνεις ακόμη να γυρίσεις
και στο εγγυώμαι
θα ξεχάσω όλον αυτόν τον άδειο από μουσική καιρό
που μου έλειπες
σαν να 'σουνα κομμάτι του εαυτού μου...
Ας είναι
γύρνα εσύ πίσω
και δεν θα θυμηθώ ποτέ πια
τους μήνες
που μου έλειπες
ακριβώς επειδή ήσουν
κομμάτι του εαυτού μου...


Άραγε, νιώθεις ποτέ νοσταλγία
για όλα εκείνα τα πράγματα
που δεν προλάβαμε ποτέ να κάνουμε μαζί;


Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Μη σημαδέψεις την καρδιά μου - Τάσος Λειβαδίτης



Αδερφέ μου, σκοπέ
αδερφέ μου, σκοπέ
σ'ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ'ακούω που βήχεις μες στην παγωνιά
σε γνωρίζω, αδερφέ μου
και με γνωρίζεις.
Στοιχηματίζω ότι έχεις μια κοριτσίστικη φωτογραφία στην τσέπη σου.
Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια καρδιά.

Θυμάσαι;
Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια
είχα κάποτε ονειρευτεί να περπατήσουμε κοντά-κοντά
στο κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ' την σφεντόνα μου
στο μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τα δάκρυά σου
στην άκρη της αυλής μας έχουν ξεμείνει τα σκολιανά παπούτσια σου
στον τοίχο του παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα
με κιμωλία γραμμένα τα παιδικά μας όνειρα.
Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των υπουργείων
το βράδυ σταματάει στη γωνιά
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ' το καρότσι του πατέρα μου
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ' όπλο σου
κι ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.

Βασίλεψαν τα πρωινά σου μάτια πίσω από ένα κράνος
άλλαξες τα παιδικά σου χέρια μ' ένα σκληρό ντουφέκι
πεινάμε κι οι δυο για ένα χαμόγελο
και μια μπουκιά ήσυχο ύπνο.

Ακούω τώρα τις αρβύλες σου στο χιόνι
σε λίγα θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα σε συλλογίζομαι
καθώς θ' ακουμπήσεις τ' όπλο σου στη γωνιά θα ξαναγίνεις ένα σπουργίτι.

Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα 'θελα να το λαβώσεις.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Ένα μάτσο από άκαρδα ρολόγια


Κι οι μέρες τρέχουν
σαν νυχτοβάτες κλέφτες που 'ψαχναν κάτι κοσμήματα
από κάποιο καλοκαίρι
και κάποιον εφηβικό έρωτα
που κράτησε λίγο παραπάνω αυτή τη φορά
και διεκδικεί τη θέση της αιώνιας αγάπης...

Μονάχα τις νύχτες είναι σαν να κολλάει ο χρόνος
σαν μίμος σ' ένα θέατρο γεμάτο άδειες θέσεις
που παριστάνει πρόσωπα του παρελθόντος
και μιμείται άψογα τις γκριμάτσες τους
καμιά φορά ακόμη και τα δάκρυά τους
οι μέρες τρέχουν, τις νύχτες είναι που κολλάει ο χρόνος...

Κι εκείνες οι ώρες της νύχτας περνούν βασανιστικά αργά
νομίζεις καμιά φορά πως χάλασε το ρολόι
- σαν τον έρωτα κι αυτό!
Το κατεβάζεις απ' τον τοίχο, σκονισμένο
και το κοιτάς καλά-καλά
ελπίζοντας βαθιά μέσα σου να θέλει τελικά πέταμα...

Μα δουλεύει, τόσο μοχθηρά και άκαρδα δουλεύει
κι εσύ πλαγιάζεις τότε στο άδειο κρεβάτι σου
και σκαρώνεις στίχους στο μυαλό σου
για να τους κάνεις αύριο άλλο ένα ποίημα
κι έτσι έμαθες άλλωστε τις πιο όμορφες προσευχές
άσχετα που κανείς τελικά δεν τις ακούει...

Κι αυτή η μέρα πια
πόσο με πονάει κάθε που τη σημειώνω στο τετράδιο
και μετράω άλλον ένα μήνα που πέρασε!
Δώδεκα φορές τον χρόνο είμαι αναγκασμένη να το θυμάμαι
- να 'ταν τουλάχιστον 30 του μηνός
θα γλίτωνα κανέναν Φεβρουάριο!

Ανοησίες βέβαια λέω, σαν τα βιβλία μου
να 'ταν μονάχα δώδεκα φορές τον χρόνο που θυμάμαι
θα 'ταν υποφερτό - και με το παραπάνω!
Αλλά, ας πούμε, τότε συνειδητοποιώ καλύτερα
τις μέρες, τους μήνες, τα χρόνια
που, χωρίς να μας ρωτήσουν, τι αγενέστατα!, περνάνε...

Μονάχα αναρωτιέμαι
με τόσα βράδια που κολλάει ο χρόνος
πότε πρόλαβε να περάσει τόσος καιρός;
Με τόση εσκεμμένη καθυστέρηση
πώς πάλι προλαβαίνει και φτάνει κάθε μήνα
αυτή η μέρα;

Κι όσο περνάει ο καιρός
όλο και περισσότερο ενισχύεται μέσα μου η πίστη
πως αποκλείεται να 'ναι έτσι τα πράγματα!
Γιατί τι είναι ο χρόνος;
Και πώς
αν σταματούσανε μια μέρα όλα τα ρολόγια μ' άψογο συντονισμό

πώς, λέγω, θα γνωρίζαμε
όχι τις μέρες και τα χρόνια
μα έστω και την απλή ώρα με τα εξήντα ταπεινά της λεπτά;
Και ποιος μου λέει εμένα
ότι μπορώ να εμπιστευτώ μια αράδα από καλοσχεδιασμένα ρολόγια
που 'χουν, ίσως, τα δικά τους ιδιοτελή κι ύπουλα σχέδια;

Κι όσο περνάει ο καιρός
(ή τουλάχιστον τα ρολόγια έτσι δείχνουνε)
αποφαίνομαι τελικά πως το παρελθόν ίσως να μην απέχει τόσο αβάσταχτα απ' το παρόν
ίσως τελικά να μην είμαστε τόσο καιρό χώρια
ίσως απλά ένα μάτσο από άκαρδα ρολόγια
τα βόλεψαν έτσι ώστε να μας παραμυθιάζουνε μ' αμελητέες αποστάσεις...

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Ο Βασίλης κι ο Ανδρέας



Ο Βασίλης κι ο Ανδρέας
θα χωρίσουνε, θα τα βρούνε πάλι ύστερα,
θα τα βρούνε σκούρα, θα το παλέψουνε,
θα τους κατακρίνουνε, θα τους αποδεχτούνε,
θα τους μισήσουνε, θα τους αγαπήσουν
και ξανά προς τη δόξα θα τραβήξουν
εις τον αιώνα τον άπαντα
το ίδιο πένθιμο, γελοίο εμβατήριο...

Ο Βασίλης κι ο Ανδρέας
μαζί
άθελά τους
τείνουν προς το συνηθισμένο
και χωρίς να το θέλουν
εδώ που φτάσαμε
δεν είναι πια τίποτα αξιοπρόσεκτο
δεν είναι τίποτα παράδοξο
και έτσι θα έπρεπε βεβαίως:
Βασίλης και Ανδρέας...

Ο Βασίλης κι ο Ανδρέας:
Ας σωπάσουμε λοιπόν όλοι
μπροστά στις αυθαίρετες αποφάσεις
της Φύσης
κι ας υποταχθούμε
στα δικά Της θελήματα!
Κι αν διανοηθούμε να τους απορρίψουμε
ας το βρούμε στο μέλλον απ' τη δική μας
άτιμη
ύπουλη
απρόβλεπτη
Φύση...

Ο Βασίλης κι ο Ανδρέας
ένα ζευγάρι
τυπικό
ερωτευμένο...

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Σύμφωνα ονόματος



Το όνομά σου
εύηχο σύμπλεγμα υγρών συμφώνων
με μια δόση οδοντική
και μια κατάληξη συριστική
όπως ακριβώς διατάζουν οι μητέρες
στα ζωηρά παιδιά τους
όταν κάνουν φασαρία τα μεσημέρια.

-Σσσσσς!
Σώπασε τώρα
που καταλήγεις όπως και τ' όνομά σου
σε μια σιωπή
έτσι κι αλλιώς να γυρίσεις δεν πρόκειται
αυτό που με προβληματίζει ομολογώ βεβαίως είναι πως
προϋποτίθεται μια αμνημοσύνη
για να ζήσω μακριά σου
αποφεύγοντας τον άσπρο μανδύα
και δεν μου βρίσκεται μέχρι στιγμής
καμία.

