Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Το βαλς της αργοπορημένης λήθης


Τι ανάρμοστο αίσθημα, αλήθεια,
να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις
και μαζί να φοβάσαι μήπως δεν ξεχάσεις ποτέ
  όλες εκείνες τις ασημογάλαζες στιγμιαίες ευτυχίες του χθες
  γιατί όσα δεν φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει μια τόση δα μικρή στιγμή 
  απρόσμενη, απρόσκλητη ίσως, απρόβλεπτη
και συλλογίσου
πόσες ρίμες δεν κρατάει ο Θεός για τον εαυτό του
πόσα είναι εκείνα τα στιχάκια και πόσα λόγια μαγικά ούτε καν έχουμε ποτέ μας φανταστεί
  κι όλοι οι Ποιητές να είναι εξόριστοι από τούτη τη μαγεία της δημιουργίας
  και της θείας έμπνευσης
  κι ο νους μας δεν μπορεί πια να συλλάβει πράγματα τόσο υπέροχα
  γιατί συνήθισε άθελά του στα μικρά και τα υπαρκτά
κι όλες εκείνες οι λέξεις που σήμερα πονάνε στο στόμα μου
  όπως "μάνα", "κάποτε", "Αύγουστος"
  και κάνα-δυο ρήματα που λήγουνε σε -άω...

Και κάπως έτσι οι μεγαλύτερες αγάπες αποχωρίζονται για πάντα
  στα μάτια που χθες λάτρευες, τώρα αντικρίζεις κάποιον ολότελα ξένο
  στα χείλη - στον βωμό τον χειλιών που χθες θυσίαζες ένα-ένα τα όνειρά σου
τώρα θωρείς δυο ροζιασμένα κομμάτια από ένα σώμα άγνωστο
κι από ένα πρόσωπο που ούτε σε προηγούμενη ζωή σου δεν θυμάσαι να ξανακοίταξες
  μα τα χέρια δεν ξεχνούν τόσο εύκολα
  και μες σε τούτο τον παραλογισμό της λησμονιάς
  και στο βαλς της αναπόφευκτης λήθης
σαν δυο μικρά, νεκρωμένα ερείπια
σαν δυο πεθαμένα περιστέρια που 'χουν μουδιάσει από το κρύο
  ακόμη θυμούνται, ακόμη αγαπάνε
οι άνθρωποι εντάξει, 
μα 
τα χέρια δεν ξεχνούν τόσο εύκολα... 

Κι επειδή έτυχε να σ'αγαπήσω και να σε κάνω άνθρωπο της ζωής μου
  δεν πάει να πει πως ό,τι κι αν γράφω είναι για 'σένα
κι επειδή ζήσαμε πέντε-δέκα ευτυχισμένες στιγμές
- κι έτυχε αυτές να είναι οι ομορφότερες στιγμές της ζωής μου -
  δεν πάει να πει πως ακόμη ξέρω ποιος στο καλό είσαι...

Άραγε τη νύχτα τα άστρα έχουν ακόμη το ίδιο θράσος
  για τόση δίχως λόγο λάμψη;
Άραγε τα πάρκα έχουν ακόμη την ίδια τόλμη
  για τόση δίχως ντροπή υγρή ευτυχία;
Άραγε ένας άντρας έχει ακόμη τον ίδιο εγωισμό
  για τόσα ανειλικρινή "αντίο";

(Κι αυτό που με πονάει περισσότερο 
είναι ότι ο κόσμος τελικά είχε δίκιο...)

Κι άραγε
  μια γυναίκα είναι ακόμη το ίδιο τυφλή
    για τόσο πείσμα να επιμένει
      σε μια ανόητη
        και εν τέλει λανθασμένη
          υ π ε ρ ά σ π ι σ η; 

Υπερασπιζόμαστε αισθήματα
  "σώζουμε" τρόπον τινά την υπόληψή τους
     γιατί νομίζουμε πως τα έχουμε τάχα νιώσει...
Υπερασπιζόμαστε αντιλήψεις
  ανάγουμε λόγον τινά την διαιώνισή τους σε σκοπό ζωής
    γιατί νομίζουμε πως μας κάνουν τάχα καλύτερους ανθρώπους
      κι ίσως έτσι κάποτε να ζήσουμε καλύτερα
    ή και γιατί τελικά μέσα μας πιστεύουμε πως από τώρα προπωλούνται εισιτήρια για τον Παράδεισο
      κι εξασφαλίζουμε στα σίγουρα μια θέση...
Υπερασπιζόμαστε ανθρώπους
  είμαστε έτοιμοι να τα βάλουμε μ' όλον τον κόσμο αν διαστρεβλωθεί η αλήθεια τους
    γιατί ακριβώς νομίζουμε πως εμείς τάχα ξέρουμε αυτήν την αλήθεια
      γιατί νομίζουμε οι ανόητοι πως τάχα ξέρουμε τους ίδιους...

