Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Ένα μεγάλο μάθημα



  Μεγαλώνοντας έμαθα πολλά κι έχω - είμαι σίγουρη - να μάθω άλλα τόσα. Έμαθα να παίζω, να γελώ, να τρέχω, να κάνω ποδήλατο, να κάνω όνειρα, ύστερα έμαθα γράμματα, έμαθα να μιλώ κι ύστερα να διαβάζω και να γράφω, έμαθα μουσικές, να ακούω και να τραγουδάω μελωδίες, έμαθα ακόμη να παίζω τις δικές μου, να γράφω τους δικούς μου στίχους, τα δικά μου ανόητα ποιήματα, έμαθα ύστερα πράγματα ακόμη δυσκολότερα, να ερωτεύομαι, να 'χω ένα πάθος, να διεκδικώ 'κείνο που θέλω όσο τίποτα, ύστερα έμαθα και να το χάνω... Έμαθα να γνωρίζω μερικούς ανθρώπους σαν τις γραμμές της παλάμης μου, να τους δέχομαι όπως είναι, να τους κάνω κομμάτι της ζωής μου κι ύστερα έμαθα και να τους αγαπάω, πιο πολύ κι απ' τη ζωή μου να τους αγαπάω και να προσεύχομαι κάθε μέρα να 'ναι καλά κι αυτή την προσευχή την έμαθα κι αυτή καλά, να γονατίζω με τα χέρια σταυρωμένα και να ελπίζω κάπου μέσα πως πράγματι, Κάποιος μ' ακούει, Κάποιος τα βλέπει αυτά που περνάω, Κάποιος θα με βοηθήσει... Έμαθα να γνωρίζω αυτούς τους ανθρώπους κι ύστερα έμαθα να τους βλέπω ν' αλλάζουν, όπως αλλάζουν όψη - τόσο απλά! - τα δέντρα το φθινόπωρο κι όπως ερημώνουν οι δρόμοι μετά από ένα πανηγύρι... Έμαθα να χάνω ανθρώπους που 'θελα να μείνουνε μαζί μου για πάντα, έμαθα να τους βλέπω να φεύγουν, έμαθα ύστερα να θυμάμαι, έμαθα να 'χω αναμνήσεις χαραγμένες μέσα μου, ανεξίτηλες και ατσαλάκωτες στο πέρασμα του χρόνου, δυνατότερες από κάθε οργή και κάθε παράπονο, έμαθα να αντιδρώ και να πονάω, να κλαίω και να εύχομαι να 'ταν όλα διαφορετικά, έμαθα να αγαπάω τον εαυτό μου αγαπώντας του άλλους... Έμαθα ν' αλλάζω ακόμη, έμαθα και να αλλάζω τον κόσμο - όσο γίνεται -, έμαθα να ονειρεύομαι... Μα, αν με ρωτήσεις, περισσότερο απ' όλα όσα έχω μάθει, έμαθα μια λέξη... Κι αυτή η λέξη δεν είναι ένα όνομα, το όνομα που αγάπησα και πρόσεξα σαν φυλαχτό, ούτε μια έννοια είναι, όπως "αγάπη" ή "ελπίδα" ή "θύμηση", αυτή η λέξη δεν είναι ένα "μαζί" ούτε ένα "σ'αγαπώ", ούτε καν ένα "μου λείπεις"... Έμαθα μια λέξη που ακούγεται κάπως πιο ανάρμοστη, λίγο πιο πικρή, πολύ πιο αληθινή - το 'χουν άλλωστε αυτό οι "πικρές" λέξεις... Μια λέξη που αντικατοπτρίζει τη μορφή μου, ή , μάλλον, τη συμπληρώνει όσο τίποτα άλλο, μια λέξη που μιλά για το μοναδικό άτομο που με ένιωσε στ' αλήθεια, που μ'αγάπησε κι αυτό, που με κράτησε κοντά του, που ανησύχησε στ' αλήθεια για 'μένα αν κάποτε κινδύνεψα, που μου στάθηκε, που με σκέπασε όταν κρύωνα, που με πήρε απ' το χέρι και με πήγε μια βόλτα σ' όλα εκείνα τα μέρη που αγάπησα, που ζήλεψε και φοβήθηκε μήπως του φύγω, που έτρεμε μήπως με χάσει, που είναι μέχρι και τώρα εδώ, μαζί μου... Τα πρωινά μου λέει "καλημέρα" και με κοιτάζει με παρηγοριά, μου δίνει δύναμη, μου στέκεται, ξέρω πως στην αποφοίτησή μου θα 'ναι εκεί, στον γάμο μου θα 'ναι εκεί, στην κηδεία μου θα 'ναι εκεί... Μεγαλώνοντας έμαθα τόσα πολλά. Και να μισώ έμαθα, μα το ξέχασα γρήγορα. Ίσως δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι για να μισούμε, όπως και δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι για ν'αγαπάμε. Μεγαλώνοντας έμαθα τόσα πολλά...Μα, αν με ρωτήσεις, περισσότερο απ' όλα έμαθα μια λέξη: "Κανείς"...


Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Ανόητες Σκέψεις



Γιατί να αγαπάμε πάντα αυτούς που μας πληγώνουν και να πληγώνουμε 'κείνους που μας αγάπησαν;

Αν υπήρχε κάποιο δίκαιο, 
Αν μας έβλεπε κάποιος όσιος κριτής
Αν ήταν ο κόσμος μας λίγο πιο... "αμοιβαίος"
Θα 'ταν άραγε αλλιώς τα πράγματα;

Αντ' αυτού, κάποιος πανούργος,
Πληρωμένος δικαστής θα 'ναι μάλλον εκεί ψηλά
Ή κάποιος παρανοϊκός που λατρεύει να "μπερδεύει" τα πράγματα
Έτσι, μάλλον, θα εξηγείται

Που αγαπάμε πάντα αυτούς που μας πληγώνουν και πληγώνουμε 'κείνους που μας αγάπησαν... 

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Θα σου μιλήσω σαν μια άγνωστη...



Θα σου μιλήσω σαν μια άγνωστη
Παρανοϊκή 
Που κάτι έμαθε απ' αυτό που με γεμάτο στόμα λέμε
"Αγάπη"...

Ίσως να μην ξέρω πώς είσαι
Το ύψος, τα χέρια, τα μαλλιά σου
Ίσως να μην έχω ιδέα για τα όνειρα,
Τους κρυφούς σου πόθους 
Τις σκέψεις σου τα βράδια 
Δεν ξέρω αν έχεις ποτέ σου ερωτευτεί
Αν έχεις αγαπήσει αλήθεια
Δεν έχω γνώση τι προσεγγίζεις 
Και τι απεύχεσαι... 

Όμως εγώ,
Κάποια που 'λεγε πάντα πως δεν είν' η τύχη με το μέρος της
Θα σου μιλήσω τώρα για την τύχη 
Τη δική σου. 
Γιατί ίσως να μην ξέρω τίποτα για 'σένα
-Σίγουρα δεν ξέρω-
Αν όμως κάτι μπορώ να σου εγγυηθώ 
Είναι η τύχη που 'ρθε στη ζωή σου...

Γιατί... 
Είναι πολύ μεγάλη ευλογία να 'χεις 
Δυο χέρια να περιμένουν την αγκαλιά σου, ναι
Είναι μεγάλη τύχη να 'χεις δυο μάτια να δακρύζουν για 'σένα
Δυο χείλη να ζουν για το φιλί σου
Δυο παλμούς να χτυπούν για να αγαπάνε μόνο εσένα
Δυο μέτρα παλικάρι να κλαίει σαν μικρό παιδί για χάρη σου
-Κατάρα θα 'λεγαν κάποιοι
Κι ίσως να συμφωνούσα κάποτε κι εγώ
Μα στην περίπτωσή σου είναι ευλογία!-...

Είναι στ' αλήθεια πραγματική τύχη όλα αυτά, σίγουρα...

