Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Εικοσιτέσσερα μάταια "Αν"...



Αν ήξερες πόσο τα λάτρευα τα μάτια σου
Ίσως και να μην μ' άφηνες να τ' αποχαιρετήσω
Αν ήξερες πόσο ανέπνεα απ' τη μυρωδιά σου
Ίσως και να μην άντεχες να σε καληνυχτίσω
Αν ήξερες πόσο μου έλειπες τ' απόβραδα
Ίσως και να μην μ' έδιωχνες ποτέ απ' τη ζωή σου
Αν το 'ξερες, πόσο αλλάζουνε τα πράγματα
Ίσως και να φοβόσουνα να ξαναδώσεις το κορμί σου...

Αν ήξερες τα όνειρα που έκανα για 'σένα
Ίσως και να συγχώραγες την όποια αδυναμία μου
Αν ήξερες τη λαχτάρα μου για όσα ήταν γραμμένα
Ίσως να καταλάβαινες την άδικη ιστορία μου
Αν ήξερες πόσο φοβόμουνα κάθε φορά που έφευγες
Ίσως και να μην έτρεχες να βρεις όλα τ' αστέρια
Αν το 'ξερες πόσο χρειάστηκα όλα όσα μου στέρησες
Ίσως και να μην κράταγες τώρα αλληνής τα χέρια...

Αν φανταζόσουν, ψέμα μου, πόσο σε αγαπάω
Ίσως και να μην έφευγες, αλλού για ν' αγαπήσεις
Αν το 'χες πιο ξεκάθαρο μακριά σου πώς πονάω
Ίσως και να λυπόσουνα έτσι να μου μιλήσεις
Αν ήσουνα, αστέρι μου, ακόμη στη ζωή μου
Ίσως και να με άκουγες να σου φωνάζω "Κρίμα"
Αν το 'χες λίγο μες στον νου να ήσουνα μαζί μου
Ίσως και να σε πρόφτανα σαν βούλιαζες στο κύμα...

Μα πνίγηκες στο γράμμα της, σε κάθε τι γραμμένο
Και σε θρανία και σε καρδιές, καλά πια φυλαγμένο
Βούλιαξες στο γαλάζιο της, ποιος να σε βγάλει φταίχτη;
Είν' ύπουλη η αγάπη εδώ, χωρίς σαφή αποδέκτη
Και στέριωσες στους στίχους της, λόγια επιτηδευμένα
Και λάτρεψες τους γρίφους της, τα χείλη της τα ξένα
Και σμίλεψες τα αισθήματα, να 'ναι μόνο για 'κείνη
Κι αρχίνησες τα αινίγματα, μπας και κοντά σου μείνει...

Αν ήξερε πόσο τα λάτρευες τα μάτια της
Ίσως και να μην σ' άφηνε να τ' αποχαιρετήσεις
Αν ήξερε πόσο ανέπνεες απ' τη μυρωδιά της
Ίσως και να μην άντεχε να την καληνυχτίσεις
Αν ήξερε πόσο σου έλειπε τ' απόβραδα
Ίσως και να μην σ' έδιωχνε ποτέ απ' τη ζωή της
Αν το 'ξερε, πόσο αλλάζουνε τα πράγματα
Ίσως και να φοβότανε να ξαναδώσει το κορμί της...

Μα έχει η ζωή άλλα σχέδια, για 'σένα και για 'κείνη
Έχει άλλα, βλέπεις, φανταστεί για 'μένα και σ'αφήνει
Άλλα όνειρα να 'χεις κι εσύ, αλλού εγώ να φτάνω
Άλλα φεγγάρια να φωτίζουν πια, κι όποιον μου ΄ρθει να χάνω
Βλέπεις, εγώ δεν στέριωσα ακόμη με κανένα
Ίσως η τιμωρία μου που έζησα για 'σένα
Γι' αυτό και χαίρομαι πολύ που άλλοι προχωράνε
Είναι δικό μου μόνο πάθημα, δικό μου και φινάλε...