Ποτέ σου ωστόσο δεν θα μάθεις
πως εκείνη η τελεία στο τέλος
της δυσανάλογης στροφής
δεν είναι παρά μια ατέρμονη έκκληση
να γυρίσεις, να γυρίσεις, να γυρίσεις
κι εκείνη η υποδιαστολή η παραπονεμένη
μια μικρή παύση
του παρόντος
για μία τόση δα σταγόνα
παρελθόν.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Το βαλς της αργοπορημένης λήθης


Τι ανάρμοστο αίσθημα, αλήθεια,
να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις
και μαζί να φοβάσαι μήπως δεν ξεχάσεις ποτέ
  όλες εκείνες τις ασημογάλαζες στιγμιαίες ευτυχίες του χθες
  γιατί όσα δεν φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει μια τόση δα μικρή στιγμή 
  απρόσμενη, απρόσκλητη ίσως, απρόβλεπτη
και συλλογίσου
πόσες ρίμες δεν κρατάει ο Θεός για τον εαυτό του
πόσα είναι εκείνα τα στιχάκια και πόσα λόγια μαγικά ούτε καν έχουμε ποτέ μας φανταστεί
  κι όλοι οι Ποιητές να είναι εξόριστοι από τούτη τη μαγεία της δημιουργίας
  και της θείας έμπνευσης
  κι ο νους μας δεν μπορεί πια να συλλάβει πράγματα τόσο υπέροχα
  γιατί συνήθισε άθελά του στα μικρά και τα υπαρκτά
κι όλες εκείνες οι λέξεις που σήμερα πονάνε στο στόμα μου
  όπως "μάνα", "κάποτε", "Αύγουστος"
  και κάνα-δυο ρήματα που λήγουνε σε -άω...

Και κάπως έτσι οι μεγαλύτερες αγάπες αποχωρίζονται για πάντα
  στα μάτια που χθες λάτρευες, τώρα αντικρίζεις κάποιον ολότελα ξένο
  στα χείλη - στον βωμό τον χειλιών που χθες θυσίαζες ένα-ένα τα όνειρά σου
τώρα θωρείς δυο ροζιασμένα κομμάτια από ένα σώμα άγνωστο
κι από ένα πρόσωπο που ούτε σε προηγούμενη ζωή σου δεν θυμάσαι να ξανακοίταξες
  μα τα χέρια δεν ξεχνούν τόσο εύκολα
  και μες σε τούτο τον παραλογισμό της λησμονιάς
  και στο βαλς της αναπόφευκτης λήθης
σαν δυο μικρά, νεκρωμένα ερείπια
σαν δυο πεθαμένα περιστέρια που 'χουν μουδιάσει από το κρύο
  ακόμη θυμούνται, ακόμη αγαπάνε
οι άνθρωποι εντάξει, 
μα 
τα χέρια δεν ξεχνούν τόσο εύκολα... 

Κι επειδή έτυχε να σ'αγαπήσω και να σε κάνω άνθρωπο της ζωής μου
  δεν πάει να πει πως ό,τι κι αν γράφω είναι για 'σένα
κι επειδή ζήσαμε πέντε-δέκα ευτυχισμένες στιγμές
- κι έτυχε αυτές να είναι οι ομορφότερες στιγμές της ζωής μου -
  δεν πάει να πει πως ακόμη ξέρω ποιος στο καλό είσαι...

Άραγε τη νύχτα τα άστρα έχουν ακόμη το ίδιο θράσος
  για τόση δίχως λόγο λάμψη;
Άραγε τα πάρκα έχουν ακόμη την ίδια τόλμη
  για τόση δίχως ντροπή υγρή ευτυχία;
Άραγε ένας άντρας έχει ακόμη τον ίδιο εγωισμό
  για τόσα ανειλικρινή "αντίο";

(Κι αυτό που με πονάει περισσότερο 
είναι ότι ο κόσμος τελικά είχε δίκιο...)

Κι άραγε
  μια γυναίκα είναι ακόμη το ίδιο τυφλή
    για τόσο πείσμα να επιμένει
      σε μια ανόητη
        και εν τέλει λανθασμένη
          υ π ε ρ ά σ π ι σ η; 

Υπερασπιζόμαστε αισθήματα
  "σώζουμε" τρόπον τινά την υπόληψή τους
     γιατί νομίζουμε πως τα έχουμε τάχα νιώσει...
Υπερασπιζόμαστε αντιλήψεις
  ανάγουμε λόγον τινά την διαιώνισή τους σε σκοπό ζωής
    γιατί νομίζουμε πως μας κάνουν τάχα καλύτερους ανθρώπους
      κι ίσως έτσι κάποτε να ζήσουμε καλύτερα
    ή και γιατί τελικά μέσα μας πιστεύουμε πως από τώρα προπωλούνται εισιτήρια για τον Παράδεισο
      κι εξασφαλίζουμε στα σίγουρα μια θέση...
Υπερασπιζόμαστε ανθρώπους
  είμαστε έτοιμοι να τα βάλουμε μ' όλον τον κόσμο αν διαστρεβλωθεί η αλήθεια τους
    γιατί ακριβώς νομίζουμε πως εμείς τάχα ξέρουμε αυτήν την αλήθεια
      γιατί νομίζουμε οι ανόητοι πως τάχα ξέρουμε τους ίδιους...

Τι ανάρμοστο αίσθημα, αλήθεια,
να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις
και μαζί να φοβάσαι μήπως δεν ξεχάσεις ποτέ
  όλες εκείνες τις φορές που υπερασπίστηκες με πείσμα κι επίμονα επιχειρήματα
  και τώρα εξαιτίας τους ντρέπεσαι ν' αντικρίσεις τους πρώην "συκοφάντες"
ακριβώς γιατί μερικές φορές τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι όπως φαίνονται
και τα φαινόμενα δεν απατούν
κι ό,τι λάμπει είναι χρυσός
  κι αυτό το κάτι που δεν έλαμπε, 
όχι, δεν έκρυβε κάποιον μυστικό θησαυρό
απλώς δεν ήταν... 

Θα 'ταν άραγε καλύτερο να πω
"Το αναπόφευκτο βαλς της λήθης"
ή το αντίστροφο
(σε περίπτωση που κάποιος δεν βλέπει όπως εγώ
- γιατί υπάρχει κι αυτή η περίπτωση
κι αν μου το 'λεγε κάποιος τώρα δεν θα μου 'κανε καμία εντύπωση
εννοώ, πως δηλαδή αυτά που γράφω εγώ
κι αυτά που αφού τ' αποτυπώσω στο χαρτί
μπορώ ύστερα και τα διαβάζω
οι άλλοι ή κάποιοι τέλος πάντων απ' αυτούς
τα βλέπουν διαφορετικά
άλλωστε, όλα είναι σχετικά
κι έχει επανειλημμένως αποδειχθεί
πως δεν τα βλέπω τα πράγματα όπως ο υπόλοιπος κόσμος
και μάλιστα τελευταία εκείνος κερδίζει -
σε περίπτωση λοιπόν που κάποιος δεν καταλαβαίνει πού αναφέρομαι
το αντίστροφο είναι "Το βαλς της αναπόφευκτης λήθης")
τι θα 'ταν, λοιπόν, καλύτερο στο άκουσμα;
Διότι με ρωτάνε καμιά φορά
την προαιώνια αυτή και τόσο καθημερινή ερώτηση
"Γιατί;"
κι εγώ δεν έχω κάποιον λόγο ν' απαντήσω!
Το "Γιατί το 'γραψες έτσι;" είναι σαν το "Γιατί τον αγάπησες έτσι;":
Δεν επιδέχεται στ' αλήθεια απάντηση
  - Σχεδόν, ψευδώς κι ανεπαισθήτως ρητορικό -...
Ίσως απλά μου αρέσουν τα εύηχα και τα πιο "βαριά"
- ξέρετε, μην γίνει καμιά παρανόηση
και εκληφθεί ως αναπόφευκτο ένα απλό βαλς...
Το αναπόφευκτο κι αυτό που ούτε οι νεκροί δεν του ξεφεύγουν
είναι η αιμοβόρα, τερατόμορφη, απάνθρωπη
λήθη...



Τι ανάρμοστο αίσθημα, αλήθεια,
να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις
και μαζί να φοβάσαι μήπως δεν ξεχάσεις ποτέ
  όλες εκείνες τις φορές που ύψωσες το στερημένο από γόνιμο έρωτα ανάστημά σου
  και αρνήθηκες πεισματικά να υποκύψεις
- εννοώ βεβαίως να χορέψεις το βαλς αυτό που σου επιβάλλουν
από τότε που έκανες το λάθος ν' αγαπήσεις -
  μόνο και μόνο για να σε πάρει στο τέλος η άκαρδη φύση απ' το χέρι
  και να σου παίξει μάλιστα η ίδια στο πιάνο
  το τελευταίο αυτό, αποχαιρετιστήριο κονσέρτο του απαράμιλλου έρωτά σου
κι έτσι, μοιραία κι αναπόφευκτα,
να χορέψεις κι εσύ αυτό το πικρό, θλιβερό βαλς
  της αργοπορημένης σου λήθης...


(Κι αυτό που με πονάει περισσότερο
είναι ότι ο κόσμος τελικά είχε δίκιο...)