Μα, μεγαλύτερα ακόμη τύχη
Περισσότερη ευτυχία
Είναι να περιμένουν τ' άγγιγμά σου αυτά εδώ τα χέρια
Να κλαίνε τα βράδια για 'σένα αυτά εδώ τα μάτια
Να αποζητάνε κάθε μέρα το φιλί σου αυτά εδώ τα διψασμένα χείλη...

Καταλαβαίνεις τι εννοώ... 

Αλήθεια σου το λέω
Κι εύχομαι ήδη να το 'χεις καταλάβει
Πως είσαι τυχερός, πολύ τυχερός άνθρωπος
Για τούτη την Θεία Προσφορά... 

Αυτή η αγκαλιά που σε ζητάει
-Το ξέρω σου λέω, την έχω αισθανθεί κι εγώ σε έναν προηγούμενο αιώνα-
Είναι ό,τι ομορφότερο θα 'ρθει ποτέ στην μικροκαμωμένη σου ζωή... 

Κι έτσι, χωρίς συμβουλές
Και κανενός είδους "σοφές" κι αδιάλλακτες παραινέσεις
Είμαι εδώ για να σου υπενθυμίσω απλώς
Όσα ίσως ήδη ζύγισες
Ίσως και όχι...

Χωρίς υποδείξεις
Χωρίς συμβολισμούς
Σου μιλώ απλά
Με ειλικρίνεια όση δεν είχα
Ακόμη και πριν κάτι αιώνες
-Που μοιράστηκα 'κείνη που λέγαμε την αγκαλιά-...

Σαν μια άγνωστη
Παρανοϊκή
Προαιώνια επαΐων σου μιλώ
Ειδήμων στην αγάπη του 
Και στη ζεστή αγκαλιά του...
Έτσι, απλά κι ειλικρινά, 
Σου μιλώ... 

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Οι εποχές των ημερολογίων...



Μάρτιος 1962

Τα μαλλιά σου ανέμιζαν στον αθέατο ήλιου του ονείρου μου. Με τα βιβλία στο χέρι μου εξηγούσες την μεγαλύτερη του κόσμου ευτυχία, το πιο κρυμμένο της γης μυστικό, τον πολυτιμότερο των ωκεανών θησαυρό, την αγάπη μας. Κάτι τέτοια απογεύματα αγαπάς τα φύλλα, αγαπάς τα πουλιά, αγαπάς τα πάρκα, αγαπάς όλο τον κόσμο, που 'χεις κάποιον ν'αγαπάει εσένα. Κάτι τέτοια βράδια ξέρεις πως το φεγγάρι αφιερώνει όλη την λάμψη του μοναχά σε 'σένα, σε 'σας και το ιλαρό σας όνειρο. Κι όλοι οι άνεμοι για 'σένα βουίζουν, όλες οι μαριονέτες σκύβουν και υποκλίνονται για χάρη σου, όλα τα καράβια σαλπάρουν για να το ζήσεις λίγους μόνο μήνες...

Αύγουστος 1962

Τούτο το βράδυ δεν μπορώ να κοιμηθώ, ο ήχος της ευτυχίας δεν κάθεται ποτέ να ξαποστάσει! Μα δεν με πειράζει, στάζω λίγο νερό και βγαίνω στο μπαλκόνι. Θα 'θελα να 'χω ένα μεγάλο, στρογγυλό παράθυρο να καρτερεί το μπράτσο μου και τα λυτά μαλλιά μου, μα είναι τόσο ελκυστικά απόψε τα αστέρια που και να το 'χα, θα 'θελα να τρέξω στην ζεστή αυλή. Τέτοιους καιρούς σε κατακλύζει ο καύσωνας και η κίβδηλη απάτη σε παρασέρνει να βγεις στο ξέφωτο και να φωνάξεις τον έρωτά σου να τον ακούσουν τα κυκλάμινα! Ας είναι, θα σ'ακούσει κι εκείνος, λίγα χιλιόμετρα παρακάτω. Θα ακουμπήσει τα δικά του μπράτσα στο μεγάλο, ολοστρόγγυλο παραθύρι του και θα 'στε έτσι μαζί, αφού όλες οι σκέψεις σας θα σας ενώνουν στον μυστικό χορό της νύχτας και του έρωτα...