Αν το 'ξερα πόσο τα λάτρευες τα μάτια της
Ίσως και να σταμάταγα για 'σένανε να κλαίω
Αν το 'χα, αλήθεια, φανταστεί πόσο σου λείπει πια το βλέμμα της
Ίσως και να μην έγραφα αυτά εδώ που λέω
Μα, αν σου 'χε μείνει και 'σένανε λίγη περίσσεια αγάπη
Ίσως και να μου άφηνες τόσο δα χώρο στην κρύα σου καρδιά
Αν ήσουν κάτι έστω παραπάνω από μια παρατεταμένη απάτη
Ίσως και να θυμόσουνα ποια μόνο, πάντα σε πονά...

Αν ήσουν, όπως κάποτε, ένα δικό μου αγόρι
Ίσως και να μην σ' ήθελα όπως σε θέλω πια
Κι αν δεν με πόναγες βαθιά, αν δεν κοιτούσες το ρολόι
Ίσως και να 'σουν ξεχασμένος, κάπου βαθιά στη λησμονιά
Μα, ίσως άμα έμενες να 'λεγα πως πετάω
Ίσως και να περίμενα τ' αστέρια να μετρήσεις
Αν φανταζόσουν, ψέμα μου, πόσο σε αγαπάω
Ίσως και να μην έφευγες, αλλού για ν' αγαπήσεις...

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Τα Απεγνωσμένα Όνειρα...


Εκείνη κάθε βράδυ τον ονειρεύεται
Τον βλέπει να στέκει άλλοτε αγριεμένος
Άλλοτε πάλι ατάραχος
Άλλοτε να της ζητά Συγγνώμη
Κι άλλοτε να την ειρωνεύεται:
Όπως έχει ζήσει μάλλον και στ' αλήθεια. 

Είναι θέσφατη, θα 'λεγε κανείς, η αγάπη της
Λόγια ειπωμένα απευθείας απ' τον Θεό
Κι ας λένε πως ο Έρωτας φόρεσε το σιδερένιο του πουκάμισο
Για να αποφύγει τα βέλη
Το δικό της το σώμα  ήταν πάντα γυμνό κι απροστάτευτο
Περίμενε εκείνον για να της τ' ολοκληρώσει.

Εκείνη κάθε βράδυ τον ονειρεύεται
Όνειρα ειρωνικά, απροσάρμοστα, ξενιτεμένα
Εκφράσεις απεγνωσμένης ελπίδας
Μα επιτέλους, πώς μπορεί η πίστη να 'ναι απελπισμένη;
Όπως μπορεί το Σ'αγαπώ να πει κι Αντίο!
Γι' αυτό, μάλλον, θα λένε, πως κάθε λέξη κρύβει μια έννοια ζοφερή.
    
Είναι αβρή, μα ταυτόχρονα άτεγκτη,θα 'λεγε κανείς, η αγάπη της
Λυσιτελής, όπως κάθε θυσία στο βωμό των Παθών 
Για να 'χει ένα όνομα κάθε αράδα από σκέψεις
Και να μπορεί να βγάλει μιλιά το αποστεωμένο παλιόχαρτο
Για να μπορεί να 'χει ο ύπνος ένα όνειρο να βασανίζει το μυαλό
Και το ξημέρωμα να 'χει ένα σαράκι να τρώει την καρδιά της.

Εκείνη κάθε βράδυ τον ονειρεύεται
Συνήθως ήταν μόνος του, μα τελευταία κουβαλά και παρέα
Μια παρέα που σίγουρα δεν θα 'θελε να δει
Όχι και στα ίδια της τα όνειρα!
Όπως και να 'χει, αυτός την πλησιάζει και την κοιτάζει στα μάτια βαθιά
Για να μην ακούει η πίστη στ' όνομα Απελπισία και να μην κλαίει τα μονοπάτια που της ποδοπάτησαν.    

Άλλοτε λοιπόν της μιλά κι άλλοτε στέκει σιωπηλός
Άλλοτε 'κείνη του φωνάζει πόσο την απογοήτευσε
-Αυτό λίγες φορές-
Κι άλλοτε κλαίει σιγανά και του ψιθυρίζει πόσο τον αγαπάει
-Αυτό τις περισσότερες-
Μα πάντα, πάντα, την κοιτάζει καθαρά και δεν σκύβει το βλέμμα.

