Κάποιες φορές, για να προστατέψεις κάποιους ανθρώπους που αγαπάς, πρέπει να μείνεις μακριά τους. Να φύγεις, να φύγεις και να μην ξαναγυρίσεις ποτέ πια. Να τα θάψεις μέσα σου όλα: Τα όμορφα, τα άσχημα, τα μέτρια, τα απροσδόκητα. Όλα να τα κλειδώσεις κάπου βαθιά και να εξαφανιστείς απ' τη ζωή τους. Όπως τ' αστέρια που κάποια στιγμή κουράζονται να υπάρχουν σ' έναν Ουρανό και να σπαταλάνε το φως τους, χωρίς Αυτός να το εκτιμάει, κι έτσι, απλά, σβήνουν. Κάνουν ένα σάλτο και χάνονται. Πέφτουν κάπου σε κάποιο έδαφος. Μερικά είναι τυχερά... Τα βρίσκει ο Μικρός Πρίγκιπας στον μικροσκοπικό πλανήτη του και τα αγαπάει σαν το πανέμορφο λουλούδι του - ίσως και περισσότερο. Μερικά, βέβαια, είναι πιο άτυχα... Στη γη καταλήγουν, στην άσχημη γη μας, κι εκεί τα περιμένει χειρότερη αχαριστία...
Απ' αυτά τα δεύτερα είμαι κι εγώ. Βλέπετε, ατύχησα ως τώρα, ατύχησα όσο κανένας. Στις φιλίες μου ατύχησα, στα όνειρά μου ατύχησα, στους έρωτές μου - εκεί κι αν ατύχησα! Μια βραδιά λοιπόν που λυπόμουνα όσο κανέναν τον εαυτό μου κι ένιωθα το δίκιο μου να με πνίγει σαν τρικυμία που παλεύει να ξεσπάσει και να πνίξει τους πάντες χωρίς να το μετανιώσει ποτέ, μια τέτοια βραδιά λοιπόν, μου μίλησε ένα αστέρι. Δεν ήταν δίπλα μου, δεν είχε πέσει αυτό στη γη μας. Ούτε ουράνιο σώμα παρέμεινε, τον εγκατέλειψε τον άκαρδο τον Ουρανό πριν πολλά, πολλά χρόνια. Μα εκείνο ήταν τυχερό, έπεσε κάπου που τ' αγάπησαν κι οι άνθρωποι ήταν δίκαιοι - μίλια μακριά απ' τη δική μας γη, όπως καταλαβαίνετε. Παρά την τύχη και την ευτυχία του λοιπόν - γιατί αυτές οι λέξεις είναι πολύ, πολύ κοντά - τόλμησε και μου μίλησε.
-Πώς νιώθεις;
Με ρώτησε.
-Μισή.
Αποκρίθηκα εγώ. Ήταν να πω "Μόνη μου", μα αυτό ήταν προφανές έτσι κι αλλιώς.
Σώπασε για λίγο κι ύστερα αναστέναξε. Δεν μ' άγγιζε η συμπόνια του. Τα τελευταία καλοκαίρια είχα πολλά σπασμένα φτερά να προσπαθήσω να φτιάξω. Βλέπετε, ατύχησα, όπως είπα πριν, και σ'αυτό. Στο πέταγμα. Άλλοι το λένε έρωτα. Όπως βολεύεται ο καθένας... Το θέμα είναι ότι εγώ για άλλη μια φορά ατύχησα. Αν ήταν βραβείο να δώσουν στην πιο άσχημη ιστορία της γης, θα ήτανε για 'μένα. Δυστυχώς μόνο τα ωραία εγκωμιάζουν όλοι. Λογικό ακούγεται.
Έκανα να κλειστώ πάλι στο σπίτι, μα το αστέρι έβγαλε μια φωνή στα γρήγορα.
-Κάποιες φορές, για να προστατέψεις κάποιους ανθρώπους που αγαπάς, πρέπει να μείνεις μακριά τους.
Κάπου το είχα ξανακούσει αυτό. Έκανα ένα βήμα πίσω. Ήθελα για πρώτη φορά να μιλήσω σκληρά. Άσχημα, ίσως και άδικα. Σχεδόν σε όλους. Ακόμη και στο αστέρι. Έτσι, για την συμπόνια του. Ήθελα να βγάλω όλα όσα είχα μέσα μου. Όλη η ατυχία μου με έτρωγε και μ' έκανε σχεδόν να μισώ. Κι ακόμη κι αν δεν το κατάφερνα σε μερικούς αυτό καλά, σίγουρα ήθελα να σταθώ μπροστά τους, σαν ο κριτής, ο άλλος εαυτός τους, το παιδί που μένει απέναντι, ο μανάβης της γειτονιάς τους, η μαμά τους, ο παππούς τους, σαν κάποιος που τους τα 'χε τέλος πάντων μαζεμένα, και να βγάλω όλη του κόσμου την σκληρότητα σε δυο μου λέξεις. Και αν δεν το κατάφερναν οι δυο, σε τρεις, πέντε, δέκα, εκατό. Να τους τα πω μονάχα ήθελα, λίγο πιο σκληρά απ' ό,τι πραγματικά είναι, πιο άκαρδα, ίσως κι άδικα σε μερικές περιπτώσεις, και να φύγω. Να ρίξω μια με το μαχαίρι της γλώσσας μου και να κάνω την καρδιά τους χίλια κομμάτια. Κι αφού τους πλήγωνα, θα έφευγα με το κεφάλι μου ψηλά, χωρίς να έχω ακούσει ούτε μια ανόητη λέξη απ' τα δειλά στόματά τους.