Μάιος 1963

Η κυρά-Μαρία απόψε δεν έφερε ψωμί. Λίγα χρυσά φλουριά της μείνανε μονάχα και τα κρατάει για προίκα. Όχι δική της, εκεί, απέναντι δεν κάθεται η ξανθή της κόρη; Πάντα μ' ένα χαμόγελο και μόνο υπομονή απ' τα γαλάζια της τα μάτια. Σαν θάλασσες, σαν ανεμοπούλια ταξιδιάρικα. Εγώ κάθομαι στη βεράντα και ακούω ραδιόφωνο. Τέτοιο καιρό έχουν αρχίσει οι ζέστες! Ήσυχη, μ' ένα φόρεμα μονόχρωμο, γυροφέρνω τις αναμνήσεις και τις κουμπώνω στα μέτρα μου. Πάντα μ'ακούνε που τις μαλώνω, τιθασεύουν με τον τρόπο τους την ακόρεστη ορμή μου για το χθες. Για το παρόν ούτε κουβέντα. Σπάνε τη μύτη μου τα κυκλάμινα και κλείνω το παραθυρόφυλλο: Κι ένα παράθυρο ακόμα δεν το έχω...

Αύγουστος 1963

Οι έρωτες χορεύουν στην καρδιά του καλοκαιριού το πιο αλώβητο και ενδελεχές τραγούδι τους. Μα εγώ με ένα μειλίχιο - τόσο όσο κανονικά θα 'πρεπε να 'ναι ενθουσιώδες - βλέμμα καρτερικά υπομένω να μου χτυπήσουν κι εμένα την πόρτα. Φαίνεται πως μ' ερωτεύτηκαν παραδόξως, χωρίς να υποβάλω κάποια αίτηση! Σ'ένα τραπέζι με ενάμισι μπουκάλι πίνω τις τύψεις μου και κάνω την ερωτευμένη! Ποιος καπνίζει στην απέναντι γωνία, ποιος χορεύει σαν τον θάνατο, ποιος ψιθυρίζει προσευχές, ποιος γελάει ανεξερεύνητα; Και ποιος θα πλαγιάσει απόψε πλάι μου; Το ξέρω, δεν θ'αντέξω να κοιμηθώ και θα κοιτάζω πάλι κίτρινες σημαίες κάποιας ποδοσφαιρικής ομάδας, που 'χει αναρτήσει ο "καβαλιέρος" της νύχτας μου στον μπλε τοίχο του δωματίου, πλάι σε μια φωτογραφία του κι ένα παλιό μετάλλιο... 1944, 1952, 1959... Κύπελλα, πρωταθλήματα κι εγώ μόνη σ' ένα κρεβάτι και καθόλου αλάθητη. Τούτη η ομάδα μοιάζει με τη ζωή μου: Κάποτε ήταν στις δόξες της και τώρα ζει μόνο γι'αυτές πάνω σε κίτρινες σημαίες...