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Πόθος για ύπνο - Μίλαν Κούντερα



Δεν ξέρω χωρίς εσένα να ζω.
Τι σημασία έχει που συναντιόμαστε
μια φορά στους δύο μήνες ή και λιγότερο.
Έρχεσαι για εμένα και με ξεκρεμάς
σαν κάποιο από το μαγαζί μίσθιο.
Κι εγω σ’ ακολουθώ.
Υπάκουη, όπως υπάκουα είναι τα πράγματα
που εκμισθώνονται.

Πηγαίνουμε πάντα σε μια μικρή ταβέρνα
στα προάστια,
πίνουμε κάνα δύο βότκες κι εγώ ύστερα
μένω σε σένα.
Ξεχνώ τον κόσμο, κραυγάζω από ευτυχία,
αλλά εσύ
όλο αυτό το διάστημα σκέφτεσαι μόνο
να μη χάσω το τελευταίο τραμ.
Κι εγώ ντύνομαι και φεύγω.

Φεύγω και λέω:
Να κοιμάσαι μαζί, μαζί να κοιμάσαι,
να ‘σαι ξαφνικά ελαφριά σα σκουπιδάκι,
ν’ ανασαίνει βαθιά, να μετατρέπεσαι
σε μακρόσυρτο τραγούδι,
μέσα σ’ αυτόν τον μικρό γλυκό θάνατο
τον όμοιο με μωρό,
να κοιμάσαι μαζί ελαφριά σα σκουπιδάκι.,
να μετατρέπεσαι σε κοινό τραγούδι…

αλλά εσύ μαζί μου ποτέ δεν πρόκειται να κοιμηθείς.
Ο άντρας δύσκολα αποκοιμιέται δίπλα σε μια γυναίκα
Που δεν αισθάνεται γι’ αυτήν αγάπη.
Τι να γίνει.
Δεν ξέρω χωρίς εσένα να ζω.



Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Διάφορο του ανέφικτου


   Ποτέ μου δεν ζήτησα τίποτα το τρελό, τίποτα το υπερφυσικά αλλοτινό και ξένο, τίποτα το μαγικό και το ακατόρθωτο... Κι αν καμιά φορά μιλούσα για το παραμύθι με τον θαρραλέο ιππότη, τα ευγενικά του μάτια και την προαιώνια αναμονή του για κάποια πριγκίπισσα με κατακόκκινη καρδιά, αν τύχαινε και έλεγα για τον ανοιξιάτικο γάμο στην παραλία, με τα λουλούδια στα μαλλιά και την μαγική ορχήστρα, αν ονειρευόμουν τάχα τον ονειρεμένο κήπο και την ολόδική μας αυλή με την κίτρινη κούνια και δυο τεράστιες μωβ ομπρέλες από πάνω της, αν με φανταζόμουν τη μητέρα τριών απ' τα πιο όμορφα παιδιά, με τα σγουρά μαλλάκια τους και τα μελιά τους μάτια, και κυρίως με τα πιο όμορφα του κόσμου ονόματα, αν μουρμούριζα πού και πού τίποτα για κάτι άστρα πιο υπάκουα, ένα φεγγάρι που δεν θα 'μενε ποτέ μισό κι έναν ήλιο που  θα γινόταν, λέει, μεγαλύτερος, για να φωτίσει και τις πιο σκοτεινές πλευρές του κόσμου, στην πραγματικότητα δεν τα χρειαζόμουν όλα αυτά για να 'μαι ευτυχισμένη... Ας έμεναν στη θέση τους τα άστρα, άλλωστε, αν δεν βρίσκονταν τόσο μακριά, δεν θα εκπλήρωναν ευχές ούτε και θα τα λέγαμε άστρα. Τίποτα επίγεια ασημικά θα 'ταν, που λέει και η Δημουλά, και δεν θα τους δίναμε μάλλον σημασία. Ούτε για το φεγγάρι μ' ένοιαζε πραγματικά, έχει τη χάρη του κι έτσι μισό που είναι κάποια βράδια, ούτε και για τον ήλιο που δεν φτάνει, φαίνεται, παντού το φως του. Ας έμεναν όλα έτσι - ατελή - ως είναι. Ποτέ μου στην πραγματικότητα δεν ζήτησα το τέλειο. Το μόνο που ήθελα, ήταν να ήμουν μαζί σου...
  Έλεγα πως τίποτα δεν ήταν αληθινό από την αγάπη σου, τίποτα, εκτός από την ανταπόκρισή της. Μια αμοιβαιότητα που τελικά δεν ήταν παρά μια παραίσθηση, ή μάλλον ένα ύπουλο ψέμα σχεδιασμένο στην εντέλεια για να θολώνει τα νερά... Και τώρα, άραγε θα σε συγχωρέσω ποτέ; Κι άραγε θα με συγχωρέσεις ποτέ; Κανείς μας δεν το ξέρει... Άλλωστε, τις πιο βαθιές μας συγχωρέσεις τις δίνουμε μονάχοι, μ' ένα κλάμα βουβό και παραπονεμένο, στο κρεβάτι μας, κάποιο βράδυ που 'ναι πολύ βαρύ για να αντέξουμε την ύπαρξή μας. Κι όταν μένουμε μόνοι, συγχωρούμε. Κανείς μας δεν ξέρει αν το κάνουμε από ανιδιοτέλεια, ή απλώς επειδή έχουμε οι ίδιοι ανάγκη από την επαφή με τους ανθρώπους που αγαπήσαμε. Και άλλωστε, τι σημασία έχει γιατί το κάνουμε; Εξιλεώσεις που γυρίζουνε στο νου μας όπως στην πόρτα τέσσερις φορές γυρίζουν κάθε βράδυ τα σκουριασμένα κλειδιά, τάχα να προστατέψουμε ό,τι απέμεινε απ' το σπίτι μας κι από την ίδια τη ζωή μας...
  Πόσα δεν είναι, άλλωστε, τα βράδια, που στέκομαι επί ώρα πάνω απ' τ' ακουστικό, θαρρείς και περιμένω κανένα σοβαρό τηλεφώνημα, όπως περιμένουν οι χήρες τους νεκρούς συζύγους τους, ή οι απεγνωσμένες γυναίκες τους ανύπαρκτούς τους εραστές... Μα εγώ περιμένω κάτι που 'ναι ακόμη πιο αδύνατο να γίνει. Και δεν θα το πιστέψεις, κι όμως, αυτό που ακόμη περιμένω είναι να χτυπήσει το τηλέφωνο, μόνο για ν' ακούσω πόσο άλλαξε η φωνή σου. Ακόμη περιμένω ένα σημάδι, για να μου δείξεις πόσο δεν άλλαξε η ψυχή σου. Θυμάμαι κάποτε που μου 'λεγες πως όλες τις Παρασκευές τις έφτιαξε ο Θεός για να ζεις πλάι μου, κι εγώ σκεφτόμουνα πως όλες οι μέρες κι όλες οι ζωές ήταν φτιαγμένες γι'αυτό, αλλά δεν στο 'λεγα, μήπως και σε τρομάξω. Θυμάσαι που με κυνηγούσες στον πίσω κήπο και η γειτόνισσα μας φώναζε πως ήταν μεσημέρι, κι ύστερα, γεμάτη ντροπή, σ' άφηνα να με πιάσεις και σου 'λεγα πως κέρδισες ό,τι ήθελες; Κι εσύ σκεφτόσουνα για λίγο, κι ύστερα ζητούσες ένα φιλί, ένα απαλό φιλί, και τίποτα άλλο. Κι όταν σηκωνόμουν στις μύτες και στο 'δινα, έκλεινες τα μάτια, λες και προσευχόσουν, λες και άκουγες από τα χείλη του Θεού το νόημα της ζωής, λες και ήμουν η ζωή σου έκανες, καθώς σου έδινα εκείνο το φιλί. Λες κι ήτανε το τελευταίο μας φιλί, κι ύστερα θα χώριζαν για πάντα τα χείλη κι οι δρόμοι μας... Και μια μέρα, ήταν στ' αλήθεια το τελευταίο. Μονάχα που δεν ήταν μεσημέρι, κατάμαυρος ήταν ο ουρανός, κι ούτε στον πίσω κήπο ήμασταν, κι ούτε το είχες κερδίσει σε παιχνίδι. Ούτε καν η γειτόνισσα δεν φώναξε, σαν να 'χε κάτι καταλάβει κι εκείνη, κι έμενε σιωπηλή. Μονάχα που δεν μου το είπες πως θα 'τανε το τελευταίο, μπας κι έβαζα κι εγώ λίγη τέχνη περισσή, μήπως και το μετάνιωνες και δεν με άφηνες ποτέ σου... Ως και τα περιστέρια απ' τ' απέναντι κάγκελα κάτι είχαν καταλάβει από το τέλος που φυσούσε ο αέρας και την βαριά ατμόσφαιρα του αποχωρισμού και όλα εκείνα που δεν έφερε όλος τούτος ο χρόνος, και θα τα 'φερνε τώρα μια τόση δα στιγμή... Μονάχα εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα, μονάχα εγώ, ούσα ευτυχισμένη, κρατούσα το ζεστό χέρι σου κι έλεγα ανοησίες για κάτι στιχάκια συγκινητικά. Ίσως ήμουν πολύ ερωτευμένη, ίσως πάλι κι εσύ ήσουν πολύ καλός υποκριτής...
  Και ούτε τώρα ζητώ κάτι το ανέφικτο, δεν τρέφω ελπίδες, αν και ρομαντική, δεν περιμένω να γυρίσεις. Σκέφτομαι, βέβαια, καμιά φορά τον πίσω κήπο με μια νοσταλγία ανεξήγητη κι αφόρητα πιεστική, δεν το αρνούμαι, μα κατά τ' άλλα αισιοδοξίες, έρωτες, κι άλλα τέτοια εφηβικά κοριτσίστικα πράγματα δεν με αγγίζουν πια. Ας είναι τ' άστρα όπου τα διάλεξε να 'ναι ο δημιουργός τους, ας είναι το φεγγάρι μισό στην πιο απόμακρη γωνιά του Ουρανού, ας γίνεται ο ήλιος όλο και πιο μικρός, σαν μια χρυσή τελίτσα στο λερωμένο γαλάζιο του καιρού... Ας βρέχει αιώνια έξω από το σπίτι μου κι ας γκρεμοτσακιστεί κάθε θαλασσόβρεχτη μικρή εκκλησιά... Ποτέ μου δεν ζήτησα κάτι το ανέφικτο, κάτι το εξωπραγματικό, κι ούτε και τώρα θα το κάνω. Δεν θέλω να ζητήσεις συγγνώμη, δεν θέλω να με συγχωρέσεις ή να με φωνάξεις στα όνειρά σου να σου πω ένα "γεια", θέλω μονάχα, αλήθεια στο λέω, μονάχα να ξέρω πως είσαι καλά...

