Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Αν μου λείπει κάτι



Αν μου λείπει κάτι
είναι οι χαρές που ποτέ δεν προλάβαινα να ζήσω.
Μου λείπει ο άντρας που ποτέ δεν ερωτεύτηκα
Μου λείπει η μεγάλη σχέση που ποτέ δεν έκανα
Μου λείπει η σπουδαία αγάπη που ποτέ δεν ήρθε
Μου λείπουν οι στιγμές που ποτέ δεν έζησα
Μου λείπουν τ' αληθινά "σ' αγαπώ" που ποτέ δεν είπα
και ποτέ δεν άκουσα 
Μου λείπει η δικαιοσύνη που ποτέ δεν αισθάνθηκα 
Μου λείπει η ομορφιά του κόσμου που ποτέ δεν κατάφερα να δω
Μου λείπουν τα ζεστά βράδια της στοργής που ποτέ ο Θεός δεν μ' άφησε να ζήσω
Αν μου λείπει κάτι
είναι ο άντρας που ποτέ δεν ερωτεύτηκα
και το φως που ποτέ δεν κατάφερα να αντικρίσω. 

Κι η σπουδαία αγάπη
ποτέ δεν ήρθε... 



Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Ή μήπως...Ζωή;



νιώθοντας τα φιλιά σου στο λαιμό μου
αναρωτιέμαι αν είναι αυτό η ευτυχία
μα η νύχτα μας λούζει απόψε με τις πρώτες φθινοπωρινές μπόρες
κι αφού το μέτρο σύγκρισής μου χρονολογείται στο πολύ μακρινό παρελθόν
είναι δύσκολο ν' απαντήσω στο ερώτημά
που προφανώς σε μία κρίση μαζοχισμού και αυτοκαταστροφικότητας
έθεσα μόνη μου

αν αυτό που είχα ζήσει κάποτε κι αποκαλούσα "ευτυχία"
ήταν κάτι σαν το τωρινό
θα μπορούσα εύκολα να δώσω μιαν απάντηση
το πρόβλημα είναι πως ούτε το θυμάμαι αυτό το κάποτε
μα ούτε και νομίζω πως είχε κάποια σχέση με το τώρα

αν όταν λούζεις τα μαλλιά μου έβρισκα έναν τρόπο να παγώσω τον χρόνο
να στερήσω απ' τη στιγμή την ιδιότητά της να περνάει και να χάνεται
ίσως τότε να μπορούσα να εξαγάγω ένα συμπέρασμα για την ουσία της επιβίωσής μου
ίσως τότε να ήξερα έστω αν άξιζε τελικά τον κόπο η προσμονή μου

αν τη στιγμή που χωμένος ανάμεσα στα πόδια μου γίνεσαι ένα μαζί μου
μπορούσα να βγω απ' το σώμα μου και να γίνω μια άλλη
που παρατηρεί αόρατη την προαιώνια πράξη συνένωσης
και συνενοχής στην από κοινού αμαρτία
ίσως τότε μπορούσα να πω με σιγουριά πως σε θέλω
ίσως τότε μπορούσα να επενδύσω με ασφάλεια στο κοινό μας μέλλον
που τόσο μου ζητάς μέσα στην ανασφάλειά σου
και με μάτια παιδιού προσμένεις μια σίγουρη απάντηση 

και αν καθώς κοιμάμαι δίπλα σου
μπορούσα να κλέψω μια στιγμή του ονείρου σου και να την κάνω δική μου
ίσως τότε καταλάβαινα αν στ' αλήθεια σ' έχω αγαπήσει
και ίσως ήμουν λίγο παραπάνω βέβαιη για την αμοιβαιότητα των αισθημάτων
που δεν ντραπήκαμε τόσο νωρίς να ξεστομίσουμε πως έχουμε 

μα όλα αυτά στέκομαι ανίκανη βεβαίως να τα πραγματώσω
κι όταν από τη θέση του συνοδηγού ακούω κάποιο τραγούδι που με θλίβει
κι έχω εκείνη την - γνωστή μου πια - πικρή γεύση στο στόμα
σε νιώθω ν' αναρωτιέσαι μυστικά μέσα σου τι μπορεί να σκέφτομαι
και να κοιτάς το προφίλ μου στωικά κι απαραπόνετα

κοιτώντας σε τα μάτια μου ρωτούσαν γιατί τόλμησες να μ' αγαπάς
μα εσένα - που δεν ήσουν φαίνεται ακόμη άριστα εκπαιδευμένος στο να τα διαβάζεις -
σου ξέφυγε το "γιατί" και το αντικατέστησες με "αν"
έτσι σε βόλεψε βλέπεις και το ταίριαξες
και μου απάντησες χωρίς κανέναν δισταγμό
"πιο πολύ κι απ' τη ζωή μου"
(ή μήπως...Ζωή;)

