Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Σύγκριση αναπόφευκτη



  Η αλήθεια είναι πως μαζί σου έμαθα τόσα περιπετειώδη, συναρπαστικά πράγματα! Έμαθα πώς γίνεται να ταξιδεύεις χωρίς να κουνιέσαι ούτε τόσο απ' τη θέση σου. Έμαθα πώς είναι να τρως παγωτό το χειμώνα, να μην παίρνεις μαζί σου ομπρέλα όταν κλαίνε τα σύννεφα, να αφουγκράζεσαι τη θάλασσα και να την αγαπάς, σαν να 'ναι τα όνειρά σου, να μισοβλέπεις τις ταινίες στο θερινό σινεμά, να σκας στα γέλια σε στιγμές που πρέπει να μείνεις πολύ πολύ ήσυχος κι ύστερα να το σκέφτεσαι όλο αυτό και να γελάς ακόμη περισσότερο, να κλαις από χαρά και να γελάς από τη λύπη. Περπατώντας με στις λεωφόρους, μου 'μαθες την ανοησία του να περιμένεις το φανάρι: Πριν ακόμη πατήσεις το πόδι σου στο πεζοδρόμιο, έχει ανάψει πάλι κόκκινο και τρέχεις. Εσύ μου 'μαθες να μη χάνω τόσα λεπτά απ' τη ζωή μου κάθε μέρα περιμένοντας! Και γυρίζοντας μαζί μου τα σοκάκια της συνοικίας μας, μου 'μαθες πώς είναι να τρέχεις να προλάβεις ένα λεωφορείο που σε αγνοεί επιδεικτικά. Τρέχεις ώσπου να το χάσεις από τα μάτια σου, ακόμη κι αν είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα το προλάβεις. Μα δεν σ'αγάπησα γι'αυτά που μου 'μαθες, ίσως γι'αυτά να σ' ερωτεύτηκα και να δέθηκα μαζί σου τόσο πολύ. Γιατί, όπως λένε, η μεγαλύτερη αγάπη είναι αυτή που την αισθάνεσαι χωρίς λόγο, έτσι απλά, τυχαία.
  Κι ήταν κάτι μέρες που ένιωθα την καρδιά μου να χτυπά τόσο δυνατά, φοβόμουν μήπως μου συμβεί κάτι, μήπως απ' την τόση ένταση δεν αντέξει πια και σταματήσει. Μα αυτή χτυπούσε δυνατότερα. Κι εγώ  χαλούσα τα μισά νυχτολούλουδα απ' την διπλανή πολυκατοικία - εκείνη με τα πράσινα κάγκελα - γιατί δεν μ' έπαιρνε ο ύπνος τα βράδια δίχως τη μυρωδιά τους. Κι ακόμη κι αν μου 'κλέβαν μπόλικο απ' το οξυγόνο μες στο δωμάτιο, ανέπνεα καλύτερα από ποτέ εκείνες τις μέρες. Μύριζε ο αέρας καλαμπόκι, όπως εκείνο που προσπερνούσαμε τα δειλινά στις βόλτες μας και ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον αν πεινάει. Φαινόταν ο ουρανός καταγάλανος, όπως η θάλασσα που με πετούσες τα μεσημέρια εκείνα του καλοκαιριού και εγώ τσίριζα, μα αντί να φύγω μακριά σου, πάλι από 'σένα κρατιόμουν. Πάντα: Εσύ με έριχνες να πνιγώ κι εγώ από 'σένα γύρευα να κρατηθώ. Πόσο αγαπούσα, μάτια μου, εκείνες τις μέρες!