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Κι όχι επειδή τον αγαπούσα...


Κι όμως, υπήρξα κάποτε μια όμορφη που αγαπήθηκε απαράμιλλα
  και τα πουλιά άνθιζαν κάτω απ' το σπίτι μου τα βράδια και κελαηδούσαν τα άνθη απ' τη μηλιά
γιατί το αδύνατο και το αδιανόητο καθ' υπερβολή
είναι ένα σκαλοπάτι παρακάτω απ' τον έρωτα...
  Κι όχι επειδή ήμουν εγώ τότε ευτυχισμένη
μα ήταν ο κόσμος δικαιότερος και τα αστέρια ζωντανά
όμως για κάθε άνδρα μια φορά έρχεται η Τύχη
  μία είναι η Πηνελόπη που προσμένει υπό την αγανάκτηση χιλίων μνηστήρων
ανυπόφορα παντοτινά
κι άλλωστε
  πώς θα μπορούσα να ξαναγαπήσω με χίλια κομμάτια που 'χω για καρδιά;

Είχα, άλλωστε, από καιρό καταλάβει την πλεκτάνη που έστηναν εναντίον μου
  όταν κανείς δεν καθόταν στην κενή θέση πλάι μου στο λεωφορείο
τσάμπα η ανόητη μάζευα το παλτό μου σε κάθε στάση, προσμένοντας παρακλητικά
  μα είχα ήδη ετοιμάσει την εκδίκηση
πιστός μου συνεργάτης σε τόσα σχέδια η σκοτεινή φιγούρα που μου 'κλεβε τον ύπνο κάθε βραδιά
  και μόνο οι νεκροί μπορούν ν' αντέξουν τόση λήθη
  και μόνο οι ζωντανοί μπορούνε να ξεχάσουν τόσο αβάσταχτα αληθινά...

Συχνά, για να ανταπεξέλθω, συλλογιζόμουν τρόπους
να μην υπάρχεις
  όπως οι φίλοι μου στα παιδικά μου χρόνια, η μαγική νονά της Σταχτοπούτας
  όπως τα Χριστούγεννα τα πλούσια γεύματα των ζητιάνων
  όπως τα μεγάλα σπίτια των αστέγων
  όπως η δικαιοσύνη που περιμένει κάθε θύμα καρτερικά...
Κι αν ήμουν κυνική, ίσως να σ' είχα κι όλας βγάλει από καιρό απ' το νου μου
είμαι ρομαντική, κι ακόμη σηκώνομαι τα βράδια και χορεύω μαζί σου εκείνο το πρώτο βαλς...

Κι όλα εκείνα τα μεγάλα σχέδια γι' απόδραση
  τα κλείσαμε χάριν ασφαλείας και διά δειλίας
  όντας αλλαγμένοι και λίαν διαφορετικοί
σ' έναν σατανικό, κίτρινο φάκελο
και κάνουμε πια πως δεν υπήρχανε ποτέ τους...
  Μα εσύ είχες τόσο αλλάξει
  που τρόμαζα πια να σ'αναγνωρίσω...
Τις νύχτες που άκουγα την πνιχτή φωνή του πατέρα να αγωνίζεται για το δίκαιο όλων των αδικημένων της γης
  και να επαναστατεί απέναντι στη μάνα μου δειλά
ήξερα πως σαν μεγάλωνα θα γινόμουνα η αλλαγή του κόσμου
ή απλά μια πεθαμένη, αλλόκοτη τριανταφυλλιά...

Ίσως, λοιπόν, κάποια μέρα εγκαταλείψω όλες εκείνες τις μάταιες προσδοκίες μου
  για Θεία Επιστροφή
κι αρκεστώ στο ν' απαιτήσω να κάνεις εν πάση περιπτώσει κι εσύ το σωστό
για μια φορά:
Να μην υπάρχεις
  να πάρεις τον αλλόκοτο εαυτό σου
  κι έξω από τη ζωή μου... 
Ως τότε ας γράψουμε παρέα έναν στίχο για τα νεκρά πουλιά
τα αηδόνια που 'χάσαν τη χρυσή λαλιά τους
τους αγγέλους που 'μείναν χωρίς τα φωτεινά τους φτερά
τις μάνες της γης που πεθάναν στην κούνια τ' άτυχα παιδιά τους
και δυο αδελφές που σφάχτηκαν για ένα δυάρι και μιας ζωής την άδικη μητρική μοιρασιά...

  κι όχι επειδή τον αγαπούσα
μα υπήρχανε και νύχτες που μύριζε τόσο ξεδιάντροπα μαγευτικά...

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Να γελάς :)




                            



Στην παιδική χαρά στις τραμπάλες προχθές
με παγωτό χωνάκι στο χέρι
γελάς χορευτικά σ' ενός βαλς τις στροφές
ποια μάγισσα εδώ σ' έχει φέρει;

Να γελάς κι εγώ θα στο πω
το σ' αγαπώ χορεύοντας ρούμπα...
Σαν το Μίκυ σαν το Σαρλό
με δυο γκριμάτσες και με μια τούμπα...!

Με κράκερς και ποπ-κόρν μέσα στο σινεμά
γελούσες πάλι σε μια ταινία
του Τζέρι Λιούις κι έκανα εγώ στα κρυφά
στα βλέφαρά σου σκαλωμαρία...

Να γελάς κι εγώ θα στο πω
το σ' αγαπώ χορεύοντας ρούμπα...
Σαν το Μίκυ σαν το Σαρλό
με δυο γκριμάτσες και με μια τούμπα...! 

Άκου το τραγουδάκι που μας λέει για
τη συνονόματή σου μικρή Ελένη
που κάθεται μονάχη και κλαίει ξανά
γιατί είναι σ' άλλο κόσμο χαμένη...

Μα εσύ να γελάς κι εγώ θα στο πω
το σ' αγαπώ χορεύοντας ρούμπα...
Σαν το Μίκυ σαν το Σαρλό
με δυο γκριμάτσες και με μια τούμπα...! 

Τόσες φωτιές ανάβουν οι ανθρώποι στη γη
δεν θέλω όμως αυτά να τα ξέρεις
μ' ένα κουκλί αγκαλιά μείνε πάντα παιδί
ποτέ σου να μην υποφέρεις...

Να γελάς κι εγώ θα στο πω
το σ' αγαπώ χορεύοντας ρούμπα...
Σαν το Μίκυ σαν το Σαρλό
με δυο γκριμάτσες και με μια τούμπα...! 

Μέσα μου πώς ξυπνάνε γλυκιά μουσική
τ' αμυγδαλάκια που έχεις στα μάτια
ο Μότσαρτ κι ο Βιβάλντι αν τα 'χανε δει
θα σου 'χαν γράψει χίλια κομμάτια...

Να γελάς κι εγώ θα στο πω
το σ' αγαπώ χορεύοντας ρούμπα...
Σαν το Μίκυ σαν το Σαρλό
με δυο γκριμάτσες και με μια τούμπα...!