-Δικαίωση;
Ρώτησε το αστέρι, που μάλλον διάβαζε τη σκέψη μου.
-Δεν ήξερα πως σας μαθαίνει το άσπλαχνο φεγγάρι την ανάγνωση των ενδόμυχων επιθυμιών.
Απάντησα, αρχίζοντας την προετοιμασία μου στα σκληρά λόγια. Ήξερα βέβαια πως τ' αστέρι αυτό είχε από καιρό εγκαταλείψει τον Ουρανό και το φεγγάρι του. Ήθελα απλώς να το πληγώσω.
-Δικαίωση;
Ξαναρώτησε εκείνο, δίχως να μοιάζει να πτοείται απ' την επιτηδευμένη μου κακία.
-Μπα, δεν νομίζω.
Απάντησα με ειλικρίνεια, αφού δεν ήταν αυτό που ζητούσα.
-Τότε τι; Τι περιμένεις να κερδίσεις με τα κοφτερά λόγια που θες να ξεστομίσεις; Μήπως να μείνεις κι άλλο μόνη σου;
-Κι άλλο; Δεν έχει άλλο. Δεν πάει άλλο.
Απάντησα σπασμένη. Πού πήγε η σκληρότητα; Κοίταξα χαμηλά. Μάλλον λύγιζα πολύ εύκολα...
-Τι είναι που περιμένεις, λοιπόν;
-Τίποτα. Δεν περιμένω τίποτα.
Είπα κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα σιγά.
Τι περίμενα, αλήθεια; Πώς μια καρδιά μισή να γίνει πάλι μία;
Έκλεισα τα μάτια μου. Την άλλη μέρα δεν είπα σε κανέναν τίποτα. Τίποτα το σκληρό, το άκαρδο, το οριακά άδικο. Την επόμενη δεν είπα πάλι τίποτα. Και την επόμενη, τίποτα πάλι. Μια μέρα μετά απ' αυτό, τίποτα. Και την άλλη, τίποτα. Τίποτα, τίποτα, τίποτα...
Κάποιες φορές, για να προστατέψεις τους ανθρώπους που αγαπάς, πρέπει να μείνεις μακριά τους. Ούτε να τους κάνεις σκουπίδι με τα λόγια σου, ούτε τίποτα. Κράτα απόσταση, μου 'πε η συνείδησή μου, κι εγώ την άκουσα. Τα λόγια συνέχισαν τον αγώνα τους να βγουν απ' το αγανακτισμένο μου λαρύγγι, κι όμως, εγώ έμαθα να τα τιθασεύω. Έμαθα να ελέγχω και να ελέγχομαι. Κράτησα την απόσταση που 'χε ήδη υποστεί η καρδιά μου κι οι ιδέες μου. Η σκέψη μου, η διάσταση της σκέψης μου, ήταν έτσι κι αλλιώς μίλια μακριά. Από όλους. Από πάντα. Κι αυτό ήτανε κάτι που, επιτέλους, δεν ατύχησα. Κι αν, μέχρι τώρα, ατύχησα σε όλα τ' άλλα, ποιος είπε πως δεν θα το πάθαινα; Κι αν είναι όλη αυτή η ιστορία άσχημη και άδικη και εξωφρενική και ίσως, οριακά, γελοία, ποιος είπε πως δεν θα 'ταν;
Το αστείο είναι πως μέχρι τώρα, καθώς έβλεπα να 'μαι σ' όλα άτυχη, συγχρόνως έκανα κι ένα άλλο πράγμα: Υπερασπιζόμουν. Κι όχι απλά υπερασπιζόμουν: Πίστευα κι εγώ η ίδια αυτά που υπερασπιζόμουν (είναι μεγάλη υπόθεση αυτό). Τα εμπόδια-ενδείξεις δεν μ' έκαναν ποτέ να πεισθώ για το αντίθετο. Κι ίσως, αν ήμουν ελαφρώς σοφότερη - ή και λιγότερο τυφλωμένη (είναι η μειωμένη ορατότητα απ' το πέταγμα, το οποίο προανέφερα) - να είχα καταλάβει νωρίτερα ορισμένα πράγματα. Το πρώτο κακό είναι ότι αυτά τα πράγματα ήταν σημαντικά. Πιο σημαντικά σχεδόν δεν γίνεται! Το δεύτερο κακό είναι, όπως είπα, ότι έχασα χρόνο. Δεν είναι το θέμα ότι τα κατάλαβα, μα πότε τα κατάλαβα! Και το τρίτο κακό - και, εννοείται, μεγαλύτερο! - είναι πως μετά από όλα αυτά, δεν με πειράζει πια που ατύχησα! Που πίστεψα με πειράζει, που υπερασπίστηκα αυτό που τόσο βαθιά και δυνατά πίστεψα. Το τρίτο αυτό κακό είναι, εκτός από το πιο απροσδόκητο, και το πιο αστείο! Δεν με νοιάζει πια που ατύχησα... Που πίστεψα μονάχα με πειράζει...
(Κατάλαβες τώρα, αστεράκι, γιατί τα λόγια τα σκληρά ξεχείλιζαν;)