  Μα ήταν και κάτι άλλες μέρες που η καρδιά μου χτυπούσε τόσο αργά, σαν χαλασμένο πικ-απ που κολλάει η βελόνα του. Κι εγώ πια δεν φοβόμουν μην δεν αντέξει απ' την ένταση, ούτε μη σταματήσει φοβόμουν. Απλά τη λυπόμουν, μαζί με 'μένα τη λυπόμουν. Θλίψη ένιωθα, ούτε οργή, ούτε μίσος, ούτε τίποτα. Απέραντη, ακατάσχετη, ατέρμονη θλίψη. Κι η μύτη μου γέμιζε αίμα κι ούτε την άντεχε τη μυρωδιά απ' τα νυχτολούλουδα. Έκλεινα τα παράθυρα, τα σφράγιζα και τα διπλοκλείδωνα, μην τυχόν τολμήσει κάτι να μ' ενοχλήσει. Ούτε ο ήλιος με το εκνευριστικό του φως, ούτε κι ο ουρανός με το ανυπόφορο γαλάζιο του. Κι όμως και πάλι, όλα σε θύμιζαν. Κι έσφιγγα με τα χέρια μου τ' αυτιά μου, να σταματήσει η φωνή σου ν' αντηχά. Και φώναζα πως σε μισώ, όχι γιατί το ένιωθα, μα μήπως και τ' ακούσει η μορφή σου κι εξαφανιστεί απ' το σπίτι μου. Και περνώντας δίπλα απ' τα καλαμπόκια ούτε σκεφτόμουν αν πεινάω κι αν έφαγα σήμερα κι αν έφαγα χθες κι από πότε έχω να φάω. Μόνο το χρέος του Θεού να σε φέρει πίσω σκεφτόμουν, τίποτα άλλο. Κι έχανα τα λεωφορεία ακόμη κι όταν με περίμεναν και περίμενα το φανάρι ακόμη κι όταν ήταν ήδη πράσινο. Κι έψαχνα το χέρι σου, ακόμη κι όταν μ' έπνιγες. 
  Και μετά τελείωναν κι αυτές οι μέρες και γύριζες, γύριζες πίσω σε 'μένα, κοντά μου. Κι έτρεχα να περιποιηθώ τον από καιρό παρατημένο εαυτό μου κι έτρωγα για να μη με μαλώνεις που τόσο καιρό το παραμέλησα κι ίσα που προλάβαινα να ζητήσω συγγνώμη απ' τα μωβ νυχτολούλουδα, που τώρα ακουμπούσα προσεκτικά στην στεγνή από αίμα μύτη μου. Και σε τάιζα την πανακότα που πάντα σ' άρεζε κι εσύ με πέταγες πάλι στη θάλασσα, για να τσιρίζω και να σε κυνηγάω μετά! Κι άνοιγα διάπλατα τα παραθυρόφυλλα, μην τυχόν και στερηθώ ούτε μια αχτίδα απ' τον πανέμορφο ήλιο.
  Πάντα έτσι ζούσαμε. Από καταβολής του κόσμου ερωτευμένοι. Παθιασμένοι, ανόητοι ίσως. Πάντα μαζί. Κι όταν χωριζόμασταν, ακόμη πιο μαζί.
  Τώρα κοιτάζω τα νυχτολούλουδα αδιάφορη: Δεν μ'ενοχλούν, μα ούτε και προσδοκώ τη μυρωδιά τους. Κι ίσως ακόμη να μπορούσα να πω πως με ενοχλεί λίγο ο θόρυβος όταν ακούω να φτιάχνονται τα καλαμπόκια. Κι αυτή η μυρωδιά τους... κάπως αλλιώτικη σαν να μου φαίνεται. Τώρα τα λεωφορεία δεν είναι και τόσο συναρπαστικά. Με το που τρέχω σταματάνε, σαν να κατανοούν με όλη τους τη συμβιβαστικότητα την καθυστέρησή μου. Και έχω χάσει τελικά πολλά λεπτά απ' τη ζωή μου περιμένοντας ν' ανάψει το πράσινο στο φανάρι: Φοβάμαι βλέπεις, έτοιμοι μοιάζουν όλοι να με πατήσουνε. Τώρα στη θάλασσα κανείς δεν με πειράζει. Θα 'πρεπε να χαίρομαι για την ελευθερία μου να αργήσω να μπω στο νερό όσο θέλω. Θα 'πρεπε να χαίρομαι γενικώς για την ελευθερία μου.
  Τώρα, βέβαια, ούτε κι η ελευθερία μοιάζει τελικά τόσο συναρπαστική. 

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Λίγες σταγόνες για την υστεροφημία



Κι όλα τα όνειρα που ανήκουν πια στο παρελθόν
-όπως να σ' έχω
να ξυπνώ μαζί σου 
να σε παντρευτώ-
τ' άφησα πίσω μου

Βλέπεις, ξέφυγες απ' τις Ερινύες
κι απ' την θανατοποινίτισσα συνείδησή σου
πώς θα μπορούσα να σε κατηγορήσω εγώ;
Πώς να μην γλυτώσεις από 'μένα;
Τ' άφησα λοιπόν όλα πίσω μου

Κι ίσως αν ήσουν λίγο λιγότερο ανόητος
να καταλάβαινες τη βασική επισήμανση
που υπογραμμίζει με κόκκινο τώρα η καρδιά μου:
δεν είναι πως σε έβαλα πάνω απ' τα όνειρά μου
είναι πως εσύ είσαι ό,τι ονειρεύτηκα

Έστω ήσουν. 

Μα τώρα όλα τα όνειρα που ανήκουν πια στο παρελθόν
-όπως να σ' έχω
να ξυπνώ μαζί σου
να σε παντρευτώ-
τα 'χω πια αφήσει πίσω μου

Άλλωστε να μην συγχωρείς κάποιον 
που έχεις για άνθρωπο 
όλης της πολυσήμαντης, μικρούλικης ζωής σου
είναι σαν την παρθενογέννηση στην Τέχνη:
απλά δεν γίνεται

Δύσκολο - αλήθεια - να κουβαλάς ένα όμορφο παρελθόν
σαν να 'σαι απόγονος κάποιου μεγάλου ονόματος
κάτοχος μιας τεράστιας κληρονομιάς
που δυστυχώς δεν θυμάσαι μονάχα εσύ:
το ξέρουν όλοι, όλοι θυμούνται αυτά που έζησες

Μα κάθε μνήμη αρχέγονη
είναι ένα όπλο για το αίμα που τρέχει απ' το μέλλον μας
κι αν το κρύψουμε καλά κάτω απ' τον κόρφο μας
εκεί που κάτι χτυπά αργά και σταθερά
ώσπου να πάψουμε ν' αναπνέουμε

Αν λέω το κρύψουμε καλά
ίσως και να μας χρησιμεύσει κάπου
ίσως - πού ξέρεις - και να μας φανεί πολύτιμο
ίσως και να μας λυπηθεί ο Θεός όταν φτάσουμε πάνω
και να μας μπάσει στον Παράδεισο

Γι'αυτό και γράφω και σβήνω και ξαναγράφω
για να φυλάξω κάπου την ομορφιά του κόσμου
γιατί υπάρχει ομορφιά στον κόσμο:
μόνο που λίγοι μπορούν και τη θυμούνται
και για να τη μεταβιβάσω στους δικούς μου απογόνους

Κι όταν ακουμπώ στο λευκό χαρτί
ξέρω πως το χέρι μου είναι προέκταση του θείου αισθήματος
του έρωτα
πιστός του φίλος όταν λιώνει μες στο πάθος
μα ακόμη πιο πιστός όταν σβήνει και προσπαθεί απελπισμένα να διασωθεί σε δέκα λέξεις

Γι'αυτό ό,τι έκανα κι ό,τι θα κάνω
ό,τι ονειρεύτηκα κι ό,τι τόλμησα
δεν είναι παρά μια προσπάθεια να διαιωνίσω κάποια ελπίδα:
εκείνη που 'χει το παρελθόν για τη συνέχισή του
κάτι να με θυμούνται τα παιδιά του αύριο και να ερωτεύονται

Γι'αυτό όσα έζησα κι ό,τι θυμάμαι
ό,τι προσπάθησα κι ό,τι κατάφερα
δεν είναι παρά συνεχείς απόπειρες κάτι απ' το φως να μείνει 
λίγες σταγόνες για την υστεροφημία μου
λίγο νερό για ν' αραιώσω το αίμα του μέλλοντος

Όλα τα υπόλοιπα τ' άφησα πίσω μου
Έτσι θα μ'άρεζε να ζω
Σαν από πάντα ερωτευμένη μ' όσα αξιώθηκα να κάνω
Σαν από πάντα ολόψυχα δοσμένη 
Σ' ό,τι θα μ' αξιώσει το είναι μου να ζήσω και στο μέλλον 

Κι όταν θα λέω για τα όνειρα που ανήκουν πια στο παρελθόν
-όπως να σ'είχα
να ξυπνούσα μαζί σου 
να σε παντρευόμουνα-
θα χαμογελώ που αν και τ' άφησα πίσω μου

