Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Σε μι ελάσσονα


Είχα, ξέρεις, κι εγώ κάποτε όνειρα, μα ύστερα από τόση εγκατάλειψη, νιώθεις πια πως σχεδόν δεν υπάρχεις,
  μια θολή σκιά, σχεδόν αόρατη
κι όταν κανείς δεν σου μιλά κι όλοι συμπεριφέρονται λες κι είσαι μια αχνή φιγούρα,
σαν ψυχή
  χωρίς αληθινό περίγραμμα,
  πόση - αλήθεια - περιφρόνηση στοιχίζει λίγη σοφία;
Κι όπως όταν νυχτώνει κι οι αναμνήσεις ζωντανεύουν σαν φαντάσματα
και γίνονται οι ψυχροί δολοφόνοι του ύπνου
  εκτελεστές με μαύρη πανοπλία γεμάτη από την κορυφή ως τα νύχια παρελθόντα χρόνο
Θεέ μου! Πόση ανοησία σ' έναν κόσμο να χωρά;
  Με πόση αυταπάρνηση συντήρησα τις νύχτες της ζωής μου...

Και όπως κάθε ποιητής με δυο ψεύτικες γραμμές ξεγελά τον θλιμμένο εαυτό του
  γέρνει κι απόψε τα φύλλα της η μεγάλη λεύκα στην ξεραμένη, αβάσταχτη αυλή
  και περιμένει απ' τους νεκρούς να την ποτίσουν για ν' ανθίσει και τούτη την άνοιξη...
Πολλά και τα δικά μας ψέματα και δεν μας τα συγχώρεσε η μοίρα
κι εγώ που φαίνεται αγάπησα ό,τι ήτανε της μοίρας μου να φύγει μακριά μου
  σαν τα φιλιά που έδωσα κάποιον Ιούλη καυτό δίπλα σε ένα παγωμένο, πράσινο κύμα...

Φιλούσες άλλωστε υπέροχα
όπως κάθε Ιούδας...

Και συχνά αναρωτιόμουν
πόσοι να 'ναι εκείνοι οι άγνωστοι που ζουν σ' αυτό το σπίτι
  με πόσους, τέλος πάντων, μοιράζομαι τους ίδιους ματωμένους τοίχους
  και τα μαραζωμένα, κίτρινα λουλούδια της αυλής...
-Ορέστη!, φώναζα
κι ας μην υπήρχε σε τούτο το σπίτι αυτό το όνομα
μονάχα "Γιώργος", "Κώστας"
αδιάφορα ονόματα και βαρετά
-Μεγάλε της ζωής μου Αλέξανδρε!
κι ας είχε από χρόνια θαφτεί στο απέναντι χώμα
  κάθε που έβρεχε ξεπρόβαλε το χέρι του καχεκτικό
  κι η μητέρα έλεγε πως ανασταινόταν...

Αδελφή, έλεγα, πώς αντέχεις και κλείνεις κάθε βράδυ ήσυχη τα μάτια σου;
Ποτέ της δεν απάνταγε, με κοίταγε μόνο, σαν να μ' έβλεπε για πρώτη φορά...

Και πράγματι, το είπαν ένα βράδυ στις ειδήσεις
  κάποιο άστρο, λέει, πήρε τ' όνομά του και έλαμπε από 'κει ψηλά την αιώνια προδοσία του...
Θυμάσαι που κρυβόσουνα πίσω απ' τα πικραμυγδαλιές
και με περίμενες να 'ρθω από πίσω σου και να σου κλείσω με τα χέρια μου τα μάτια;
  Χρόνια ζήσαμε έτσι, με μόνη απόδειξη της μάταιης αγάπης μας δυο άστρα...
Ένα βράδυ όμως σβήστηκαν κι αυτά, μαζί με το αμοιβαίο πάθος μας
μια φορά μονάχα άργησα να ακουμπήσω με τις κρύες μου παλάμες τα μάτια σου
κι αμέσως έτρεξες να κρυφτείς σε άλλους κήπους...
  Τα κρύα χέρια, μου 'λεγες, πάνε να πουν πως είν' κανείς ερωτευμένος
και μέρα με τη μέρα τα δικά μου πάγωναν όλο και περισσότερο
εσένα μονάχα έμεναν το ίδιο ανυπόφορα ζεστά...

Συχνά έβγαινα στο μπαλκόνι να ψάξω αποδείξεις της γνωριμίας μας
  μονάχα το φεγγάρι μου έγνεφε συγκαταβατικά
κι ύστερα ερχόταν το ξημέρωμα κι ο ήλιος ήταν πια το έσχατο αποδεικτικό
πως κάποτε απ' το σώμα σου ξεχείλιζαν αηδόνια...
Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε!
-Ελπίδα!, της φώναζα
  είχε και τούτη τ' όνομα της έσχατης διαδικασίας
κι αντί γι' απάντηση έπαιρνα τα παλιά χαρτάκια μου και χανόμουνα στη λησμονιά...

Μονάχα κάποια βράδια θαρρείς και σ' άκουγα
  όταν σώπαιναν τα τριζόνια και τα νυχτολούλουδα της διπλανής αυλής
να τραγουδάς σχεδόν από μέσα σου μιαν αρχαία συμφωνία του έρωτα
-Σε μι ελάσσονα!, σου 'λεγα όταν μου την έπαιζες παλιά
  και τα σύννεφα έσκυβαν ν' ακούσουν τους προαιώνιους αναστεναγμούς
  όλων των πικραμένων άδοξων αποχαιρετισμών της γης...

Όσο για 'μένα ήταν σαν να σε είχα από πάντα φανταστεί
  σαν να πλάγιαζα κάθε βράδυ με ένα είδωλο, με μια ατελή σκιά
  και κάθε που ξημέρωνε την φανταζόμουνα απ' την αρχή...
Έτσι, πλασματικά κι αόριστα σ' αγάπησα
κι ας μην υπήρξες ποτέ σου,
πώς άλλωστε να ξεπεράσεις το ανύπαρκτο και το απ' το νου σου γεννημένο;

Όμως το χελιδόνι εκείνο που χτύπησε και δεν μπορεί πια να πετάξει
βαστάει στα χέρια του μέχρι και σήμερα την κατακόκκινή μου καρδιά
  κι εκείνη πλάι του και μαζί του αργοπεθαίνει σιωπηλά και αναβλύζει προσευχές για τους αδικημένους...

Πόσες "αγάπες" δεν τελείωσαν σαν έφυγε το καλοκαίρι κι ήρθε βαρύς ο Νοέμβρης της λησμονιάς;
Και πόσες υποσχέσεις είναι που ποτέ δεν ξεστόμισαν οι βάρβαροι;
-Λιποτάκτες!, έλεγε ο θείος και τον κρεμάσανε ένα βράδυ ανάποδα από μια συκιά
ενώ από κάτω άνθισε ύστερα από σαράντα μέρες ένα ολοκόκκινο χρυσάνθεμο...
  Το κόβανε, άνθιζε εκείνο γεμάτο περιφρόνηση ξανά και ξανά,
  το ξεριζώνανε, κι εκείνο γεννιόταν απ' το ξερό χώμα και πάλι,
περήφανο κι αγέρωχο, σαν τον θείο, πριν τον αναποδογυρίσουν και του περάσουν απ' τον λαιμό μια ειρωνική θηλιά,
  ώσπου με μια "τυχαία" πυρκαγιά έγιναν όλα ολοκαύτωμα
κι εκείνο ηττημένο κούρνιασε στο γκρι της γης και δεν ξεφύτρωσε ποτέ ξανά...

Και κανείς ποτέ δεν θα μάθει την ιστορία της δημιουργίας σου
  αφού όλα κατά πώς φαίνεται συνέβησαν στον λασκαρισμένο νου του ατόμου μου
μονάχα αυτοί που αγάπησαν τις ανοιχτόχρωμες ανταύγειες του ήλιου που φορούσες για μαλλιά
ίσως αυτοί θρηνήσουν λίγο πριν χαθούν πίσω απ' την ανθισμένη στον ξεχασμένο κήπο λεμονιά...
  Λίγο πριν αποχωριστεί ο κόσμος απ' την αγάπη μας
θα έχω γίνει αυτό που με χάρη κι απερισκεψία περισσή
εσύ ονομάζεις "παρελθόν" σου...

Πόσοι, άλλωστε, δεν χάθηκαν
  σε μια προσπάθεια να πατήσουν πόδι στο λευκό, τραχύ φεγγάρι;
Πόσοι δεν πνίγηκαν
  σε μιας "λιμνούλας" τα ύπουλα νερά;
Στου Παραδείσου τα μεγάλα δάση
  πόσοι τάχα δεν έγιναν τροφή για θεόρατα αρπακτικά πουλιά;

Τις μεγαλύτερες της ζωής μας αποφάσεις
ασφαλώς τις πήραμε μια νύχτα, στο ξύλινο κρεβάτι μουδιασμένοι
κι εκεί, μετά από λίγα χρόνια, τις μετανιώσαμε πικρά...

Και να που ύστερα από τόσες βόλτες που κάναμε χώρια
ύστερα από τόσες ανούσιες περιπλανήσεις σ' άλλα λιμάνια
  σε ξένα κρεβάτια
στην ίδια μικρή συνοικία θα βρεθούμε - δυο ξένοι πια - ξανά...
Συλλογιέμαι, αλήθεια, πως αν τύχαινε και διέθετα δυο ξύλινα κουπιά και λίγο αλάτι
  θα σου ΄φτιαχνα μια γαλάζια βάρκα και θα σε πήγαινα βαθιά στα μέχρι χθες γλυκά νερά...

Γι'αυτό τις νύχτες τ' αλυχτίσματα που ακούς
δεν είναι παρά οι κραυγές των κρεβατιών που δεν τ' αγγίζουν πλάι-πλάι
τα δικά μας κορμιά...

Κι ύστερα, και σ' αυτήν ακόμη τη φαντασία μου που 'μασταν μαζί,
πόσες φορές θαρρείς πως πρόφτασα
  να σε χαζέψω με ολόκλειστα τα μάτια
  σαν να 'σουν τάχα ευτυχισμένος
απαλά να με φιλάς;


2 σχόλια:

  1. αλυχτανε τα κρεβάτια, τα άδεια, σπάνε οι καρδιες, οι μόνες..

    καλημερα Ναταλια :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ηλία μου...

      Αλυχτάνε, κραυγάζοντας παρέα με τους άστεγους προσευχές και αιώνιες κατάρες...

      Καλό σου βράδυ και καλό ξημέρωμα

      Διαγραφή