Μουσική και Στίχοι: Νίκος Κατσίκας
Τραγούδι: Γιώργος Αντωνίου
Δίσκος: Ραδιενεργή Βροχή

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Σε μι ελάσσονα


Είχα, ξέρεις, κι εγώ κάποτε όνειρα, μα ύστερα από τόση εγκατάλειψη, νιώθεις πια πως σχεδόν δεν υπάρχεις,
  μια θολή σκιά, σχεδόν αόρατη
κι όταν κανείς δεν σου μιλά κι όλοι συμπεριφέρονται λες κι είσαι μια αχνή φιγούρα,
σαν ψυχή
  χωρίς αληθινό περίγραμμα,
  πόση - αλήθεια - περιφρόνηση στοιχίζει λίγη σοφία;
Κι όπως όταν νυχτώνει κι οι αναμνήσεις ζωντανεύουν σαν φαντάσματα
και γίνονται οι ψυχροί δολοφόνοι του ύπνου
  εκτελεστές με μαύρη πανοπλία γεμάτη από την κορυφή ως τα νύχια παρελθόντα χρόνο
Θεέ μου! Πόση ανοησία σ' έναν κόσμο να χωρά;
  Με πόση αυταπάρνηση συντήρησα τις νύχτες της ζωής μου...

Και όπως κάθε ποιητής με δυο ψεύτικες γραμμές ξεγελά τον θλιμμένο εαυτό του
  γέρνει κι απόψε τα φύλλα της η μεγάλη λεύκα στην ξεραμένη, αβάσταχτη αυλή
  και περιμένει απ' τους νεκρούς να την ποτίσουν για ν' ανθίσει και τούτη την άνοιξη...
Πολλά και τα δικά μας ψέματα και δεν μας τα συγχώρεσε η μοίρα
κι εγώ που φαίνεται αγάπησα ό,τι ήτανε της μοίρας μου να φύγει μακριά μου
  σαν τα φιλιά που έδωσα κάποιον Ιούλη καυτό δίπλα σε ένα παγωμένο, πράσινο κύμα...

Φιλούσες άλλωστε υπέροχα
όπως κάθε Ιούδας...

Και συχνά αναρωτιόμουν
πόσοι να 'ναι εκείνοι οι άγνωστοι που ζουν σ' αυτό το σπίτι
  με πόσους, τέλος πάντων, μοιράζομαι τους ίδιους ματωμένους τοίχους
  και τα μαραζωμένα, κίτρινα λουλούδια της αυλής...
-Ορέστη!, φώναζα
κι ας μην υπήρχε σε τούτο το σπίτι αυτό το όνομα
μονάχα "Γιώργος", "Κώστας"
αδιάφορα ονόματα και βαρετά
-Μεγάλε της ζωής μου Αλέξανδρε!
κι ας είχε από χρόνια θαφτεί στο απέναντι χώμα
  κάθε που έβρεχε ξεπρόβαλε το χέρι του καχεκτικό
  κι η μητέρα έλεγε πως ανασταινόταν...

Αδελφή, έλεγα, πώς αντέχεις και κλείνεις κάθε βράδυ ήσυχη τα μάτια σου;
Ποτέ της δεν απάνταγε, με κοίταγε μόνο, σαν να μ' έβλεπε για πρώτη φορά...

Και πράγματι, το είπαν ένα βράδυ στις ειδήσεις
  κάποιο άστρο, λέει, πήρε τ' όνομά του και έλαμπε από 'κει ψηλά την αιώνια προδοσία του...
Θυμάσαι που κρυβόσουνα πίσω απ' τα πικραμυγδαλιές
και με περίμενες να 'ρθω από πίσω σου και να σου κλείσω με τα χέρια μου τα μάτια;
  Χρόνια ζήσαμε έτσι, με μόνη απόδειξη της μάταιης αγάπης μας δυο άστρα...
Ένα βράδυ όμως σβήστηκαν κι αυτά, μαζί με το αμοιβαίο πάθος μας
μια φορά μονάχα άργησα να ακουμπήσω με τις κρύες μου παλάμες τα μάτια σου
κι αμέσως έτρεξες να κρυφτείς σε άλλους κήπους...
  Τα κρύα χέρια, μου 'λεγες, πάνε να πουν πως είν' κανείς ερωτευμένος
και μέρα με τη μέρα τα δικά μου πάγωναν όλο και περισσότερο
εσένα μονάχα έμεναν το ίδιο ανυπόφορα ζεστά...

Συχνά έβγαινα στο μπαλκόνι να ψάξω αποδείξεις της γνωριμίας μας
  μονάχα το φεγγάρι μου έγνεφε συγκαταβατικά
κι ύστερα ερχόταν το ξημέρωμα κι ο ήλιος ήταν πια το έσχατο αποδεικτικό
πως κάποτε απ' το σώμα σου ξεχείλιζαν αηδόνια...
Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε!
-Ελπίδα!, της φώναζα
  είχε και τούτη τ' όνομα της έσχατης διαδικασίας
κι αντί γι' απάντηση έπαιρνα τα παλιά χαρτάκια μου και χανόμουνα στη λησμονιά...

Μονάχα κάποια βράδια θαρρείς και σ' άκουγα
  όταν σώπαιναν τα τριζόνια και τα νυχτολούλουδα της διπλανής αυλής
να τραγουδάς σχεδόν από μέσα σου μιαν αρχαία συμφωνία του έρωτα
-Σε μι ελάσσονα!, σου 'λεγα όταν μου την έπαιζες παλιά
  και τα σύννεφα έσκυβαν ν' ακούσουν τους προαιώνιους αναστεναγμούς
  όλων των πικραμένων άδοξων αποχαιρετισμών της γης...

Όσο για 'μένα ήταν σαν να σε είχα από πάντα φανταστεί
  σαν να πλάγιαζα κάθε βράδυ με ένα είδωλο, με μια ατελή σκιά
  και κάθε που ξημέρωνε την φανταζόμουνα απ' την αρχή...
Έτσι, πλασματικά κι αόριστα σ' αγάπησα
κι ας μην υπήρξες ποτέ σου,
πώς άλλωστε να ξεπεράσεις το ανύπαρκτο και το απ' το νου σου γεννημένο;

Όμως το χελιδόνι εκείνο που χτύπησε και δεν μπορεί πια να πετάξει
βαστάει στα χέρια του μέχρι και σήμερα την κατακόκκινή μου καρδιά
  κι εκείνη πλάι του και μαζί του αργοπεθαίνει σιωπηλά και αναβλύζει προσευχές για τους αδικημένους...

Πόσες "αγάπες" δεν τελείωσαν σαν έφυγε το καλοκαίρι κι ήρθε βαρύς ο Νοέμβρης της λησμονιάς;
Και πόσες υποσχέσεις είναι που ποτέ δεν ξεστόμισαν οι βάρβαροι;
-Λιποτάκτες!, έλεγε ο θείος και τον κρεμάσανε ένα βράδυ ανάποδα από μια συκιά
ενώ από κάτω άνθισε ύστερα από σαράντα μέρες ένα ολοκόκκινο χρυσάνθεμο...
  Το κόβανε, άνθιζε εκείνο γεμάτο περιφρόνηση ξανά και ξανά,
  το ξεριζώνανε, κι εκείνο γεννιόταν απ' το ξερό χώμα και πάλι,
περήφανο κι αγέρωχο, σαν τον θείο, πριν τον αναποδογυρίσουν και του περάσουν απ' τον λαιμό μια ειρωνική θηλιά,
  ώσπου με μια "τυχαία" πυρκαγιά έγιναν όλα ολοκαύτωμα
κι εκείνο ηττημένο κούρνιασε στο γκρι της γης και δεν ξεφύτρωσε ποτέ ξανά...

Και κανείς ποτέ δεν θα μάθει την ιστορία της δημιουργίας σου
  αφού όλα κατά πώς φαίνεται συνέβησαν στον λασκαρισμένο νου του ατόμου μου
μονάχα αυτοί που αγάπησαν τις ανοιχτόχρωμες ανταύγειες του ήλιου που φορούσες για μαλλιά
ίσως αυτοί θρηνήσουν λίγο πριν χαθούν πίσω απ' την ανθισμένη στον ξεχασμένο κήπο λεμονιά...
  Λίγο πριν αποχωριστεί ο κόσμος απ' την αγάπη μας
θα έχω γίνει αυτό που με χάρη κι απερισκεψία περισσή
εσύ ονομάζεις "παρελθόν" σου...

Πόσοι, άλλωστε, δεν χάθηκαν
  σε μια προσπάθεια να πατήσουν πόδι στο λευκό, τραχύ φεγγάρι;
Πόσοι δεν πνίγηκαν
  σε μιας "λιμνούλας" τα ύπουλα νερά;
Στου Παραδείσου τα μεγάλα δάση
  πόσοι τάχα δεν έγιναν τροφή για θεόρατα αρπακτικά πουλιά;

Τις μεγαλύτερες της ζωής μας αποφάσεις
ασφαλώς τις πήραμε μια νύχτα, στο ξύλινο κρεβάτι μουδιασμένοι
κι εκεί, μετά από λίγα χρόνια, τις μετανιώσαμε πικρά...