Μάρτιος 1964

Στο σήμερα που υπάρχω είμαστε μίλια μακριά. Ποιος να θυμάται τι ανοησίες έκανε πριν από λίγα χρόνια; Απόψε η κυρά-Μαρία παντρεύει την κόρη της που 'ναι νεκρή. "Την αγαπούσε ο Θεός και την πήρε κοντά του!" Θυμάμαι ακόμη την τελευταία φορά που κοίταξα τα γαλανά της μάτια: Μου 'λεγαν, με τον ηχηρό τους τρόπο για έκφραση, να μην ξεχνώ να θυμάμαι. Της είπα τότε, με 'κείνον τον στόμφο μιας ανόητης που θαρρεί πως είναι τώρα δα σοφή, πως η θύμηση είναι ο πιο βαρύς θάνατος. Γέλασε και δεν μίλησε. Κι εγώ είχα αργήσει στη δουλειά και φοβήθηκα μη χάσω το μεροκάματο. Την άφησα λοιπόν σιωπηλή κι έφυγα - σαν να φοβόμουνα μη με αναγκάσει να θυμάμαι! Στο δρόμο κάποιος με κυνήγαγε. Άκουγα μια ηχώ στα βήματά μου, κάτι σαν ένα πάτημα που επαναλάμβανε το δικό μου, ανάρμοστα, παράξενα... Και σαν σταμάταγα το βήμα και κοιτούσα πίσω μου δεν ήταν κανείς. Μα κάποιος ήταν κάπου και με παρακολουθούσε. Με κυνήγαγε χωρίς ποτέ να σταματήσει μπροστά μου και να μου πει γιατί. Δείλιαζε, θα 'λεγε κανείς, μα στην πραγματικότητα ο φόβος ήταν δικός μου. Και τώρα με κυνηγάει πια η ίδια: Η μορφή της με τα κατάξανθα μαλλιά, το δέρμα της ακόμη πιο άσπρο πάνω στα νεκρικά πανωσέντονα, τα χείλη της μαβιά σαν εκείνη την αγαπημένη μου πετσέτα από την προίκα που η κυρά-Μαρία με τον ιδρώτα της πότιζε κι έφτιαχνε: Κεντημένη μ' ένα μικρό, πράσινο λουλουδάκι, να μοσχοβολάει λες και την βούτηξαν σε αγιασμό την άνοιξη. Δεν την λυπάμαι τη φιγούρα της, μοναχά τη μάνα της λυπάμαι που θα μοιράζει τώρα τα προικιά σε 'μας τις "απάντρευτες" και -για τα μάτια του κόσμου- ζωντανές. Κι όλες μετά μανίας θα διαλέγουν μπουρνούζια και δεν θ'ακούγεται έτσι η φωνή μου που θα λέει "Τζάμπα κόπος! Θα τα μοιράσει κι εμένα η μάνα μου μετά από λίγα χρόνια ανέγγιχτα και αμιγώς αγιασμένα!"... Σαν την κυρά-Μαρία, που τώρα έχει σπαταλήσει όλο τον θρήνο της και στέκει σιωπηλή. Και καθώς ανοίγει η παλιά, ξύλινη του Παραδείσου πόρτα για να πεθάνει μια φουρνιά και να γεννηθεί μια άλλη, κάτι στο χέρι του νεκρού σώματος αστράφτει παράδοξα, πολύ αστράφτει για πράγμα επίγειο, σαν να μου φωνάζει η φιγούρα του θανάτου πως κάτι ξέχασα. Πλησιάζω, λίγο πριν ξανακλείσουν οι μεγάλες πύλες της μεταθανάτιας ζωής του Παραδείσου και μας αφήσουν όλους λίγο ακόμα στην επίγειά μας  κόλαση, και ακουμπώ το παγωμένο χέρι της, με τον μικρό του θησαυρό. Ένα μικρό χαρτάκι, τσαλακωμένο απ' το νεκρικό σφίξιμο, πηδάει στις παλάμες μου και χωρίς ειρωνεία, χωρίς πομπώδη, βλοσυρά γράμματα, χωρίς φθόγγους αινιγματικούς, χωρίς αληθινό ήχο, μα σίγουρα με δύναμη, τη μεγαλύτερη του κόσμου δύναμη, μου φωνάζει:


"Η λήθη... Η λήθη είναι ο πιο βαρύς θάνατος..." 


Στο σήμερα που υπάρχω είμαστε μίλια μακριά. Κι αν σ'αγαπώ, κι αν ακολούθησα τη συμβουλή και σε θυμάμαι, παραθύρι για να ακουμπώ σαν σε φιλάω ποτέ δεν θ'αποκτήσω... Άλλωστε, χωρίς εσένα, τι θα μπορούσα να το κάνω; Χωρίς εμάς, γιατί να υπάρχουν στον κόσμο μεγάλα, ολοστρόγγυλα παράθυρα...;

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Εφτάψυχες αγάπες



Ξεχύνομαι στους δρόμους μ' ένα λευκό νυχτικό
Σαν φάντασμα που ξέχασαν να το κοιμίσουνε
Σαν ασπροστόλιστη νύφη που δεν παντρεύτηκε παρά τον Χάρο
Σαν μια τρελή Μούσα, μια γυμνή φαντασίωση
Ξεχύνομαι στους δρόμους και σε φωνάζω...