Δεν υπέπεσα στο μεγαλύτερο του κόσμου λάθος:
να τα ξεχάσω
γιατί μονάχα τότε πεθαίνει αγάπη μου ο άνθρωπος:
όταν ξεχνιέται 
κι όταν ξεχνά

Κι έτσι, για λίγες μόνο ακόμη σταγόνες για την υστεροφημία μου
θα αποκάλυπτα με μεγάλη χαρά την μεγαλύτερή μου ανακάλυψη:
είναι ωραίο να αγαπιέσαι
γλυκό σαν μέλι!
Μα σαν το ν'αγαπάς δεν έχει

Κι όταν θα κλείσω πια τα μάτια μου
δεν θα 'μαι πάλι σίγουρη 
τι θα 'χω αφήσει να θυμούνται τα παιδιά μου
και τα παιδιά τους
και τα παιδιά των παιδιών τους

Μα η σιγουριά για το μέλλον
είναι σαν να μη συγχωρείς αυτόν που έχεις για άνθρωπό
όλης της πολυσήμαντης, μικρούλικης ζωής σου
είναι σαν την παρθενογέννηση στην τέχνη:
απλά δεν γίνεται


Γι'αυτό ό,τι έκανα κι ό,τι θα κάνω
ό,τι ονειρεύτηκα κι ό,τι τόλμησα
δεν είναι παρά μια προσπάθεια να διαιωνίσω κάποια ελπίδα:
εκείνη που 'χει το παρελθόν για τη συνέχισή του
κάτι να με θυμούνται τα παιδιά του αύριο και να ερωτεύονται

Γι'αυτό όσα έζησα κι ό,τι θυμάμαι
ό,τι προσπάθησα κι ό,τι κατάφερα
δεν είναι παρά συνεχείς απόπειρες κάτι απ' το φως να μείνει 
λίγες σταγόνες για την υστεροφημία μου
λίγο νερό για ν' αραιώσω το αίμα του μέλλοντος


Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Ο παλμός του Σε Θέλω...



Μέσα από τα συντρίμμια μου
-Που γράφονται με δύο "μ"
Ίσως για να τονίσουν κάποιο γράμμα-
Μαθαίνω να μετουσιώνω τη στάχτη σε χαμόγελο...

Αμέτρητο, πλατύ χαμόγελο
Όχι για 'μένα - σε γελάσανε
Για 'σένα είναι, για να σου στέκομαι
Και να σε βοηθάω να χαμογελάσεις κι εσύ...

Για 'σένα
Γιατί όταν σε βλέπω να κλαις
Άνθρωπος είμαι κι εγώ - λυγίζω
Κι ύστερα φοβάμαι μη δεν μπορώ να σε βοηθήσω...

Κι όλο αισθάνομαι κι αισθάνομαι
Τον παλμό του Σε Θέλω αισθάνομαι
Και ξεριζώνω την καρδιά μου απ' τα σπλάχνα του Θεού
Και σου την ακουμπώ δίπλα στο μαξιλάρι σου...

Μέσα από το δράμα μου
-Που γράφεται με ένα "μ"
Ίσως για ν' αποδιώξει κάποιο γράμμα με επιτηδειότητα-
Μαθαίνω να μεταβάλω το γιατί σε προσευχή...

Ακλόνητη, παρατεταμένη προσευχή
Όχι για 'μένα - λάθος σου τα 'πανε
Για 'σένα προσεύχομαι, για να είμαι δίπλα σου
Ακόμη κι αν δεν είμαι μαζί σου...

Κι όλο ακούω κι ακούω
Τον παλμό του Σε Θέλω ακούω
Και ξεγλιστράω απ' τα χέρια του Θεού
Κι έρχομαι μες στην αγκαλιά σου - χωρίς πρόσκληση...

Και για όλα τα παλιά μη μιλάς πια
-Που γράφονται μ' ένα "π" και μ' ένα "λ"
Καταλαβαίνεις νομίζω γιατί-
Σε τέτοια θαύματα μόνο η σιωπή αρμόζει...