και αλήθεια, αγάπη μου, πόσο άλλαξε η ζωή σου;
σίγουρα όχι όσο η δική μου
που απ' την πολλή μετάβαση τρέμει και τρομάζει
κι αναρωτιέται αν εννοούσες ζωή ή Ζωή

μ' άφησες σπίτι κι απόψε κλείνοντας μετά από παράπονα την πόρτα του ασανσέρ
κι αν τώρα κοιμήθηκες κι ίσως νομίζεις πως είμαι όσα φαίνομαι
και λέω όσα νιώθω
ποτέ δεν θα μάθεις αυτά που τώρα γράφω για 'σένα
ή μάλλον...εξαιτίας σου
και ποτέ δεν θα καταλάβεις τα πάντα από 'μένα
απλά γιατί ποτέ δεν θα αφεθώ να σου τα δείξω

αν κάθε φορά που με ξυπνούσες τρίβοντας το σώμα σου στο δικό μου
μπορούσα να δω στα μάτια σου το αντικαθρέφτισμα απ' την τότε ζωή
(ή μήπως...Ζωή)
σου
ίσως τότε κατόρθωνα να δηλώσω με σιγουριά πως την υπόλοιπη θα την μοιραστείς μαζί μου
και ίσως τότε και εσύ να ησύχαζες για πάντα
και ν' άφηνες πίσω την μέχρι τώρα ζωή
(ή μήπως...Ζωή)
που είχες
χωρίς να έχεις ιδέα ότι κάπου στον κόσμο
υπήρχα κι εγώ
και περίμενα εσένα

μα όλα αυτά που τόση ώρα απαριθμώ μ' ανοησία
ποτέ δεν θα γίνουν στην πραγματική ζωή
κι ίσως μόνο σε μια της φαντασίας μου κάποτε να καταφέρω
μα κι αυτό πάλι δε νομίζω πως θα 'ναι αρκετό
κι έτσι σ' αφήνω να σκέφτεσαι τώρα τη ζωή/Ζωή
και σου δίνω και το ελεύθερο να βάλεις το πρώτο γράμμα μικρό
ή αν θέλεις να βάλεις αυτό το οδυνηρό για 'μένα κεφαλαίο
χωρίς ποτέ άλλωστε εγώ να το μάθω
όπως κι εσύ ποτέ δεν θα μάθεις κάτι τέτοια βράδια με τις πρώτες φθινοπωρινές μπόρες
ποιο είναι εκείνο το κεφαλαίο γράμμα
που σκέφτομαι εγώ



Ζητάς - Νίκη Ταγκάλου


Έχεις την απαίτηση
να πέσω μέσα στην φωτιά και αλώβητη να βγω.
Έχεις την απαίτηση να τρέχω μέσα στην βροχή ξυπόλυτη
και η υγρασία να μην με αγγίζει.

Ζητάς θυσίες εις το όνομα της αγάπης.
Εσύ όμως ξέρεις να αγαπάς;
Πώς ζητάς τον θάνατο του άλλου όταν εσύ
αρνείσαι να πεθάνεις;

Σε αγγίζει η ανιδιοτέλεια τoυ έρωτα;
Ζητάς εγώ να κατεβάσω τα αστέρια μέσα στα χέρια σου
και αναρωτιέμαι, εσύ θα μου χάριζες ποτέ το φεγγάρι;

Ζητάς εγώ να γίνω άνδρας στην θέση του άνδρα,
φορώντας φόρεμα και ψηλά τακούνια.
Εσύ ζητάς έρωτα με προϋποθέσεις
αλλά εγώ ήρθα μόνη μου, δεν έφερα τίποτα μαζί μου.
Ό,τι κουβαλούσα στα χέρια μου ήταν μόνο η αγάπη μου
και το πάθος μου για σένα.

Πώς ζητάς σπασμούς καρδιάς, όταν αυτήν την καρδιά
την αφήνεις κατάχαμα να σέρνεται και να λιγοψυχά;

O δικός μου έρωτας με έφερε τελείως γυμνή στο κατώφλι σου
και ήταν στο χέρι σου να με ντύσεις.
Αυτό... έπρεπε να το κάνεις εσύ...


Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Φθινοπωρινή Ιστορία - Ασημίνα Ξηρογιάννη

 
 
Ραντεβού το φθινόπωρο λοιπόν!
Για να δώσουμε συνέχεια στην ιστορία μας.
Το ζήτημα είναι αν θα  μας ξανάρθουν οι λέξεις
ή  αν χάθηκαν για πάντα μέσα στους λαβυρίνθους
των καλοκαιρινών μας περιπλανήσεων.
 
 
Διάβαζα για τον εραστή μιας πόρνης
που την έλεγαν Λου
Τόσοι άντρες μπαινόβγαιναν στο σώμα της
μόνο ένας κατάφερνε να την αποπλανεί
προλαβαίνοντας ακόμα και την ίδια την νύχτα.
 