Σε ψάχνω παντού
Κι όλα τα σοκάκια, όλες οι ανεμόσκαλες φέρουν τα εφτά σου γράμματα
Εφτάψυχες αγάπες που τέλος δεν έχουν
Δεκαεπτά, δεκαοκτώ...Δεκαεννιά και κάηκα!
Εγώ θα πεθάνω, η αγάπη η εφτάψυχη θα αναστηθεί...

Φωνάζω τ' όνομά σου
Πού είσαι, αγάπη μου;
Χάθηκες και μαζί σου πήρες το κίτρινο
Το μεροληπτικό το φως του ήλιου
Γιατί η ελπίδα μεροληπτεί... Κι εσύ μεροληπτείς, αγάπη μου...

Σωριάζομαι στο χαλκόχρωμο πεζουλάκι
Παιδιά των δρόμων γύρω, εφτάψυχες αγάπες στον αέρα
Που αναπνέουν στο κρεβάτι του νεκροτομείου
Ακόμη αναπνέουν
Αναπνέουν και φωνάζουν τα επτά σου γράμματα...

Μια ματωμένη Αφροδίτη που γυρεύει τον καθρέφτη της
Ματαιόδοξη και ανούσια
Εφτάψυχες αγάπες που φτιάχνουν τραγούδια
Σε μια κιθάρα με δυο χορδές κι ένα "Λα" ξεκουρδισμένο
Τραγούδια με τον στίχο βγαλμένο πάνω σ' ένα όνομα...

Σε ψάχνω παντού
Σαν να μην είσαι δίπλα μου από πάντα
Σαν να μην μου χαϊδεύει το είδωλό σου κάθε βράδυ τα ιδρωμένα χέρια
Δέκα και εννιά και εννιά και δέκα
Και επτά... Επτά τα γράμματα...

Εφτάψυχες αγάπες που σπατάλησαν όλες τους τις ζωές
Για δυο μάτια και πέντε-δέκα ανόητα λόγια
Για κάτι ψωρομήνες ευτυχίας
Και κάτι ψευτοχρόνια ανταπόδοσης
Για κάτι "Σ'αγαπώ" σε κάτι μεθυσμένες νύχτες...

Νύχτες:
Κόρες της παραπλάνησης
Κάποια νύχτα που την συνόδευε ένα μπουκάλι γεμάτο φαρμάκι
Κόρες όμορφες, με μακριά, λυτά μαλλιά
Και υγρά χείλη....

Ίσα-ίσα για να μας παραπλανούν
Και να "αγαπάμε" στα καλά καθούμενα!
Τώρα η νύχτα έβγαλε τη μάσκα της
Κι είναι η πιο άσχημη, βλοσυρή γυναίκα
Γεμάτη ρυτίδες και τύψεις...

Κι εγώ σε ψάχνω παντού
Σ' όλη τη γη και στους πέντε ουρανούς
Στο άγριο δέντρο του παραδείσου
Στα καυτά ποτάμια της κόλασης
Καίνε τα πόδια μου κι εγώ συνεχίζω...

Κι οι εφτάψυχες αγάπες θρηνούν τώρα
Μαυροφορεμένες και χλωμές
Δεν έχουν πια φωνή, δεν έχει πια φαρμάκι το μπουκάλι
Μοναχά σιωπηλές πενθούν την αιώνια κατάρα τους
Να ανασταίνονται και να συγχωρούν για πάντα

                     Τα πάντα...

Δεν σε βρίσκω πουθενά
Ποτέ μου δεν σε βρήκα!
Ποτέ μου δεν σε είχα, αγάπη μου!
Με το 'να πόδι στην έξοδο ήσουν
Και ποτέ δεν αφέθηκα...