Εκείνη κάθε βράδυ τον ονειρεύεται
Και πάντα ξυπνά ιδρωμένη όταν την έχει επισκεφθεί για να την ξαναπροδώσει
Ή κι όταν έχει φθάσει για να αγγίξει το σώμα της
Κι όσον καιρό κάνει να τον δει από κοντά
Τον αναπληρώνει στο κρεβάτι της! 
Κι έτσι ίσως και να της λείπει λιγότερο.

Μα... ίσως και περισότερο
Αφού τελικά κάθε όνειρο όσο λυτρωτικό,
Τόσο και βασανιστικό αποβαίνει σε κάθε τέλος του
Για να του επιβάλλει την αναχαίτιση, ή την προσωρινή αναβολή του,
Το πρωινό ξύπνημα με το τράνταγμα
Και να της θυμίσει όσα στ' αλήθεια ζει.

Εκείνη κάθε βράδυ τον ονειρεύεται
Κι ύστερα της λεν' πως τον έχει ξεχάσει
Ή την συμβουλεύουν να το επαναλαμβάνει η ίδια, μπας και το πιστέψει!
Μα τι ανόητοι που είναι οι άνθρωποι, Θεέ μου
Η πίστη η αισιόδοξη ενδέχεται να ξεχαστεί
Μα η απελπισμένη ποτέ της. 

 Βλέπετε, δεν τα καταδέχεται η λήθη τα απεγνωσμένα όνειρα... 

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Οι άνθρωποι με τις ομπρέλες...


Κάθε φορά, συχνά δηλαδή, που βρέχει
Ή μάλλον, μοιάζει να βρέχει
Κρατούν σφιχτά, σαν να 'ναι ό,τι πιο αγαπημένο έχουν,
Μαύρες και πράσινες και ροζ ομπρέλες
Μεγάλες, μικρότερες, σπασμένες ομπρέλες
Δεν τις αποχωρίζονται παρά μόνο όταν φτάνουν σ' ένα ασφαλές σημείο
Όπου οι θεόρατες σταγόνες δεν μπορούν πια να τους αγγίξουν. 
Είναι όλοι τους αυτοί οι άνθρωποι ευτυχισμένοι...
Δεν έχουν προβλήματα, δυστυχίες, ατυχίες
Η μόνη τους ατυχία είναι που βρέθηκαν στο δρόμο καθώς βρέχει...
Μοιάζουν να μην απασχολεί τίποτ' άλλο το νου τους
Από το πώς θα καταφέρουν να μην βραχούν,
Λες κι είναι από ζάχαρη!
Σαν τη ζωή τους... 


Ίσως βέβαια και να 'ναι άκρως δυστυχισμένοι... 
Όχι απ' αυτούς που κοιτάζουν τον ουρανό και φωνάζουν
Με όλη τους τη δύναμη
"Δεν με νοιάζει πια", όχι... 
Αυτοί δεν ενδιαφέρονται και βροχή και χαλάζι και ανεμοστρόβιλος
Να τους βρει!
Προχωρούν ατάραχοι σε κάθε πλημμύρα
Έχουν μάθει να κάνουν βήματα και πάνω στο νερό
Όπως έχουν μάθει κι οι άλλοι να σβήνουν κάθε ίχνος τους
Για να μικρύνει κι άλλο η αξία της αστέρευτης υπομονής τους
Και μάλλον τα καταφέρνουν...


Αλλά να, ίσως να 'ναι απ' τους δυστυχισμένους αυτούς
Που προσπαθούν τουλάχιστον να περισώσουν ό,τι έχει απομείνει
Να προστατεύσουν τον μόνο τους σύμμαχο:
Τον εαυτό τους...
Κι αυτοί σφιχτά τις κρατούν τις ομπρέλες τους
Ίσως και να 'ναι η μόνη τους παρέα...
Και την παρέα μας, βλέπετε, την αγαπάμε και την προσέχουμε.
Το 'μάθαν κάποτε αυτό
Τότε που αγαπούσαν τη βροχή και έτρεχαν στους υγρούς δρόμους
Στριγκλίζοντας πως ζούνε,
Λες και δεν το καταλάβαινε κανείς!
Τώρα γιατί δεν φωνάζουν πως δεν ζουν;
Τώρα που κανείς δεν το καταλαβαίνει;

