Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Τι θέλεις πραγματικά;



  Όταν κατέβηκε - κάπως ελάχιστα αργοπορημένη, ή μάλλον κάπως εκείνος πάντα ακριβώς στην ώρα του - δεν τον βρήκε να την περιμένει. Κοίταξε γύρω της, πουθενά. Έβγαλε το τηλέφωνο, να του τηλεφωνήσει, μα άκουσε τον γνώριμο ήχο από μια κόρνα, ήχο ελαφρώς διακεκομμένο, και τότε είδε το αυτοκίνητό του, παρκαρισμένο στο διπλανό τετράγωνο, κι εκείνον μέσα να την περιμένει από τη θέση του οδηγού. Εξεπλάγη που δεν είχε κατεβεί να την υποδεχτεί. Μπήκε μέσα και εκείνος την φίλησε. Όμως όχι όπως συνήθως. Συνήθως την περίμενε όρθιος και την σήκωνε με τα δυνατά του μπράτσα, την σβούριζε γύρω-γύρω και τη φιλούσε για ώρα, κι ας ήξερε πως από το μπαλκόνι τους έβλεπε και τους δύο η μαμά της. Μα τώρα της έδωσε ένα μικρό φιλί, μάλιστα καθισμένος, και έβαλε μπρος. Κάτι τον απασχολούσε, κάτι δεν πήγαινε καλά...
   Θα έκαναν βόλτα στην Θεσσαλονίκη. Τη γύρισαν όλη, πέρασαν από την καρδιά της, κι έφτασαν στα άκρα της. Κι εκείνος δεν είχε πει τίποτα. Τίποτα σχετικό με αυτό που τον στενοχωρούσε. Της έλεγε απλά, όπως πάντα, πόσο του είχε λείψει, τη ρωτούσε πώς είχε περάσει την προηγούμενη νύχτα, εξέφραζε την παράλογη ζήλια του, και ύστερα της χαμογελούσε και της κρατούσε το χέρι. Και άπαξ και της κρατούσε το χέρι, δεν το άφηνε με τίποτα. Ούτε καν για ν' αλλάξει ταχύτητα...
  Κι έτσι κύλησε όλο το βράδυ τους... Κουρασμένος εκείνος, δουλειά και μετά προπόνηση και μετά τρέξιμο και ξεκούραση μηδέν, χωρίς όμως ποτέ να παραπονιέται ούτε λίγο για τα πονεμένα χέρια του, για τα πόδια του που δεν τον κρατούσαν πια. Μόνο έλεγε συνέχεια πόσο πολύ ανάγκη το είχε να περνά χρόνο μαζί της. Έστω και χωρίς να κάνουν τίποτα το συγκεκριμένο. Κι εκείνη δίπλα του κοίταζε απ' το παράθυρο τα άλλα αμάξια να περνάνε, κι ύστερα κοίταζε τα φώτα της πόλης που έμεναν πίσω, και τα σπίτια και τους δρόμους και τα μαγαζιά... Κι ένιωθε εκείνο το πρωτόγνωρο για 'κείνη συναίσθημα, πως κι αυτή κάτι αφήνει πίσω, για πρώτη φορά. Δεν του ζήτησε καν να μην τρέχει τόσο, όπως πάντα έκανε. Τόσο ελεύθερη ένιωθε. Τόσο της άρεζε να αφήνει όλα αυτά τα στάσιμα πράγματα πίσω της...
   Εκείνος κοιτούσε το προφίλ της. Γυάλιζαν τα μαλλιά της, τα έλουζαν τα φώτα της πόλης και ίσως, κάποιες από τις άκρες τους, το φως του φεγγαριού. Τι σημασία είχε άλλωστε η πηγή του φωτός; Εκείνα έλαμπαν και έκαναν τον κόσμο όλο να λάμπει. Χάιδευε τα γυμνά πόδια της, για δευτερόλεπτα ευχόταν να ξάπλωναν αυτή την ώρα στο κρεβάτι του, να μπορούσε να ασχοληθεί λίγο παραπάνω μαζί τους...
  Και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.
-Πώς και δεν μου είπες να μην τρέχω τόσο πολύ;
  Τη ρώτησε.
-Δεν τρέχεις και τόσο.
  Του απάντησε.
-Δεν μου μιλάς... Τόση ώρα τρέχω πολύ, μπας και μου μιλήσεις, έστω και για να μου πεις να πηγαίνω πιο σιγά.
  Έτσι είπε, κι εκείνη συγκινήθηκε και του 'δωσε ένα απαλό φιλί στο μάγουλο.