Φτάνοντας στον Παράδεισο θα συναντήσεις ένα σκαλί
Που θα 'ναι τόσο πλατύ όσες ήταν οι πίκρες μας
Περιμένοντας το κορμί σου να το σκαρφαλώσει
Αργά και κουρασμένα...

Φτάνοντας στην Κόλαση θα συναντήσεις μια μορφή
Που θα 'ναι τόσο όμορφη όσο τη θυμάσαι από τότε
Περιμένοντας το κορμί σου να την αναστήσει
Με πάθος και γεμάτο έρωτα...

Κι όλο ανεβοκατεβαίνω και ανεβοκατεβαίνω
Με τον παλμό του Σε Θέλω ανεβοκατεβαίνω
Και δραπετεύω απ' το αιώνιο του Θεού
Και φτάνω σε μια στιγμή κόλασης μαζί σου - χωρίς εξιλέωση...

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Η μεγαλύτερη στιγμή της αγάπης μας...



  Εκείνη τη μέρα που χωριζόμασταν με φώναξες και μου 'κανες μια τελευταία αγκαλιά. Κι ήταν σαν αυτές που περιγράφουν οι πονεμένοι άνθρωποι, αυτές τις τελευταίες αγκαλιές, αυτές τις μεγάλες, σφιχτές αγκαλιές, αυτές τις αγκαλιές που χωράνε μέσα τους όχι απλά εκείνη την οδύνη, τον πόνο, την πίκρα του χωρισμού, την τόση αγάπη που κουράστηκε να ματώνει, που γίνεται δάκρυα, αμέτρητα δάκρυα, ακριβώς γιατί είναι η πρώτη και η τελευταία αγάπη, η αιώνια, η παντοτινή, εκείνη που θα ταλαιπωρηθεί τόσο μέσα απ' τα χρόνια - ήδη έχει άλλωστε λυγίσει - εκείνη που μ' ένα αέναο παράπονο πάντα θα σε προσέχει από μακριά, θα προσεύχεται για 'σένα, θα φοβάται για 'σένα, θα ελπίζει για 'σένα, θα πεθαίνει και θ'ανασταίνεται για 'σένα. Δεν είχε μόνο αυτά η αγκαλιά μας. Ήταν σαν να χώρεσε σε μια στιγμή όλα τα κακά του κόσμου, όλα τα άσχημα πάνω στη γη, όλη την ορφάνια, την δυστυχία, ήταν σαν να 'ναι η αγκαλιά μας μια προαιώνια συμβατικότητα, μια ανοχή, μια συνενοχή θα έλεγα σ' όλα τα εγκλήματα, το αίμα, ήταν σαν να κουβαλάει όλα εκείνα τα αποκαρδιωμένα, χαμηλωμένα μάτια, που ούτε παράπονο αντέχουν να εκφράσουν πια, τα μάτια των παιδιών όλου του κόσμου, τα μάτια των ανθρώπων όλου του κόσμου. Χώρεσε η αγκαλιά μας τον κόσμο που τόσο μας πλήγωσε. Τον χώρεσε. Κι ας την πονούσε. Και κάπου είχα διαβάσει πως όταν νιώθεις πραγματικά δυστυχισμένος για κάτι, όταν κλαις, είναι σαν να κλαις μαζί μ'αυτό που σου συνέβη και για όλα τα κακά του κόσμου, σαν να κλαις ακόμη και για τον πόλεμο, την πείνα, την ορφάνια και την καταφρόνια, σαν να κλαις για όλα εκείνα τ' άσχημα που σου 'μάθανε μικρό στο σχολείο, για όλα εκείνα που είδες με τα μάτια σου, που άκουσες με τ' αυτιά σου, που ένιωσες με τα χέρια σου, ή και για 'κείνα που ποτέ δεν μπόρεσες - ή και δεν άντεξες - ν' αντικρίσεις, για όλα όσα πονάνε τους ανθρώπους απ' την ώρα που 'ρχονται στον κόσμο. Εκείνη λοιπόν η τελευταία μας αγκαλιά τα χώρεσε όλα αυτά κι άλλα τόσα που δεν πρόλαβα εγώ να σκεφτώ, μα εκείνη σίγουρα προνόησε.
  Κι ύστερα χωριστήκαμε. Και δεν επρόκειτο να υπάρξει άλλη αγκαλιά. Είναι μερικές φορές που ξέρεις ότι μερικά πράγματα τα κάνεις και τα αισθάνεσαι για τελευταία φορά. Είναι καλύτερο άραγε απ' το να μην το ξέρεις; Δεν ξέρω. Μάλλον όχι, γιατί στ' αλήθεια θα 'θελα να ξέρω πως το τελευταίο φιλί μαζί σου ήταν πράγματι τελευταίο. Όχι πως θα το 'κανα αλλιώς, όχι πως θα αισθανόσουν εσύ κάτι άλλο. Μα, ας μου το 'λεγες πως δεν με θέλεις πια, να το 'ξερα, έστω να φανταζόμουν πως λιγοστεύουν τα φιλιά μας. Όπως και να 'χει, χαίρομαι που με 'κείνη την αγκαλιά μας μοιραστήκαμε για λίγα δευτερόλεπτα όλα τα κακά του κόσμου. Δείξαμε την αντοχή του μέσα μας να τα κουβαλήσει - έστω για λίγο. Αποδείξαμε την ικανότητα του κορμιού μας να τα σηκώσει στις πλάτες του, των ματιών μας να τ' αντικρίσει κατάματα, των χειλιών μας να μιλήσει γι'αυτά. Κι ύστερα χωριστήκαμε. Έτσι απλά. Και τώρα, σε μια νύχτα απ' αυτές που κλαις για όλα τα κακά του κόσμου, ξέρω πια ποιο είναι το μεγαλύτερο, το σπουδαιότερο επίτευγμα της αγάπης μας. Ξέρω τι είναι το πιο δυνατό που μοιραστήκαμε, τι είναι αυτό που ποτέ κανείς μας δεν θα λησμονήσει. Η μεγαλύτερη στιγμή της αγάπης μας ήταν εκείνη η αγκαλιά, ήταν που χώρεσε μέσα στα χέρια μας η πίκρα όλου του κόσμου. Κι είμαι σίγουρη πως κάτι τέτοιο δεν μπορείς να το κάνεις με κάποιον που δεν αγαπάς, έτσι δεν είναι; Κι η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης μας λοιπόν, αυτή είναι: Η τελευταία μας αγκαλιά. 