Όλοι τους πάντως,
Οι άνθρωποι με τις ομπρέλες,
Περπατούν βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας
Για να προλάβουν και να μπουν σε λεωφορεία, σπίτια, ταξί...
Μέσα τους καταριούνται τη βροχή,
Ειδικά οι ευτυχισμένοι της ιστορία μας,
Που τους χάλασε ίσως μια αναμενόμενα τυχερή κι όμορφη μέρα
Τους άλλαξε ενδεχομένως τα σχέδια
Έβρεξε τα μαλλιά και τα σακάκια τους!
Ή απλώς υπομένουν τις χοντρές σταγόνες της,
Αυτό για τους δυστυχισμένους μας,
Και γυρίζουν στο άδειο σπίτι τους
Με την υγρασία να τους τρυπά τα κόκαλα
Και την μοναξιά να τους τρυπά την καρδιά τους... 



Κάθε φορά, συχνά δηλαδή, που βρέχει
Ή μάλλον, μοιάζει να βρέχει
Κρατούν σφιχτά, σαν να 'ναι ό,τι πιο αγαπημένο έχουν
Τις ομπρέλες τους...
Σ' όλα τα χρώματα, σ' όλα τα σχέδια
Φτιαγμένες με τόση προσοχή,
Όση οι άνθρωποι ποτέ τους δεν επέδειξαν για 'κείνους που αγαπούσαν
Ίσως και να τους περάσαν για βροχή
Και ν' άνοιξαν μια ομπρέλα μπροστά στο πρόσωπό τους
Για να "γλιτώσουν" μια για πάντα απ' τις ψιχάλες τους!
Ίσως και να περίμεναν κάποια ιδανική λιακάδα
Που όμως ποτέ της δεν ξημέρωσε...
Αλλά...καλά να πάθουν, θα 'λεγε κανείς,
Ας μείνουν μοναχοί με τις ομπρέλες τους...

Μα, κι οι ομπρέλες βλέπετε,
Μπροστά στον άνεμο και τη θύελλα
Κάποτε σε εγκαταλείπουν...
Σπάνε πάντα την χειρότερη στιγμή και σ'αφήνουν απροστάτευτο
Να νιώθεις το νερό να πέφτει στο πρόσωπο και τα χέρια σου...
Τότε είναι που ψάχνεις 'κείνους που έδιωξες...
Ξέρετε, 'κείνους που σου 'μοιάσαν για βροχή!
Γιατί οι ομπρέλες μοιάζουν τελικά με τις καρδιές:
Είναι μεγάλες, μικρότερες και, καμιά φορά... σπασμένες...

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα


Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,

ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.

Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο

καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.


Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,

ἦταν ἕνας Ερωτας.

Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,

γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.


«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν

ἄλλων ματιῶν μεθύσια

καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;

Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».


Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,

δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,

δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-

καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»


Θέ μου!

Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!

Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα

καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:


«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν

τὰ μαγεμένα βέλη;

Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,

μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».

......................................................


Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.

Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ

μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.


Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.

Μάταια χτυπᾶτε.

Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ

οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.


Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.

Δὲν εἶμαι ῾δῶ.

Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-

ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!


Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.

Κάνετε λάθος.

Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.

Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!


Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.

Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!

Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.

Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!


Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο

Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο

Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη. . .

Απλά πανέμορφο, μοναδικό, ονειρικό...
Απλά Μενέλαος Λουντέμης...
* "ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη, ἦταν ἡ Λησμονιά"... *



Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Είμαι εγώ, μ'ακούς;; Σ'αγαπώ, μ'ακούς;



Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται

Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια


Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου 'ρθε ο κόσμος


Έτσι μιλώ για 'σένα και για 'μένα
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια


Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό, στον όρμο
Πάντα εμείς, το φως κι η σκιά


Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι δεξιά


Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό πατζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει


Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μεσ' τους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από 'σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από 'σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου


Να μιλώ για 'σένα και για 'μένα.


Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμαι εγώ, μ'ακούς
Σ'αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Πού μ'αφήνεις, πού πας και ποιος, μ'ακούς


Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς;;


Θα ‘'θει η μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι, μ' ακούς
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει, μ' ακούς
Στα νερά ένα-ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες, μ' ακούς
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν ψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ'ακούς
Ή κανείς ή κι οι δυο μαζί, μ'ακούς; 


Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε, μ' ακούς
Και δεν γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς;;


Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς;;


Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει - ακούς;;
Ποιος γυρεύει τον άλλον, ποιος φωνάζει - ακούς;;
Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμαι εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;;


Και για 'σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για 'σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι


Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί


Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί


Πήγαινε, πήγαινε κι ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος. Κι ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος. Κι ας είμαι εγώ η πατρίδα που πενθεί


Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα


Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ


Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο...