Τι ανάρμοστο αίσθημα, αλήθεια,
να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις
και μαζί να φοβάσαι μήπως δεν ξεχάσεις ποτέ
  όλες εκείνες τις φορές που υπερασπίστηκες με πείσμα κι επίμονα επιχειρήματα
  και τώρα εξαιτίας τους ντρέπεσαι ν' αντικρίσεις τους πρώην "συκοφάντες"
ακριβώς γιατί μερικές φορές τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι όπως φαίνονται
και τα φαινόμενα δεν απατούν
κι ό,τι λάμπει είναι χρυσός
  κι αυτό το κάτι που δεν έλαμπε, 
όχι, δεν έκρυβε κάποιον μυστικό θησαυρό
απλώς δεν ήταν... 

Θα 'ταν άραγε καλύτερο να πω
"Το αναπόφευκτο βαλς της λήθης"
ή το αντίστροφο
(σε περίπτωση που κάποιος δεν βλέπει όπως εγώ
- γιατί υπάρχει κι αυτή η περίπτωση
κι αν μου το 'λεγε κάποιος τώρα δεν θα μου 'κανε καμία εντύπωση
εννοώ, πως δηλαδή αυτά που γράφω εγώ
κι αυτά που αφού τ' αποτυπώσω στο χαρτί
μπορώ ύστερα και τα διαβάζω
οι άλλοι ή κάποιοι τέλος πάντων απ' αυτούς
τα βλέπουν διαφορετικά
άλλωστε, όλα είναι σχετικά
κι έχει επανειλημμένως αποδειχθεί
πως δεν τα βλέπω τα πράγματα όπως ο υπόλοιπος κόσμος
και μάλιστα τελευταία εκείνος κερδίζει -
σε περίπτωση λοιπόν που κάποιος δεν καταλαβαίνει πού αναφέρομαι
το αντίστροφο είναι "Το βαλς της αναπόφευκτης λήθης")
τι θα 'ταν, λοιπόν, καλύτερο στο άκουσμα;
Διότι με ρωτάνε καμιά φορά
την προαιώνια αυτή και τόσο καθημερινή ερώτηση
"Γιατί;"
κι εγώ δεν έχω κάποιον λόγο ν' απαντήσω!
Το "Γιατί το 'γραψες έτσι;" είναι σαν το "Γιατί τον αγάπησες έτσι;":
Δεν επιδέχεται στ' αλήθεια απάντηση
  - Σχεδόν, ψευδώς κι ανεπαισθήτως ρητορικό -...
Ίσως απλά μου αρέσουν τα εύηχα και τα πιο "βαριά"
- ξέρετε, μην γίνει καμιά παρανόηση
και εκληφθεί ως αναπόφευκτο ένα απλό βαλς...
Το αναπόφευκτο κι αυτό που ούτε οι νεκροί δεν του ξεφεύγουν
είναι η αιμοβόρα, τερατόμορφη, απάνθρωπη
λήθη...



Τι ανάρμοστο αίσθημα, αλήθεια,
να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις
και μαζί να φοβάσαι μήπως δεν ξεχάσεις ποτέ
  όλες εκείνες τις φορές που ύψωσες το στερημένο από γόνιμο έρωτα ανάστημά σου
  και αρνήθηκες πεισματικά να υποκύψεις
- εννοώ βεβαίως να χορέψεις το βαλς αυτό που σου επιβάλλουν
από τότε που έκανες το λάθος ν' αγαπήσεις -
  μόνο και μόνο για να σε πάρει στο τέλος η άκαρδη φύση απ' το χέρι
  και να σου παίξει μάλιστα η ίδια στο πιάνο
  το τελευταίο αυτό, αποχαιρετιστήριο κονσέρτο του απαράμιλλου έρωτά σου
κι έτσι, μοιραία κι αναπόφευκτα,
να χορέψεις κι εσύ αυτό το πικρό, θλιβερό βαλς
  της αργοπορημένης σου λήθης...


(Κι αυτό που με πονάει περισσότερο
είναι ότι ο κόσμος τελικά είχε δίκιο...)

4 σχόλια: