Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Ένα κορίτσι που μ'αγαπάει.




 Πάλι φορούσες εκείνο το άσπρο φόρεμα… Θα μπορούσε κάποιος άλλος στη θέση μου να το περάσει για άλλο, μετά από δύο ολόκληρα χρόνια που ‘χουν πια περάσει, μα όχι εγώ. Εγώ το γνώριζα καλά, είχα παρατηρήσει την κάθε παραμικρή κλωστή του, είχα προσέξει το κάθε κύμα που σχημάτιζε. Και τα μαλλιά σου, ίσια, μεταξένια, έπεφταν απαλά στους γυμνούς σου ώμους, που γυάλιζαν, λες κι είχε πέσει κατά λάθος πάνω τους φεγγαρόσκονη! Ολόκληρη ήσουν λες κι είχες συγγένειες με τον ουρανό. Προχωρούσες αργά πάνω στα ξύλα κι έμοιαζες ελαφρώς χαμένη. Πιο πολύ νομίζω αγαπούσα τα χέρια σου: Μικροκαμωμένα, πανέμορφα δάχτυλα, περιποιημένα σαν να ‘ταν το πιο πολύτιμο πετράδι, μ’ έναν καρπό που λυγίζει απαλά σε κάθε σου κίνηση. Στολισμένα με όμορφα δαχτυλίδια και βραχιολάκια καλοκαιρινά. Κι όσο ανέβαζα αργά το βλέμμα μου – μην υπάρξει κάτι που δεν θα παρατηρήσω – μου άρεζαν όλα όλο και περισσότερο. Ο λαιμός σου, από ‘κείνους που τους βλέπεις κι αμέσως καταλαβαίνεις πόσο απαλοί μπορεί να είναι. Λίγες καστανές αφέλειες έπεφταν στο μέτωπό σου κι εσύ πειραγμένη τις μάζευες κάθε λίγο. Κι ύστερα πάλι προς τα κάτω… Η μέση σου γύριζε σιγανά, χωρίς απότομες κινήσεις, κάθε που άλλαζες θέση ή κάποιος σου μιλούσε. Τα πόδια σου γυάλιζαν, μπορούσα να σε φανταστώ να τα περιποιείσαι για ώρες…   
  Κι εγώ… Στεκόμουν για ώρες να σε παρατηρώ κι ήλπιζα κανείς να μην το καταλαβαίνει. Φαινόμουν μικρός, λίγος μπροστά σου. Το ήξερα πως δεν θα με πρόσεχες ποτέ…

                                                            (…)

  Σήμερα για ένα πράγμα μονάχα είμαι σίγουρος: Πως έκανα λάθος. Με πρόσεξες, και μάλιστα σαν τα μάτια σου, τέσσερα χρόνια τώρα. Μ’ αγάπησες με την καρδιά σου κι ας μην έμαθες ποτέ πόσο σε είχα λατρέψει εγώ ήδη από ‘κείνη την νύχτα, ανάμεσα σε χιλιάδες κορίτσια που χόρευαν κι αγόρια που κερνούσαν ποτά με πονηρό χαμόγελο. Με λάτρεψες και μου ‘μαθες να δίνω και να δίνομαι, να χαρίζω και να χαρίζομαι, να πεθαίνω και να ανασταίνομαι. Κι εγώ γι’ αντάλλαγμα σε σκότωσα και ξέχασα να σ’ αναστήσω.  Ποτέ δεν θα το φανταζόμουν εκείνη την νύχτα, που τόσο μ’ άρεσαν τα σκούρα μάτια σου, που ‘ταν βαμμένα με μια χρυσαφένια σκιά, και τα καλοσχηματισμένα χείλη σου, που δεν είχαν πια ίχνος απ’ το κραγιόν που είχες πριν ώρες φορέσει κι όμως, είχαν το δικό τους, ακαταμάχητο χρώμα, πως θα σε πλήγωνα μια μέρα, αν αποφάσιζες να μ’ αγαπήσεις. Κι αν κάποιος μου το ‘λεγε, πως θα με διάλεγες κι εγώ θα σ’ έδιωχνα ευγενικά, θα γελούσα με την ανέφικτη, ανόητη σκέψη του. Σκέψη που ήταν μάλλον προφητεία, ακριβέστατη και πολύ σκληρή…

                                                                      (…)

  Μου ‘χεις δοθεί τόσες φορές στο παρελθόν, που νιώθω τόσο οικεία ν’ ακουμπώ το σώμα σου, σαν να ‘ταν μέρος του δικού μου. Σε χαϊδεύω απαλά και χαμογελάω που τίποτα δεν μου φαίνεται άγνωστο, από το μέτωπο μέχρι το ποδαράκι σου. Και σε κοιτάζω καμιά φορά ευθεία στα μάτια, πραγματικά δεν ξέρω πια τι στο καλό μπορεί να σκέφτεσαι. Πάντα με συγχωρούσες, ακόμη και τώρα μ’ έχεις συγχωρήσει. Καμιά φορά με κοιτάζεις και ξέρω πως το βλέμμα σου μου φωνάζει όλα εκείνα τα πράγματα που δεν θα ‘θελες να μου τα πεις, απλά και μόνο γιατί αν ήξερα πως τα γνωρίζεις, θα ντρεπόσουν να μη μου θυμώσεις. Όλα εκείνα που σου ‘χω κάνει, όλα εκείνα που ‘χεις με τόση υπομονή κι αγάπη ανεχτεί. Κι έτσι, σε κοιτάζω κι εγώ. Απλά. Κάποιος με ρώτησε τι βλέπω όταν σε κοιτώ. Κι εγώ τώρα μονάχα έχω βρει την πιο σωστή απάντηση: Σε βλέπω απλά να μ’ αγαπάς. Κάθε φορά που σε κοιτάζω, αυτό κάνω. Βλέπω μια κοπέλα, που από μικρό κορίτσι μέχρι να γίνει γυναίκα, μ’ αγαπάει. Βλέπω εσένα να κάθεσαι και να μ’ αγαπάς. Τίποτα άλλο κι όλα τα άλλα μαζί. Η ανιδιοτέλεια, η αμέτρητη υπομονή σου, όλες οι επιθυμίες σου για ‘μας που δεν πρόλαβαν ποτέ να πραγματοποιηθούν, οι υποχωρήσεις, οι αλλαγές σου, όλα είναι χαραγμένα στα παιδικά ματάκια σου. Πάνω από μια μυτούλα που λατρεύουμε κι οι δυο μαζί και δυο χείλη που κάποτε με άγγιζαν συνέχεια. Σ’ όλο το σώμα μου. Αυτά λοιπόν βλέπω όταν σε κοιτάζω. Κι ύστερα αλλάζω βέβαια βλέμμα, σίγουρος για την αναμφίβολη αγάπη σου…
  Καμιά φορά πάλι, κυρίως τα βράδια, βλέπω στα μάτια σου μια αναμονή: Για μιαν απάντηση, για ένα «συγγνώμη», για κάτι απ’ αυτά που σου άξιζαν τέλος πάντων να ακούσεις, μα δεν βγήκαν ποτέ απ’ τα χείλη μου. Ένα παράπονο, μια κούραση, λες κι επειδή έφυγε ο ήλιος, ξαφνικά τα θυμήθηκες. Δεν λες τίποτα βέβαια. Μ’ αυτή την προαιώνια υπομονή σου, πάντα ήσυχη, σιωπηλή, να κρατάς μέσα σου όλα αυτά που από παιδί σε πληγώνουν, κάνεις προσπάθεια να χαμογελάσεις όσο μπορείς όταν σε ρωτάω τι έχεις, ίσως για να μη με ανησυχήσεις, ίσως για να μην μου θυμίσεις κάτι άσχημο, ίσως, ίσως, ίσως… Ίσως γιατί μ’ όλον τον αλτρουισμό του κόσμου μ’ αγαπάς. Κι εγώ καμιά φορά επιμένω, ατελέσφορα βέβαια, καμιά φορά πάλι σωπαίνω και σε κοιτάζω πάλι βαθιά στα μάτια, μπας και σε πείσω πως σ’ αγαπάω κι εγώ. Δεν με πιστεύεις βέβαια, δεν δύνασαι να τα καταφέρεις σ’ αυτό. Για ‘μένα είμαι σίγουρος πως θα τα ‘βαζες με χίλιους δυο δράκους και θα τα κατάφερνες, για ν’ αλλάξεις όμως γνώμη σχετικά με την πέτρινη καρδιά μου, θα ‘πρεπε τα τελευταία δύο χρόνια να ‘ταν απλά ένα πολύ κακό όνειρο… Και δεν είναι. Κι έτσι κι εγώ δεν ζητάω περισσότερα κι αρκούμαι στο να σ’ ευχαριστώ κρυφά, από μέσα μου, για όσα έκανες κι ακόμη κάνεις.