Και να που ύστερα από τόσες βόλτες που κάναμε χώρια
ύστερα από τόσες ανούσιες περιπλανήσεις σ' άλλα λιμάνια
  σε ξένα κρεβάτια
στην ίδια μικρή συνοικία θα βρεθούμε - δυο ξένοι πια - ξανά...
Συλλογιέμαι, αλήθεια, πως αν τύχαινε και διέθετα δυο ξύλινα κουπιά και λίγο αλάτι
  θα σου ΄φτιαχνα μια γαλάζια βάρκα και θα σε πήγαινα βαθιά στα μέχρι χθες γλυκά νερά...

Γι'αυτό τις νύχτες τ' αλυχτίσματα που ακούς
δεν είναι παρά οι κραυγές των κρεβατιών που δεν τ' αγγίζουν πλάι-πλάι
τα δικά μας κορμιά...

Κι ύστερα, και σ' αυτήν ακόμη τη φαντασία μου που 'μασταν μαζί,
πόσες φορές θαρρείς πως πρόφτασα
  να σε χαζέψω με ολόκλειστα τα μάτια
  σαν να 'σουν τάχα ευτυχισμένος
απαλά να με φιλάς;


Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Μίση και εαυτοί


Μισώ τα τακούνια μου.
Τα μισώ περισσότερο για τον ήχο
που έκαναν, καθώς έφευγα απ' τη ζωή σου.
Και ξέρω ποια είμαι - το ξέρω καλά.
Είμαι αυτή που φροντίζει να 'χει πάντα
στο δωμάτιο νερό, για να μη χρειαστεί να αντικρίσει
τον έξω κόσμο, ούτε για λίγο.
Είμαι αυτή που πήρε ένα παραμύθι
και το 'κανε, έτσι απλά, αλήθεια
για χάρη σου.
Έτσι έμαθα να σ'αγαπώ
μετουσιώνοντας το ψέμα σε στιγμές
και τις στιγμές σε αναμνήσεις.

Κάθε φορά που έκανα να σ'αγαπήσω,
σαν να το καταλάβαινες,
κι έφευγες μακριά μου.
Κάθε φορά που μάζευα το θάρρος της αβύσσου
κι ερχόμουνα με βήμα σταθερό
να απαιτήσω να μείνεις,
είχες ήδη το ένα πόδι έξω απ' τη ζωή μου.
Πάντα ήσουν έτοιμος γι' αποχώρηση
πάντα με νοσταλγία γύριζες στο εγώ σου
πάντα μου έκανες το θάρρος αλυσίδα τσακισμένη.

Κι εγώ μετρούσα
κι έκανα τον λογαριασμό
να δω αν θα μου φτάσουν
να σε συγχωρήσω.
Ξέρω καλά λοιπόν ποια είμαι.
Είμαι αυτή που πάντα τα βόλευε για να τ' αντέξει
και να δεχθεί μια "συγγνώμη"
που 'μενε παρ' όλα αυτά παραπονεμένα ανείπωτη.
Κι όμως, μέχρι και τα άφατα για 'σένα συγχωρούσα!
Μέχρι κι όσα δεν έλεγες, έφταναν για να σε δικαιολογήσουν
μέχρι κι όσα δεν έκανες, μου 'φταναν για να σε πιστέψω.

Και τώρα χτίζω
μ' όλες τις πέτρες που χρόνια μου 'ριχνε ο κόσμος
καθώς και με τη λάσπη που τόσο γενναιόδωρα
μου χάρισες εσύ,
χτίζω ένα σπίτι μοναχικό με μια μεγάλη σκάλα
και λιγοστά παράθυρα.
Έτσι θα ζήσω πάντα μακριά σου
και μακριά απ' τον κόσμο
και θα μιλάω μόνη μου
για κάποια μακρινή ευτυχία.
Είμαι αυτή που σ'αγαπάει τόσο
που για να σε προστατέψει ακόμη και μακριά σου
θ' αντέξει για πάντα να μείνει.
Θα πάρει τα τακούνια της
- αυτά που τόσο μίσησε λόγω μιας κάποιας
αποχώρησης -
θα πάρει και τα λόγια σου
- αυτά που μάλλον δεν τα βάσταξε
κι έτσι αποφάσισε να μείνει μακριά σου -
και θα σ' απαλλάξει επιτέλους απ' την τόσο αδιάκριτη 
αγάπη της.

Ξέρω καλά ποια είμαι, μισολησμονημένε μου άλλε εαυτέ.
Είμαι εκείνη που αγάπησε,
αλλά μάλλον δεν το 'κανε σωστά,
και το μόνο που σου έμεινε στο τέλος
ήταν η εντύπωση
μιας ασυγχώρητης αδιακρισίας.

Κι είναι πολλά τα λόγια που άκουσα στη ζωή μου.
Είναι πολλές οι μαχαιριές,
τα καυτά χαστούκια στο μάγουλο.
Μα σαν αυτά που ξεστόμισες εσύ, αθεόφοβε
κανένα!

Κι έτσι μισώ πια το ενδιαφέρον μου.
Το μισώ περισσότερο για τον τρόπο που επέλεξε να εκδηλωθεί
κι αισθάνθηκε το εγώ σου πως προσβλήθηκε...

Και μισώ τα "Συγγνώμη" σου.
Τα μισώ περισσότερο
γιατί ποτέ σου δεν τα είπες... 

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Τα "καληνύχτα" ενός ασυγχώρητου



Στη ζωή από τα λίγα πράγματα που ποτέ δεν λησμονούνται
Είναι τα "καληνύχτα" ενός ασυγχώρητου.
Η θέρμη, το τρέμουλο κάποιας σχεδόν ερωτευμένης αντρικής φωνής
Που σου τάζει σε μια του ευχή όλον τον κόσμο.

Δεν τον αγαπούσα.
Ώσπου μου χάρισε ένα τριαντάφυλλο
Και μου 'πε "Είσαι όμορφη".

Κι ο λαχειοπώλης εγκωμίαζε μικρά χαρτιά
Μιας κίτρινης, αργοπορημένης ευτυχίας 
Που ίσως να μην ερχόταν γιατί τρόμαζε
Απ' την απόρριψη στα μάτια των περαστικών
Που ίσως και να δίσταζε δηλαδή
Μήπως της κλείναμε κατάμουτρα την πόρτα. 

Και οι καφέδες  που πίναμε πότιζαν
Την αμοιβαία ανάγκη μας για κατανόηση.
Μέσα απ' τα μάτια του ένιωθα την ζαλάδα του κόσμου
- Απ' τις πολλές στροφές τα 'χασε κι αυτός τελευταία -
Άλλωστε, ως κι η γη με δική μας δουλειά στριφογυρίζει.

Βράδυ μου τα 'λεγε
Σχεδόν τραγουδιστά
Τα "καληνύχτα" του που αγιάζαν τη ζωή μου
Κι έτσι, με τον μοναδικό του αυτόν τρόπο
Τον ακαταμάχητο
Δολοφονούσε κάθε βράδυ την πίκρα
Που σαν σκοτεινιάζει δοκιμάζουν όλοι οι ρομαντικοί.
Είχε όμως σπουδαίο άλλοθι
- Μια τάχα ανιδιοτελή αγάπη -
Και ποτέ δεν έμπλεκε για το άγιο έγκλημά του.

Έγερνα το κεφάλι μου και το ξύλο ήταν κρύο
Σαν ματαιωμένη υπόσχεση.
Μα δεν είχε σημασία.
Τίποτα δεν είχε σημασία όταν μ' αγαπούσε.
"Είμαστε κάτι μισοτελειωμένα φωνήεντα
Μιας απαγορευμένης γραμματικής"
Του ψιθύριζα
Και μ' έκανε να τελειώσω
Για να μειώσει κάπως
- Ομολογώ αισθητά -
Αυτήν την πηγαία αίσθηση του ανολοκλήρωτου.

Δεν χτύπαγε η καρδιά μου δυνατά.
Ώσπου έσκυψε τρυφερά να την ακούσει.

Έπεφτε ο ήλιος πίσω απ' τον αγέρωχο έρωτά μας
Σαν πικραμύγδαλο κάποιου ετοιμοθάνατου Μάρτη
Κι εγώ που δεν περίμενα ποτέ να αμφιβάλω
Ομολογώ πως κάποτε άθελά μου
Γέμισα με μεγάλα ερωτηματικά τις σχισμένες σελίδες μας. 