Κι αν ρωτώ τώρα κάθε περαστικό μήπως είδε τ' ανάστημά σου
Αν χτυπάω τις πόρτες μήπως ανοίξουν τα χέρια σου
Αν ωρύομαι σαν μάνα που 'χασε το παιδί της
Σαν την χήρα που 'χασε τον άνθρωπό της
Αν σ'αγαπώ...

Μην γυρίσεις. 
Βλέπεις, οι εφτάψυχοι έρωτες χαθήκαν πια στην εποχή μας
Μοναχά κάνα-δυο εφτάψυχες αγάπες 'μείναν
Κι αυτές χλωμές κι άρρωστες
Σαν νεκρές παπαρούνες, βαμμένες στο αίμα...

Νύχτες ρυτιδιασμένες κι άσχημες
Εφτάψυχες αγάπες
Που κλαίνε βουβά στο κρύο κρεβάτι του νεκροτομείου
Τ' άσπρο μου φόρεμα κόκκινο πια σαν τα ποτάμια της κόλασης
Επτά μου γράμματα και δεκαεννιά μου πίκρες...

Κι οι μελλοθάνατοι με χαιρετούν
Και φορούν όλοι άσπρα...
Δεν το 'ξερα πως το αίμα το ξεβγάζει ο θάνατος
Θα 'ναι το φόρεμά μου πάλι όμορφο!
Εφτάψυχες αγάπες που ζουν τώρα στον παράδεισο... 

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Ο αγράμματος και η ωραία - Οδυσσέας Ελύτης




Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε αντίκρυ
        απ' τα βουνά μιαν αλαφράδα, μόλο που η μέρα ήταν σκληρή και
        η αύριο άγνωστη.
Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το χέρι πάνω από
        το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη
Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια -το φύσημα
        της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του καπνού από τα καμίνια-
        στης θαλάσσης την έμπαση αγρυπνούσε
Αλλιώς ωραία!
Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ' ένα θρόισμα, κι άλλα
        που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλαφιάζονται μέσα στα κυπα-
        ρίσσια, σαν παράξενα ζώδια, τη μαγνητική δορυφορώντας κε-
        φαλή της άναβαν. Και μία
Καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της, το αληθινό το-
        πίο να φανεί
Όπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον Άγγελο οι μαύροι άνθρωποι,
        δείχνοντας με ποιόν τρόπο γεννιέται η ομορφιά
Ή αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.
Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε την όψη που
        έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με τα πελώρια, σαν παλιάς
        Ιεροδούλου, ζυγωματικά
Τεντωμένα στ' ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός και της Παρ-
θένου.
«Μακριά απ' τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο πλάι της
        μιαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόημα, κι όπου το μόνο
        φως να 'ναι από την πυρά που κατατρώγει όλα μου τα υπάρ-
        χοντα.
»Ώμο τον ώμο οι δυο μαζί ν' αντέχουμε το βάρος από τα μελλούμε-
        να, ορκισμένοι στην άκρα σιγαλιά και στη συμβασιλεία των
        άστρων
»Σαν να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακριβώς, μέσα
        στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι
»Και πως, αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα στέρνα η μονα-
        ξιά, σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!»




                                   Οδυσσέας Ελύτης
             Από τις "Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό" (1960)

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Κι η αγάπη ένοχη...



Πέντε γράμματα θα 'θελα να σου πω με δάκρυα
Α-ν-τ-ί-ο
Και να ανοίξω την γη
Για να μπω μέσα...

Και εκεί
Στη γωνιά με τα πράσινα φύλλα 
Και τα σκονισμένα κάγκελα
Θα στέκεται μια μορφή
Ένα πουλί πελώριο; 
Ένα κύμα ανυπόμονο;
Ένα φως ολοσκότεινο;
Ένας άντρας είρωνας;
Κάτι απ'τ'άδικα της γης θα στέκεται
Και θα χαμογελάει
Όπως γελάν οι νικητές στους ηττημένους... 