             
           Αγαπημένα, Μοναδικά
Αποσπάσματα από το Μονόγραμμα του
                 Οδυσσέα Ελύτη

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Στιγμιαίες απελπισίες...



Όλα το βράδυ μοιάζουν πάντα απελπιστικότερα.
Το σκοτάδι του αέρα, η ηχώ της ησυχίας, το ρεύμα που μπαίνει από το παράθυρο...
Όλα τα κάνουν αθλιότερα:
Τις παλιές, τις μεγάλες αγάπες, τις ανυπόφορες αναμνήσεις, τα λάθη, τ' αδιόρθωτα, τ' ανείπωτα λόγια, τις αμαρτίες, τη μοναξιά...
-Σκύβω το κεφάλι μου κι ακούω τα δάκρυα που στάζουν στο ξύλινο πάτωμα.
Ανακατεύονται με αίμα. Λιγοστό, στάζει από την κρύα μύτη μου.
Αρχίζει αυτός ο ήχος να μ' αρέσει: Αρχίζω να τρελαίνομαι...-
Κάθε νύχτα και μια μικρή, στιγμιαία απελπισία
Κάθε όνειρο κι ένα ύπουλο, ματωμένο αγκαθάκι
Κάθε άνθρωπος που λάτρεψες μια μακρινή, απρόσωπη φιγούρα.
Σκέψεις της κακιάς ώρας...
Για να υποστούν οι έρωτες μια σχετικά απόλυτη διάκριση:
Το πάντα ή το τίποτα.
Το πάντα είναι τα πάντα, από πάντα, για πάντα...
Το τίποτα είναι πληγή, στροβίλισμα του νου, λάθος, αδυναμία, αμαρτία μου...
-Κάποιους τους αγάπησα, σαν από πάντα.
Τους θυμάμαι κάτι βράδια που μοιάζω να τους μισώ...
Ναι! Τους μισώ όσο τίποτα: Αρχίζω να τρελαίνομαι...-
Διαίρεση αναπόφευκτη, μη αναστρέψιμη, άδικη.
Ακόμη και τους έρωτες αγγίζει η αδικία...
Μα τι λέω: Αυτούς είναι που αγγίζει περισσότερο!
-Και κάποιοι στο τίποτα... Για πάντα στο τίποτα.
Τους ξεχνώ κάτι βράδια που θυμάμαι τους άλλους...
Ναι! Με μισώ όσο τίποτα: Αρχίζω να τρελαίνομαι...-
Κι οι σκέψεις αδιάκοπες παλινδρομούν ανάμεσα σ' ό,τι έχω πιο σημαντικό και ό,τι προσπαθώ να κάνω.
Ανάμεσα στο ιερό μου και τις αμαρτίες μου...
Κάθε νύχτα και μια μικρή, στιγμιαία απελπισία
Κάθε προσευχή μου ανάρμοστη, ανήκουστη
Κάθε δάκρυ μου καταιγίδα, νεροποντή
Κάθε χτύπος της καρδιάς μου, κάθε παλμός, θαύμα!
-Πληγώνω τον εαυτό μου πρόχειρα για να δω αν ζω ακόμη...
Θαύμα που δεν λέει η καρδιά μου να σταματήσει.
Ποιος με βοηθάει; Ας πάψει: Αρχίζω να τρελαίνομαι...-
Κι όλα γύρω, κάθε μα κάθε βράδυ, γκρεμίζονται.
Γι' αυτό κάθε πρωί, με ζαλισμένο κεφάλι και μάτια θολά, έχω την ίδια απορία:
Πώς καταφέρνουν και χτίζονται ξανά μέσα σε λίγες ώρες;
Γιατί, αλήθεια λέω, κάθε νύχτα οι τοίχοι πέφτουν στο σώμα μου και με πλακώνουν
Το τζάμι του παραθύρου γίνεται χίλια κομμάτια και ματώνει όλο μου το κορμί.
Και ξαφνικά την ησυχία αναχαιτίζουν τα γέλια:
Δυνατά, βλοσυρά γέλια πάνω απ' το κεφάλι μου
Μου τρυπούν τα αυτιά και δεν μ' αφήνουν να ηρεμήσω.
Χαλασμός αληθινός, αλήθεια, και γέλια...
-Και δεν μπορώ πια να κάνω άλλα βήματα.
Το πόδι μου είναι κάτω απ' τα χαλάσματα και με πονάει.
Αρχίζει αυτός ο πόνος να μ'αρέσει: Αρχίζω να τρελαίνομαι...-
Στο τέλος γύρω γεμάτο αίμα...
Το βράδυ πάντα το αίμα μοιάζει απελπιστικότερο.
Κάθε νύχτα και μια μικρή, στιγμιαία αυτοκτονία
Και κάποια μέρα η τελευταία και οριστική...
-Και δεν θυμάμαι άλλο πια όλα αυτά που με πονούσαν...
Ούτε τους έρωτες του πάντα, ούτε του τίποτα.
Βλέπω πια πεντακάθαρα, η λύτρωση επιτέλους έφτασε.
Δεν σέρνω πια αργά τα πόδια μου: Πετάω.
Πετάω στον ουρανό της σωτηρίας μου...
Δεν είμαι εκείνη η βαμμένη στο κόκκινο κοπέλα π' αντικρίζετε να κείτεται στο πάτωμα σας λέω.
Εγώ, τώρα πια, πετάω...-