                                                                 (…)

  Όταν κάποτε ράγισα την καρδιά σου, νόμιζα πως δεν θα σ’ έβλεπα ποτέ ξανά να γελάς. Φαίνεται βέβαια πως το γέλιο σου πάει πολύ, για να μπορέσει ο Θεός να στο στερήσει έτσι εύκολα. Έζησες. Και γέλασες και χόρεψες κι αισθάνθηκες ακόμη και χαρούμενη. Ποτέ βέβαια δεν ξέχασες. Μονάχα συγχώρησες. Κι είμαι περήφανος για πολλά, πολλά πράγματα για ‘σένα, μα περισσότερο γι’ αυτό. Κι ακούγεται οξύμωρο, ανόητο να το λέει αυτό ο άντρας που σε μαχαίρωσε, μα δεν με νοιάζει. Ακόμη πονάω όταν πονάς. Ακόμη τρέμω μην πάθεις κάτι. Ακόμη φοβάμαι όταν δεν προσέχεις. Ακόμη ξέρω πόσο πολύ άδικα σου φέρεται η ζωή. Ακόμη θα έκανα για ‘σένα τα πάντα. Ακόμη είσαι η ίδια, με το άσπρο φόρεμα και τα μακριά μαλλιά, με τα περιποιημένα πόδια και τον μεταξένιο λαιμό, με το χαμένο βλέμμα μέσα στη μουσική, με τα σκούρα, βαμμένα με χρυσαφένια σκιά μάτια, με τα στεγνά από κραγιόν χείλη. Ακόμη όταν σε βλέπω αισθάνομαι όλη την αγάπη σου. Σου χαϊδεύω το χέρι κι εσύ χαμογελάς, σαν να μην σε πλήγωσα ποτέ. Κι όμως, ξέρω ότι το θυμάσαι. Κάθε φορά που με κοιτάζεις το ξέρω ότι τα σκέφτεσαι όλα από την αρχή, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Τόσο όμορφο είναι το χαμόγελό σου, που μεταμορφώνει τη φρίκη που αισθάνεσαι για την συμπεριφορά μου, σε λάμψη κι ομορφιά και εξιλέωση. Στάζεις ανιδιοτέλεια, στάζεις αλήθεια. Κι εγώ σε κοιτάζω να στάζεις. Να στάζεις και ν’ αγαπάς… 

6 σχόλια:

  1. ευχομαι τα καλυτερα, σε
    μια βδομαδα που ξεκιναει! :)
    να 'σαι καλα :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ηλία μου...

      Σ'ευχαριστώ πολύ, εύχομαι και σε 'σένα το ίδιο!!

      Τα λέμε σύντομα, καλό σου βράδυ

      Διαγραφή
  2. Η πραγματικότητα ξεπερνάρνα και είναι η αφορμή για την εξύμνηση και για την καταγραφή πραγμάτων που ξεπερνούν τα όρια (είτε είναι ένα άσχημο,απάνθρωπο γεγονός όπως ο χαμός τόσων στους πολέμους ..είτε για κάτι όμορφο,όπως η ιστορία για τον έρωτα,για ένα "ιδανικό" έρωτα μεταξύ 2 ανθρώπων)..Πόσοι Ρωμαίοι & Ιουλιέττες υπάρχουν και σήμερα παρόλο τα όσα χαρακτηρίζουν την σημερινή εποχή..Πόσοι που είναι έτοιμοι να "θυσιαστούν" για την Αγάπη & να μην χάσουν την "μαγική" ιδιότητα τους,που τα κάνει αλτρουϊστές & πανέμορφους ανθρώπους που δεν ζητούν την "Δικαιοσύνη"..ξέρουν μόνο να αγαπούν..
    Να περνάς όμορφα & καλά αποτελέσματα !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πέλαγος των Ονείρων...

      Πόσο όμορφο το σχόλιό σου!

      Έχεις δίκιο, πόσοι πολλοί άνθρωποι ξέρουν ακόμη και σήμερα να αγαπούν και να στάζουν ανιδιοτέλεια και αλτρουισμό!

      Σ'ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου
      Να περνάς και εσύ όμορφα
      Τα λέμε σύντομα

      Διαγραφή
  3. απο που ειναι αυτα τα υπεροχα αποσπασματα?

    ΑπάντησηΔιαγραφή