 
Και θέλω να σου διηγηθώ αυτήν την ιστορία ολόκληρη,
όταν αποκαμωμένοι από τον έρωτα,
θα χαλαρώνουμε στο κρεβάτι
και θα βυθιζόμαστε ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου
φροντίζοντας μην μας πέσει κάτω κανένα βλέμμα.
 
 
Ποιο μήνα του φθινοπώρου αυτή τη φορά;
Σεπτέμβρη ίσως ή Νοέμβρη
θα εξιλεωθείς για την καλοκαιρινή σου προδοσία;
 

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Τι θέλεις πραγματικά;



  Όταν κατέβηκε - κάπως ελάχιστα αργοπορημένη, ή μάλλον κάπως εκείνος πάντα ακριβώς στην ώρα του - δεν τον βρήκε να την περιμένει. Κοίταξε γύρω της, πουθενά. Έβγαλε το τηλέφωνο, να του τηλεφωνήσει, μα άκουσε τον γνώριμο ήχο από μια κόρνα, ήχο ελαφρώς διακεκομμένο, και τότε είδε το αυτοκίνητό του, παρκαρισμένο στο διπλανό τετράγωνο, κι εκείνον μέσα να την περιμένει από τη θέση του οδηγού. Εξεπλάγη που δεν είχε κατεβεί να την υποδεχτεί. Μπήκε μέσα και εκείνος την φίλησε. Όμως όχι όπως συνήθως. Συνήθως την περίμενε όρθιος και την σήκωνε με τα δυνατά του μπράτσα, την σβούριζε γύρω-γύρω και τη φιλούσε για ώρα, κι ας ήξερε πως από το μπαλκόνι τους έβλεπε και τους δύο η μαμά της. Μα τώρα της έδωσε ένα μικρό φιλί, μάλιστα καθισμένος, και έβαλε μπρος. Κάτι τον απασχολούσε, κάτι δεν πήγαινε καλά...
   Θα έκαναν βόλτα στην Θεσσαλονίκη. Τη γύρισαν όλη, πέρασαν από την καρδιά της, κι έφτασαν στα άκρα της. Κι εκείνος δεν είχε πει τίποτα. Τίποτα σχετικό με αυτό που τον στενοχωρούσε. Της έλεγε απλά, όπως πάντα, πόσο του είχε λείψει, τη ρωτούσε πώς είχε περάσει την προηγούμενη νύχτα, εξέφραζε την παράλογη ζήλια του, και ύστερα της χαμογελούσε και της κρατούσε το χέρι. Και άπαξ και της κρατούσε το χέρι, δεν το άφηνε με τίποτα. Ούτε καν για ν' αλλάξει ταχύτητα...
  Κι έτσι κύλησε όλο το βράδυ τους... Κουρασμένος εκείνος, δουλειά και μετά προπόνηση και μετά τρέξιμο και ξεκούραση μηδέν, χωρίς όμως ποτέ να παραπονιέται ούτε λίγο για τα πονεμένα χέρια του, για τα πόδια του που δεν τον κρατούσαν πια. Μόνο έλεγε συνέχεια πόσο πολύ ανάγκη το είχε να περνά χρόνο μαζί της. Έστω και χωρίς να κάνουν τίποτα το συγκεκριμένο. Κι εκείνη δίπλα του κοίταζε απ' το παράθυρο τα άλλα αμάξια να περνάνε, κι ύστερα κοίταζε τα φώτα της πόλης που έμεναν πίσω, και τα σπίτια και τους δρόμους και τα μαγαζιά... Κι ένιωθε εκείνο το πρωτόγνωρο για 'κείνη συναίσθημα, πως κι αυτή κάτι αφήνει πίσω, για πρώτη φορά. Δεν του ζήτησε καν να μην τρέχει τόσο, όπως πάντα έκανε. Τόσο ελεύθερη ένιωθε. Τόσο της άρεζε να αφήνει όλα αυτά τα στάσιμα πράγματα πίσω της...
   Εκείνος κοιτούσε το προφίλ της. Γυάλιζαν τα μαλλιά της, τα έλουζαν τα φώτα της πόλης και ίσως, κάποιες από τις άκρες τους, το φως του φεγγαριού. Τι σημασία είχε άλλωστε η πηγή του φωτός; Εκείνα έλαμπαν και έκαναν τον κόσμο όλο να λάμπει. Χάιδευε τα γυμνά πόδια της, για δευτερόλεπτα ευχόταν να ξάπλωναν αυτή την ώρα στο κρεβάτι του, να μπορούσε να ασχοληθεί λίγο παραπάνω μαζί τους...