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

"Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία."...



"  Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του..."


 Ένα πανέμορφο απόσπασμα από το "Όνειρο Στο Κύμα" του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, το οποίο επέλεξα να αναρτήσω επειδή η περιγραφή του συγκεκριμένου έργου που είναι περισσότερο γνωστή σε όλους δεν είναι αυτή, αλλά η περιγραφή της λουόμενης κόρης στη θάλασσα... Η εκστατική εκείνη στιγμή που ο ειλικρινής μας βοσκός παρατηρεί την αγαπημένη του και μέσα από την τόσο μεγάλη περιγραφική δεινότητα του αφηγητή-συγγραφέα μας μπορεί και αποτυπώνει τις κινήσεις και το σώμα της καταπληκτικά, χαράζοντάς την ανεξίτηλα στο νου κάθε αναγνώστη... Είναι πράγματι πανέμορφη, μέσα από τα τόσο μαγευτικά τριμερή ασύνδετα, με αγαπημένο, κατά την γνώμη μου, εκείνο το "Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα."... Ωστόσο, για 'μένα, εξίσου όμορφη, αν και όχι τόσο διαδεδομένη, είναι και αυτή η περιγραφή διάσωσης της νεαρής κοπέλας, μέσα από την οποία εκφράζεται όλη η χαμένη στις μέρες μας αθωότητα και ανιδιοτέλεια του ερωτικού συναισθήματος και η αγνότητα της σωματικής επαφής... Αλλά, κυρίως, γίνεται αισθητή ή τόσο ονειρική και μαγική, παγανιστική θα λέγαμε ίσως, στιγμή, ακόμα και μέσα από τον κίνδυνο και τον πανικό, εκείνου του γλυκού για κάθε άνθρωπο "αμαρτήματος", το οποίο και φυσικά προϋποθέτει κάθε είδους εξιλέωση... Απλώς απολαύστε...

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Ύστατο όνειρο...