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Κι έγινε αυτό που δεν έπρεπε να γίνει...



Σου 'χα πει, μάτια μου, ό,τι κι αν γίνει θα σ'αγαπώ
Κι έγινε αυτό που δεν έπρεπε να γίνει...
Σου 'χα ζητήσει να μην αλλάξεις
Κι άλλαξες
Σου 'χα παραγγείλει μια νύχτα ένα λάθος τηλεφώνημα
Ένα μήνυμα τάχα χωρίς να θέλεις
Και δεν πήρες
Μου 'χες πει δεν θα μ'άλλαζες ποτέ
Και μ'άλλαξες
Μου 'χες ζητήσει να σου πω "Μα, εγώ σ'αγαπάω"
Και -δεν ξέρω γιατί!- δεν το 'πα...

Κι έγιναν λοιπόν όλα αυτά που δεν έπρεπε να γίνουν
Και τώρα άντε να ψάχνεις αναμνήσεις
Να τις βάλεις στη θέση τους
Άντε να δείξεις πόσο αγάπησες
Κι άντε να δικαιολογηθείς που χάθηκες τόσο καιρό
Κι ύστερα απ' όλα αυτά που συνέβησαν
Άντε να τα καταφέρεις να μείνεις σε μια καρδιά
Έστω και σαν θύμηση...

Κι ύστερα από τόσο καιρό
Τι θα 'ταν λογικό να αισθάνομαι;
Θεέ μου, τι σχήμα οξύμωρο;
Πόση αιώνια αντίθεση
Χωράει σε μια πρόταση;
Πόση μακαβριότητα χωράει σ' ένα ποιήμά μου;
Πόσο αίμα απλώνει σ' ένα χαρτί;
Πόσο "εσύ" στην προσευχή μου;
Πόσο "εμείς" στην καρδιά μου;
Αναπνέει τόσο σιγά
Κουρασμένη απ' τον πολύν έρωτα
Ματωμένη απ' την τόση ζήλια...