Κι ύστερα, γιατί άραγε αγαπάμε;
Είναι η πέτρα που σπάει η αγάπη
Ή το νερό που τη διαβρώνει;
Είναι ένα ζευγάρι γαλάζια μάτια η αγάπη
Ή δυο ζαρωμένα ζεστά χέρια; 
Είσαι εσύ η αγάπη
Ή μια μαύρη μορφή κάτω απ' τα πράσινα τα φύλλα; 

Τίποτα δεν είναι απ'αυτά
Είναι η σκιά που κάθε βράδυ τρυπώνει στο κρεβάτι μας
Το είδωλο που κάθε μέρα στοιχειώνει την αγάπη μας
Η ιδιοτέλεια που σε κάθε ζωή μου κυνηγάει τον έρωτά μας...
Η αγάπη είναι το ημίφως που πλανά τα μάτια μου
Και πιο πολύ τα σωθικά μου
Χωρίς αυτήν δεν θα σ'αγκάλιαζα για τελευταία φορά
Χωρίς την αγάπη θα εφεύρα έναν μυστικό δρόμο μόνο για 'μας
Και θα περπατούσα ξυπόλητη εκεί για πάντα
Πριν την δημιουργία και μετά την καταστροφή
Πριν την γέννηση και μετά τον θάνατο
Πριν το ποτέ και μετά το πάντα... 

Αγάπη είναι αυτό που κάνει τον έρωτα να μοιάζει με εφήμερη ανοησία. 

Ο άνθρωπος που μ'άφησε έρχεται στα όνειρά μου
Κι ίσως επειδή φοβήθηκαν τα μάτια μήπως τον ξεχάσουν
Ζήτησαν απ' το μυαλό να τον ζωγραφίζει συνέχεια
Στην πελώρια και μαζί τόσο περιορισμένη
Παλέτα της σκέψης... 
Κι αυτή με τη σειρά της, για να μην ξεχαστεί,
Ζήτησε απ' την καρδιά να τον κρατήσει αέναα 
Μέσα στην πελώρια και μαζί τόσο περιορισμένη
Ζεστή φωλιά της...
Και τώρα εγώ τι να ζητήσω κι από ποιον;
Ζητώ από 'σένα να με συγχωρήσεις...

Βλέπεις, καμιά φορά, ο άνθρωπος που μας αφήνει
Κι ο άνθρωπος της ζωής μας
Είναι το ίδιο πρόσωπο. 

Αγάπη είναι να μισείς
Να μισείς τον εαυτό σου που αγάπησε
Ο άνθρωπος που σ'άφησε να σε χορεύει σε μαύρα καρφιά
Κι εσύ να φοβάσαι μήπως κάνεις λάθος βήματα
Ένα, δύο, τρία, τέσσερα
Ένα,δύο,τρία,τέσσερα
Το βαλς του θανάτου σου
Είναι το πιο γλυκό
Αγάπη είναι ένα βαλς με καβαλιέρο
Τον άνθρωπο που σ'άφησε...

Και χορεύετε, χορεύετε
Ώσπου κάποιος να γλιστρήσει και να παραπέσει στα καρφιά
Κι ο άλλος να βρει σύντομα καινούριο καβαλιέρο...
Μετράτε βήματα, μετράτε
Ώσπου ο δίσκος να κολλήσει 
Και να παίξει νέο τραγούδι
Πιο αστραφτερό δισκάκι... 

Αγάπη είναι ένας κουρασμένος, γρατζουνισμένος, γεμάτος χαράγματα 
Δίσκος για πικ-απ.

Οκτώ γράμματα σου λέω μ' έναν λυγμό
Σ-υ-γ-γ-ν-ώ-μ-η
Κι ύστερα φεύγω για τα σκονισμένα κάγκελα
Πλάι σε κάποιο πουλί, σε κάποιο κύμα, σε κάποιο φως... 
Πλάι σε κάποια μορφή σκοτεινή...

Αγάπη είναι αυτό που μια ζωή θα μας χωρίζει.


                               Ο έρωτας μας μια εφήμερη  ανοησία... 
                                              Κι η αγάπη ένοχη.  
                                                  Συγγνώμη.