Κι όμως, ξέρω, μια μέρα
Ίσως μετά από αρκετά χρόνια
Ίσως κι όταν πια θα 'χουμε γεράσει
Και θα πίνουμε τον πικρό καφέ μας
Κοντά στη θάλασσα σε κάποια θερινή κατοικία
Θα βρεθούμε ξανά
Και θα ακούμε τα τραγούδια που τώρα πονάνε
Γελώντας, μαζί
Και θα ζωγραφίζουμε τις σκιές μας κόντρα στον ήλιο
Και θα κάνουμε βόλτες στη θάλασσα...
Κι όμως ξέρω, θα χαμογελάσουμε χωρίς να πούμε λέξη
Και θα σφιχταγκαλιαστούμε, ανοίγοντας τα φτερά μας
Και πετώντας μακριά, λίγο πιο κάτω από τα σύννεφα
Θα ατενίσουμε μια ακόμη φορά το βάθος των ενωμένων γραμμών του ορίζοντα,
Αυτή τη φορά ο ένας πλάι στον άλλο,
Και θα καθίσουμε μαζί σε κάποιο μπαλκονάκι γεμάτο από λουλούδια μωβ και κίτρινα...
Και δεν θα υπάρχει παρελθόν, ούτε και μέλλον,
Μοναχά οι στιγμές κάποιας κάπως αργά παραδομένης γαλήνης
Μοναχά τα δυο όμορφα μάτια σου και τα άσπρα μαλλιά μου
Μοναχά εγώ, εσύ, η θάλασσα και η μυρωδιά απ' το καλοκαίρι...
Κι ούτε σκοτάδι θα υπάρχει, ούτε και φως
Ούτε οι θόρυβοι, οι σειρήνες και τα βάσανα του παρελθόντος
Ούτε άλλοι, σημαντικοί άνθρωποι της ζωής μας ή ασήμαντοι, περαστικοί οδοιπόροι
Στο δρόμο που διασχίσαμε με τις επιλογές και το πεπρωμένο μας...
Κι ούτε ειμαρμένη θα υπάρχει, ούτε μοίρα και γραμμένο
Μοναχά δυο άνθρωποι με νου καθαρό πια και γεμάτο σοφία
Που έζησαν και πέθαναν για να αναστηθούν ξανά και να ξαναπεθάνουν...

Κι ίσως κανένα απ' τα πολυπόθητα όνειρα της καρδιάς μας να μην έχει πραγματοποιηθεί
Ίσως τελικά κανένα παιδάκι να μην τρέχει στον κήπο μου
Και κανένας δρόμος να μην ανοιχθεί για τη φυγή σου
Όμως εκείνη την στιγμή, εκείνη την μέρα,
Εμείς θα νιώσουμε την ευτυχία που τόσο αξίζαμε
Εμείς θα πάρουμε την αγάπη που τόσο διεκδικήσαμε
Εμείς θα δώσουμε την αγάπη που για χρόνια κανείς δεν θέλησε να δεχθεί
Εμείς θα ζήσουμε το όνειρο που ίσως ποτέ δεν φανταστήκαμε,
Μα αυτό μας έστειλε η ζωή, και είναι ίσως το μεγαλύτερο θαύμα
Μετά από τόση ταλαιπωρία κι αγώνα και πίστη και επιμονή...
Εμείς θα πεθάνουμε ήρεμοι και πάνω απ' όλα ευτυχισμένοι
Στ' ορκίζομαι!
Εμείς θα κλείσουμε τα μάτια μας γεμάτοι σιγουριά και αγαλλίαση
Εμείς θα συναντηθούμε και θα μιλήσουμε πριν το τέλος,
Για να μπορούμε ύστερα ήσυχοι πια και ευτυχισμένοι,
Όπως σίγουρα τ' αξίζουμε,
Να ζήσουμε και να πεθάνουμε για να αναστηθούμε ξανά και να ξαναπεθάνουμε...

Κι όμως, ξέρω, μια μέρα
Θα κοιταχτούμε και θα χαμογελάσουμε
Δώσει δεν δώσει ο Θεός,
Εγώ θα θυμάμαι και θα ψάξω να βρω το μονοπάτι για την πόρτα του σπιτιού σου...
Αλλιώς, θα μάθει απλά κάποια μέρα,
Ο ένας για την κηδεία του άλλου,
Και μ' έναν αναστεναγμό θα συνεχίσει τη μικρή κι ανάρμοστη ζωή του
Για να πεθάνει λίγο αργότερα κι ο ίδιος
Κάποιο βράδυ στο κρύο κρεβάτι του
Μοναχός και λίαν περίλυπος
Σκορπίζοντας ένα τσουβάλι από πίκρες και ανολοκλήρωτα παράπονα
Της τόσο βλοσυρής και αποκρουστικής ζωής
Που συνεχώς ορίζεται απ' την απουσία και την τόσο ισχυρή δύναμη
Απ' αυτό το "κάτι" που δεν σταματά να λείπει
Και μας πειθαναγκάζει να ζήσουμε και να πεθάνουμε μόνο για να αναστηθούμε ξανά και να ξαναπεθάνουμε...