  Είχε παρατηρήσει πως, κάθε φορά που απεγνωσμένα αναζητάς λίγα δευτερόλεπτα για μια τρυφερή στιγμή, όλα τα φανάρια συνωμοτούν και γίνονται πράσινα και δεν σ' αφήνουν να δείξεις την βαθιά αγάπη σου! Κι εκείνη αυτό ένιωθε, πως δεν είχε ούτε λίγα δευτερόλεπτα να του δείξει πως τον αγαπάει, πως, ακόμη κι αν μοιάζει μερικές φορές χαμένη στις σκέψεις τις, ακόμη κι αν είναι μερικές φορές χαμένη στις σκέψεις της, δεν φεύγει απ' το νου της...
   Κι εκείνος, θαρρείς και το κατάλαβε, πάρκαρε κάπου πρόχειρα, έβγαλε τη ζώνη του και άρχισε να δείχνει τη δική του αγάπη, τη δική του βαθιά, αστέρευτη, ακλόνητη αγάπη, που τόσο πολύ εκείνη άξιζε και τόσο είχε στερηθεί τόσα χρόνια...
  Και αγαπήθηκαν. Έτσι, απλά. Και θ' αγαπιόντουσαν έτσι για πάντα...
  Συνέχισαν τη βόλτα τους... Ήταν ωραία η νύχτα, κι ας την ανάγκασε να φορέσει την κίτρινη ζακέτα της - Σεπτέμβρης πια. Μύριζε, λέει εκείνος, κι αυτή η ζακέτα της, όπως όλες, πανέμορφα. Της έδειξε τα διάφορα μέρη που είχε δουλέψει τα τελευταία χρόνια, τους δρόμους που έκανε κόντρες με το αυτοκίνητο, τα στενά που κοντοστάθηκε παραπατώντας μεθυσμένος, τα μπαράκια που έβγαινε με τους φίλους του. Κι εκείνη τ' άκουγε όλα με προσοχή, και ευχόταν μια μέρα να 'χουν άλλες τόσες εμπειρίες, σε άλλα τόσα μέρη, οι δυο τους...
  Κι εκείνο που τον απασχολούσε απ' την αρχή δεν αποκαλύφθηκε παρά μόνο στο τέλος της βόλτας τους. Πάρκαρε κάτω από το σπίτι της και την καληνύχτισε γλυκά, όπως πάντα. Εκείνη τον κοίταξε. Τρυφερά κι αυτή, αλλά με μια εμφανή απορία.
  Κι εκείνος την κοίταξε. Σκέφτηκε για λίγο. Ήταν μάλλον τα δευτερόλεπτα που έκαναν οι λέξεις για να βγουν επιτέλους. Και στο τέλος τα βαρυσήκωτα ερωτηματικά που έσερναν από πίσω τους.
-Τι θέλεις πραγματικά; Τι είναι αυτό που θέλεις, μάτια μου;
  Τη ρώτησε.
  Δεν απάντησε. Τον φίλησε μόνο, γλυκά, τρυφερά, για πολλή ώρα. Του χάιδεψε το λαιμό, άγγιξε το μάγουλό του. Κράτησε το χέρι του, έμπλεξε πρόχειρα τα δάχτυλά της στα δικά του και τον ένιωσε. Ύστερα τα ξέμπλεξε απαλά, άνοιξε την πόρτα και μπήκε σπίτι της.
  Κι εκείνος δεν ρώτησε ξανά τίποτα.
  Κι εκείνη δεν το σχολίασε άλλο. Κι αν την ρωτήσεις, δεν ξέρει κι ούτε φαντάζεσαι τι μπορεί να τον έκανε να ρωτήσει κάτι τέτοιο. Τι μπορεί να τον απασχόλησε, τι έναυσμα του έδωσε, αν του έδωσε, εκείνη. Δεν ξέρει αν ίσως έκανε εκείνη κάτι που τον προβλημάτισε. Αν από τη συμπεριφορά της εκείνος συμπέρανε πως ίσως θέλει κάτι άλλο. Κάτι που δεν έχει...
  Αλλά, τι σημασία έχει γιατί νόμισε εκείνος κάτι τέτοιο; Τι σημασία έχει, αφού είχε κάνει λάθος... Αφού εκείνη δεν θέλει πια κάτι άλλο. Δεν θέλει πια κάτι που δεν το έχει... 

2 σχόλια:

  1. Αχ Θεσσαλονίκη, η πόλη του έρωτα...
    Πολύ όμορφο κείμενο Ναταλία μου... Με συγκίνησε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κωνσταντίνα μου...

      Σ'ευχαριστώ πολύ... :)

      Καλό σου ξημέρωμα...

      Διαγραφή