Ένα φεγγάρι μου 'γραψε ένα γράμμα
Δεν πίστευα πως ήταν το άλλο μου μισό.
Ώσπου διάβασα 'κείνο το γράμμα.
Θα μ' έκανε, λέει, όσο μπορούσε ευτυχισμένη
Θα μου 'δειχνε μια αγάπη που εγώ (η άδικη) δεν πίστεψα
Θα μου 'δινε τ'αστέρια για παιδιά
Και θα τα φώναζε με τα αγαπημένα μου ονόματα
- Γνωστή η παράνοιά μου με την ονομασία -
Θα μ' έκανε πριγκίπισσα
Θα υποδυόταν, για χάρη μου, έναν πρίγκιπα με μακριά μαλλιά.
Αντ' αυτού μ' άφησε μονάχη μου.
Αόρατοι λυγμοί
Καυτό νερό στα μάγουλά μου
Σιωπές που κραύγαζαν μέσα στη νύχτα σαν λαβωμένα πουλιά
Σταγόνες από αγανάκτηση κι ατελέσφορη υπομονή
Και αμαρτία μου που 'βαλα κάποιον ασυγχώρητο
Σε όλα, μα όλα τα όνειρά μου.

Κι ύστερα κάθε μου λέξη
Μια σακατεμένη ικεσία 
Της σιωπής.
"Βρέχει"
Έλεγα ήρεμα στο κορίτσι απ' τον απέναντι καθρέφτη
Κι εκείνο δεν αποκρινόταν τίποτα
Μονάχα δάκρυζε 
Θαρρείς και του 'λεγα πιστά τον καιρό να μιμηθεί.

Μια βραδιά με κάλεσε σ' ένα ξένο όνειρο
Εξεπλάγην βεβαίως
Μα όπως πάντα τον ακολούθησα.
Δεν είπε τίποτα εντυπωσιακό
Δεν ανέφερε στίχους από μεγάλες αρχαίες αγάπες
Μονάχα χόρεψε μαζί μου για λίγο
Μου δάνεισε λίγο απ' το γέλιο του
Δούλεψε στα γρήγορα λίγα ψέματα για το δρόμο
Και στο τέλος με έδιωξε ευγενικά
Μ' ένα βιαστικό φιλί στο μάγουλο. 

Πέρασαν χρόνια
Κι ακόμη το δέρμα κάτω απ' το δεξί μου μάτι
Καίει.
Η παλάμη του ζεστή
Μου σημάδεψε αιώνια τη ζωή μου.
Δεν τον αγαπούσα τόσο αβάσταχτα.
Ώσπου μ' αγκάλιασε και κοιμηθήκαμε μαζί. 

Κι αν κλαίω σπαραχτικά κάθε βράδυ 
Είναι που αποζητά η καρδιά μου τα "καληνύχτα" 
Που κάποτε ένας ασυγχώρητος τόλμησε να μου πει. 
Δεν τον είχα και για τόσο αξεπέραστη πληγή. 
Ώσπου έπαψα ν' ακούω τη φωνή του κάθε βράδυ.

Να 'μαι λοιπόν σήμερα να πλαγιάζω
Άδεια από το άκουσμα της "καληνύχτας" του.
Κι εκείνος, ασυγχώρητος,
Δειλός, εσωστρεφής
Θα τρέφει με τις αναμνήσεις του για πάντα
Την αγάπη μου την κρυφή. 

Δεν τον αγαπούσα.
Ώσπου τον αγάπησα πολύ... 


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Γεωργία Κολοβελώνη - Χωρίς αποσκευές


Ένα τρένο ταξιδεύει δίπλα στη θάλασσα
Εκείνο που δεν πήρα
Για να 'ρθω να σε βρω

Σφυρίζει η ατμομηχανή του
Αγκομαχητά αβέβαιων ερώτων
Την ταΐζω θλίψη
Καίγεται γρήγορα
Έχω - ευτυχώς - περίσσευμα από δαύτη αρκετό

Μια κυρία στην πρώτη θέση
Φτιάχνει το καπέλο της
Καθησυχάζει ένα μικρό αγόρι
Που φοβάται
Μην φοβάσαι μικρέ
Τα ψίχουλα στις ράγες θα σου δείξουνε πάλι τον δρόμο
Ο εισπράκτορας ελέγχει αποκόμματα
Αναμνήσεων
Σχίζει στην άκρη ένα μικρό ξεχασμένο όνειρο
Το μικρό αγόρι κλαίει
Θυμάται ένα κορίτσι
Με ένα κίτρινο φόρεμα
Σε μια αποβάθρα
Δεν είναι να την ξαναδεί
Το ξέρει πως δεν θ' ανέβει ποτέ στο τρένο
Που ταξιδεύει δίπλα στη θάλασσα

Εκείνο που δεν πήρα
Για να 'ρθω να σε βρω


         Από τη συλλογή της Γ. Κολοβελώνη
           "Ιστορίες με λυπημένη αρχή"

(Ευχαριστώ πολύ τον φίλο μου, Λευτέρη)

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Μια πικρή ιστορία


Κάποτε ήταν μια πικρή ιστορία
διαφορετική από όλες τις ιστορίες αγάπης,
τα παραμύθια με το όμορφο τέλος
ή έστω και με τους σπουδαίος αποχωρισμούς...

Σ'αυτή την ιστορία ούτε καν ένας αποχωρισμός κινηματογραφικός
και μεγαλοπρεπής δεν άξιζε - ούτε καν αυτός.

Κάποτε ήταν μια πικρή ιστορία
ίσως με λίγη επιείκεια να μπορούσε κανείς να την πει
και "ιστορία αγάπης" - μα σίγουρα ήταν πικρή
ακόμη και γελοία...

Σαν την πιο άσχημη γεροντοκόρη του κόσμου ήταν αυτή η ιστορία
τόσο αστεία όσο και θλιβερή.

Πίσω από το παραμορφωμένο πρόσωπό της λοιπόν
αυτή η ιστορία είχε ένα παρελθόν σχεδόν καθολικά λησμονημένο
κι ένα παρόν απρόσμενο και βλοσυρό
όπως καμιά ιστορία αγάπης ποτέ δεν γνώρισε...

Κι έσερνε η ιστορία μας έναν σταυρό που κουβαλούσε χρόνια
κι έτσι περνούσε ο καιρός και μέρα με τη μέρα γέρναγε όλο και περισσότερο.

Δεν μιλούσε - είχε βλέπετε προσφάτως εκτεθεί σε κάποια
καλοβολεμένα μυστικά και πού θάρρος να τα αποκαλύψει
κι έμαθε έτσι να ζει μες στην απόγνωση και την άδικη μοίρα της
κύλαγαν οι μέρες και παρέμενε γραφική και σκοτεινή...

Όπως το σβησμένο πέτρινο τζάκι στο μεγάλο άδειο σαλόνι
που κανείς πια δεν νοιαζόταν να τ' ανάψει.

Κάποτε ήταν μια πικρή ιστορία
που δεν έμοιαζε με τις άλλες ιστορίες αγάπης
και κανείς ποτέ δεν θα μάθει γι'αυτή
εκτός κι αν μια μέρα αποφασίσω να τη γράψω σ' ένα ποίημα...

Μα και τότε ακόμη, ποιος θα νοιαστεί να μάθει
για μια ιστορία αλλόκοτη, γελοία και θλιβερή;

Έμεινε λοιπόν η ιστορία μας άρρητη και παραπονεμένη
και απ' τα βάθη του άφατου ψιθύριζε το βράδυ μόνη της προσευχές
και τις μέρες που δεν είχε πια ελπίδα για ένα όμορφο τέλος δίκαιο και σωστό
ζητούσε έστω απ' το Θεό, την Τύχη ή την Μοίρα έστω έναν ανάλογο αποχαιρετισμό...

Γιατί όπως στα κρυφά φεύγουν οι κλέφτες χωρίς να αφήσουνε σημάδια και γιατί
έτσι ξεγλίστρησες κι εσύ απ' την ιστορία αυτήν την πικρή.

Και κανείς ποτέ δεν θα μάθει τον μεγάλο αυτόν καημό μου
κανείς ποτέ δεν μάθει πως έφυγες μια νύχτα μακριά μου
δεν θα το μάθει ούτε καν αν σκύψει κοντά κι ακούσει τους λυγμούς της καρδιάς μου
γιατί κι εκείνη ακόμα ντρέπεται την αλήθεια δυνατά να πει...

Μονάχα κάτι αδέσποτα σκυλιά, κάνα δυο περαστικοί και κάτι παιδιά που 'παίζαν παρακάτω
μονάχα αυτοί ίσως γνωρίζουνε το πώς σήκωσες το πόδι κι έκανες το πρώτο σου βήμα έξω απ' τη ζωή μου.

Κάποτε ήταν μια πικρή ιστορία
μα, ας είναι, τι να γίνει που τα 'φερε έτσι η ζωή κι ήταν πικρή;
Ίσως μάλιστα να μην είχα τι να γράψω
αν ήταν σαν όλες τις κοινές, τόσο παρ' όλα αυτά αγαπητές, ιστορίες αγάπης κι αυτή...

Όσο για 'σένα, μικρέ κλέφτη, μην μου αγχώνεσαι
κανείς ποτέ δεν θα μάθει από 'μένα πώς έφυγες, εκτός κι αν κάποτε το γράψω σ' ένα ποίημα...

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Έτσι θα πεθάνω



Μόνη μου.
Μπορεί και βαριά άρρωστη.
Έτσι θα πεθάνω... 