  Και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.
-Πώς και δεν μου είπες να μην τρέχω τόσο πολύ;
  Τη ρώτησε.
-Δεν τρέχεις και τόσο.
  Του απάντησε.
-Δεν μου μιλάς... Τόση ώρα τρέχω πολύ, μπας και μου μιλήσεις, έστω και για να μου πεις να πηγαίνω πιο σιγά.
  Έτσι είπε, κι εκείνη συγκινήθηκε και του 'δωσε ένα απαλό φιλί στο μάγουλο.
  Είχε παρατηρήσει πως, κάθε φορά που απεγνωσμένα αναζητάς λίγα δευτερόλεπτα για μια τρυφερή στιγμή, όλα τα φανάρια συνωμοτούν και γίνονται πράσινα και δεν σ' αφήνουν να δείξεις την βαθιά αγάπη σου! Κι εκείνη αυτό ένιωθε, πως δεν είχε ούτε λίγα δευτερόλεπτα να του δείξει πως τον αγαπάει, πως, ακόμη κι αν μοιάζει μερικές φορές χαμένη στις σκέψεις τις, ακόμη κι αν είναι μερικές φορές χαμένη στις σκέψεις της, δεν φεύγει απ' το νου της...
   Κι εκείνος, θαρρείς και το κατάλαβε, πάρκαρε κάπου πρόχειρα, έβγαλε τη ζώνη του και άρχισε να δείχνει τη δική του αγάπη, τη δική του βαθιά, αστέρευτη, ακλόνητη αγάπη, που τόσο πολύ εκείνη άξιζε και τόσο είχε στερηθεί τόσα χρόνια...
  Και αγαπήθηκαν. Έτσι, απλά. Και θ' αγαπιόντουσαν έτσι για πάντα...
  Συνέχισαν τη βόλτα τους... Ήταν ωραία η νύχτα, κι ας την ανάγκασε να φορέσει την κίτρινη ζακέτα της - Σεπτέμβρης πια. Μύριζε, λέει εκείνος, κι αυτή η ζακέτα της, όπως όλες, πανέμορφα. Της έδειξε τα διάφορα μέρη που είχε δουλέψει τα τελευταία χρόνια, τους δρόμους που έκανε κόντρες με το αυτοκίνητο, τα στενά που κοντοστάθηκε παραπατώντας μεθυσμένος, τα μπαράκια που έβγαινε με τους φίλους του. Κι εκείνη τ' άκουγε όλα με προσοχή, και ευχόταν μια μέρα να 'χουν άλλες τόσες εμπειρίες, σε άλλα τόσα μέρη, οι δυο τους...
  Κι εκείνο που τον απασχολούσε απ' την αρχή δεν αποκαλύφθηκε παρά μόνο στο τέλος της βόλτας τους. Πάρκαρε κάτω από το σπίτι της και την καληνύχτισε γλυκά, όπως πάντα. Εκείνη τον κοίταξε. Τρυφερά κι αυτή, αλλά με μια εμφανή απορία.
  Κι εκείνος την κοίταξε. Σκέφτηκε για λίγο. Ήταν μάλλον τα δευτερόλεπτα που έκαναν οι λέξεις για να βγουν επιτέλους. Και στο τέλος τα βαρυσήκωτα ερωτηματικά που έσερναν από πίσω τους.
-Τι θέλεις πραγματικά; Τι είναι αυτό που θέλεις, μάτια μου;
  Τη ρώτησε.
  Δεν απάντησε. Τον φίλησε μόνο, γλυκά, τρυφερά, για πολλή ώρα. Του χάιδεψε το λαιμό, άγγιξε το μάγουλό του. Κράτησε το χέρι του, έμπλεξε πρόχειρα τα δάχτυλά της στα δικά του και τον ένιωσε. Ύστερα τα ξέμπλεξε απαλά, άνοιξε την πόρτα και μπήκε σπίτι της.
  Κι εκείνος δεν ρώτησε ξανά τίποτα.
  Κι εκείνη δεν το σχολίασε άλλο. Κι αν την ρωτήσεις, δεν ξέρει κι ούτε φαντάζεσαι τι μπορεί να τον έκανε να ρωτήσει κάτι τέτοιο. Τι μπορεί να τον απασχόλησε, τι έναυσμα του έδωσε, αν του έδωσε, εκείνη. Δεν ξέρει αν ίσως έκανε εκείνη κάτι που τον προβλημάτισε. Αν από τη συμπεριφορά της εκείνος συμπέρανε πως ίσως θέλει κάτι άλλο. Κάτι που δεν έχει...
  Αλλά, τι σημασία έχει γιατί νόμισε εκείνος κάτι τέτοιο; Τι σημασία έχει, αφού είχε κάνει λάθος... Αφού εκείνη δεν θέλει πια κάτι άλλο. Δεν θέλει πια κάτι που δεν το έχει...