Μια νύχτα του καλοκαιριού
Ίσως και δίπλα από τη θάλασσα
Θα φυσήξει λίγο παραπάνω έξω απ' την κάμαρή μου
Κι έτσι θα πεθάνω. 

Θα φοράω κάποιο αεράτο φόρεμα
Και τα μαλλιά μου θα 'ναι ένας κότσος πάνω απ' τις αναμνήσεις μου
Δεν θα 'μαι γερασμένη πολύ
Δεν θα 'χω προλάβει να γεράσω...

Και φυσικά κανείς δεν θα 'ναι 'κει
- Αλήθεια, ήταν ποτέ κανείς εκεί για 'μένα; -
Μέσα στη μοναξιά τη ζωή μου θα 'χω ζήσει
Κι από την ίδια αυτή τη μοναξιά θα λυτρωθώ.

Και τα χιλιάδες μικρά καμπανάκια του παρελθόντος
Θα κουδουνίσουν για τελευταία φορά καθώς ξημερώνει η νύχτα 
Θ' αδειάσει λίγο αλάτι η θάλασσα σε κάποια σημαδεμένη ακτή 
Και θα 'ρθει ύστερα ο μαύρος άντρας να μου σταματήσει την ανάσα...

Τότε τα παιδικά μου χρόνια
Και εκείνα της αλλόκοτης εφηβείας μου 
Θα χαμογελάσουν - ίσως για πρώτη φορά θα χαμογελάσουν -
Και θα με βοηθήσουν να κλείσω ευκολότερα τα μάτια μου.

Κι εγώ θα χαμογελάσω
Μάλιστα, με εκείνο το ειρωνικό, σχεδόν γελοίο χαμόγελο
Που ποτέ στη ζωή μου δεν θα 'χω καταφέρει ούτε να προσποιηθώ
Κι έτσι, χαμογελώντας σχεδόν, έτσι θα πεθάνω. 

Δεν θα 'σαι βέβαια εκεί 
Δεν θα 'ταν στ' αλήθεια θάνατος αν ήσουνα εκεί
Θα 'χω ίσως χρόνια να σε δω και να σ'ακούσω
Και πεθαίνοντας θα χάσω για πάντα τη μοναδική ζωή που κάποτε σε είχα...

Τέτοια "λάθη" βλέπεις, μόνο μια φορά συμβαίνουν
Τέτοιες σπάνιες εξαιρέσεις μόνο σε μια του ζωή συναντά κανείς
Και αν! - που θα σχημάτιζαν και οι φίλοι μου, το "α" και το "ν"
Δεν θα 'σαι λοιπόν εκεί καθώς θα πεθαίνω.

Κάποια νύχτα λοιπόν του καλοκαιριού
- Του Αυγούστου ίσως
Αφού όλα τα σημαντικά πράγματα στον κόσμο Αύγουστο γίνονται -
Κανείς δεν θα το προσέξει, μα κάποιο αστέρι θα κάνει μια μεγάλη βουτιά στο κενό...

Κι ύστερα θα με βρουν ίσως οι γείτονες
Λίγες μέρες αργότερα
Σ' ένα δωμάτιο γεμάτο αναμνήσεις και στιχάκια 
Νεκρή...

Νεκρή...και λυτρωμένη.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Δεκαεφτά ορισμοί για το Εσύ



Με ρωτάς λοιπόν γιατί γράφω.
Γράφω γιατί δεν ξέρω δυστυχώς να ζωγραφίζω όμορφα
ώστε ν' αποτυπώσω κάπου ανεξίτηλα
τα χέρια - ω, τα χέρια σου τα αγαπημένα -,
τα μάτια σου που όλο και ξεχνώ
το χρώμα τους στον ήλιο,
τα χείλη, τα μαλλιά σου
καλοραμμένα απ' τον Θεό και τις μαγικές του βελόνες.

Μα και να ήξερα να ζωγραφίζω ακόμη
θα 'ταν δύσκολο, αγάπη μου, να χωρέσω
τόσο περήφανο περπάτημα,
τόση υπόσχεση ανοργάνωτη και ξαφνική,
τόσα μενεξεδένια όνειρα και λόγια,
τόσο, τόσο Εσύ!

Γράφω για να σου θυμίζω
πως υπάρχεις.
Δεν σε φαντάστηκα...

II.

Ω, χλωμό εσύ της μνήμης νεκροκρέβατο
τραγούδι ξεχασμένο στα χείλη των γερόντων
και προαιώνια δύναμη του ν'αγαπάς
και ν'αγαπιέσαι.
Εσύ αστέρι και κρυφή της νοσταλγίας φεγγαρόσκονη
εσύ ασημένια μου κλωστή σε άχρηστο νυφικό πέπλο
εσύ ύπουλο, λευκό χιόνι στην μοιραία βουνοκορφή
- να ξεγελάς τους ορειβάτες που έχουν μια φευγαλέα ελπίδα
της υπέρτατης επικινδυνότητας για κάποια θέα απατηλή.

Στην άδικη ζωή μου
μοναδικό μου χέρι να πιαστώ
έτσι που να μην μοιάζει με μακρινή ουτοπία
η δικαίωση
- όπως εκείνη η άθλια, που με κορόιδευε από καιρό
τι σημασία έχει;
Προχθές εγώ έμπαινα στο πανεπιστήμιο
κι εκείνη μοίραζε απ' έξω ανόητα διαφημιστικά...
Έτσι, βεβαιώθηκα πως εγώ ζούσα τ' όνειρό μου
κι αυτή επιβεβαίωνε την προαιώνια αναπηρία της
κι ούτε καν είχαν ενδιαφέρον τα βρόμικά της διαφημιστικά! -
στην ανοησία του κόσμου
η άλογη σωφροσύνη που ζητούσα από καιρό
εσύ!

ΙΙΙ.

Και σ'αγαπώ
όπως κανείς ποτέ δεν θα τολμούσε ν' αγαπήσει
ένα ψέμα. 

Ένα αλλόκοτο, λαθεμένο παραμύθι
σχεδόν κυνικό,
που κάπου βαθιά πίσω απ' τη στίξη του
κρύβει έναν κόσμο ολότελα ξένον.

Υπάρχεις.
Κι αν όχι, υπήρχες κάποτε.
Είσαι το σύννεφο πάνω από μια θάλασσα πορφυρή
ο ελαιώνας στην καρδιά μιας Μεσογείου ξερής και φτωχής
η άνοιξη, η άνοιξη σε ενός χειμώνα τη βροχή
το μουσκεμένο σεντόνι μιας μοναξιάς στεγνής.

Είσαι το φως
είσαι το μάρμαρο
και το γλυπτό μαζί
είσαι τα χέρια που σμιλεύουν έναν Θάνατο
και τα χρώματα που κάνουν μιαν Αυγή.

ΙV.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΥΓΗ

Κάποτε ήτανε ένας Θάνατος
κι αγάπησε μια κόρη ντροπαλή 
δεν την πλησίαζε, από μακριά μόνο την κοίταγε
καθώς άλλαζε χρώματα, μια ήταν ίριδα, μια ροδαλή. 

Εκείνη τον κατάλαβε
φοβήθηκε η καημένη 
δεν είχε φήμη άριστη 
κι αν φύγει η Αυγή, μετά τι μένει;

Εκείνος ντράπηκε πολύ 
για το κατάμαυρο εγώ του
ήθελε για πάντα να εξαφανιστεί
μα πού να βρει ο ίδιος ο Θάνατος τον εσκεμμένο θάνατό του;

Έτσι μονάχα σώπασε 
δυστυχισμένος σαν ορφανό παιδί
κι αιώνια συνέχισε
να παίρνει κάθε τόσο κι από μια ζωή... 

V.

Υπήρξες.
Τότε που σου 'παιζα πως τάχα μ' έβλεπες για πρώτη σου φορά
πως ήμασταν δυο άγνωστοι, αμοιβαία γοητευμένοι
προφητικό θαρρείς - έστω κατά το ήμισυ
αφού τώρα γινήκαμε δυο άγνωστοι στ' αλήθεια!

-Και πώς μπορείς, αλήθεια,
να γίνεις ένας ξένος
για 'κείνον που κάποτε
άκουγε σιωπηλά
να χτυπάει η ερωτευμένη σου καρδιά;-

Ζήταγα να μου χαρίσεις έναν ουρανό
κι έκανες λες και σου ζήταγα κάτι αδύνατο
δεν σου 'πα δα και να μ'αγαπήσεις!
Ούτε έναν ουρανό να φτάσω
και να γυρίσω πάλι πίσω
δεν άξιζα;

VI.

Σ'αγαπώ 
όπως κανείς ποτέ δεν θα τολμούσε ν'αγαπήσει
ένα λάθος που 'ναι πέρα για πέρα σωστό.

Και σ'αγαπώ
γιατί ποιος άλλος
πέρα από 'μένα
θα μπορούσε ποτέ να αγαπήσει
τόσο όμορφα,
αυθαίρετα,
καρτερικά
ένα ατελές, ρημαδιασμένο παραμύθι;