Υπήρξε ιδιοτελής όταν κι αυτή ερωτεύτηκε
Ύστερα γέμισε ξαφνικά αλτρουισμό
Όταν γνώρισε εσένα
Ύστερα πάλλεται ο εγωισμός με την ανιδιοτέλεια
Όταν εσύ γνωρίζεις κάποια άλλη
Κι όπως παλινδρομεί ο χρόνος
Μεταξύ του παρελθόντος και του τώρα
Στα ρήματά μου
Έτσι παλινδρομεί και στα μάτια μου
Σ' όλα όσα βλέπω
Σ' όλα αυτά που γίνονται
Κι είναι αυτά που δεν έπρεπε ποτέ να γίνουν...

Ύστερα λοιπόν από όλον αυτόν τον καιρό
Τι θα 'πρεπε πια να αισθάνομαι;
Χαρά;
Νοσταλγία;
Μια ανεπαίσθητη πικρία για αυτά που έφυγαν;
Ένα χαμόγελο για αυτά που έζησα;
Να μου λείπεις;
Να σε θυμάμαι;
Να σ'αγαπάω;
Μήπως να σε ξεχάσω τελικά καθώς ζω μακριά σου;
Θα 'πρεπε να περιμένω ακόμη να μου στείλεις εκείνο το "κατά λάθος" μήνυμα;
Θα 'πρεπε να προσεύχομαι για 'σένα;
Θα 'πρεπε να ζηλεύω;
Ν' αδιαφορώ;
Τι θα 'ταν λογικό να αισθάνομαι;

Κι έτσι
Με το οξύμωρο αυτό της πρότασής μου
Κλείνω τις σκέψεις μου κι απόψε
Μετά από όλον αυτόν τον καιρό που πέρασε
Κι όλο τα ίδια και τα ίδια γράφω
Κι έτσι
Γίνεται κι απόψε αυτό που δεν έπρεπε να γίνει...

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Τα σώματα




Και τελικά τι σημασία έχουν τα αισθήματα;
Μόνο τα σώματά μας υπάρχουν
Ζούνε μια στιγμή αθανασίας
Την ώρα του έρωτα
Και μετά γερνάνε
Πεθαίνουν. 


Και τελικά τι σημασία έχουν οι μεγάλες αγάπες;
Κάτι μυστικές συνουσίες θα μείνουν
Κάτι ανεβοκατεβάσματα
Ποικίλης έντασης 
Τάχα "έρωτας" 
Τίποτα άλλο.


Αυτά τα σώματά μας είναι μόνο που ζούνε
Αποσπούν ένα θείο δώρο
Μια στιγμιαία αιωνιότητα 
Κι ύστερα με τον καιρό
Μαραζώνουν 
Νεκρώνονται. 


Και τελικά τι σημασία έχουν οι αγάπες μας;
Όλα συνηγορούν για μια επανάληψη
Μιας πράξης τελείως σαρκικής
Και να σου πουν ύστερα αντίο
Σαν να μη γίνατε ποτέ ένα
Κάτω από δυο σεντόνια. 


Και τελικά γιατί να λέμε τάχα πως κάποιοι μας αγάπησαν;
Μια ανακούφιση για το κορμί τους μόνο έψαχναν
Μια ανάσταση του πρόσκαιρου θανάτου τους
Λίγη απ' την ψευδαίσθηση της ευτυχίας
Λίγο κυνισμό για να αντισταθμίσουν
Τα ψεύτικα λόγια μας. 



Και τελικά τι σημασία έχουν τα αισθήματα;
Μόνο τα σώματά μας υπάρχουν
Ζούνε μια στιγμή αθανασίας
Την ώρα του έρωτα
Και μετά γερνάνε
Πεθαίνουν. 

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Αποχαιρετιστήριο...




Κι ύστερα από καλοκαίρια και χειμώνες
Κι αγριάδες και καυγάδες
Και βόλτες και φιλιά βροχερά
Και στιγμές δικές μας 
Και στιγμές που δεν τις ζήσαμε μαζί
Φτάνουν πια οι μεγάλες της ζωής μας αποφάσεις.

Μας χαιρετούν από το κοντινό μας
Πολύ πολύ σύντομο μέλλον
Και περιμένουνε το αίμα μας
Τις θυσίες μας
Λίγα ίσως χρόνια απ' τη ζωή μας
Για να ευδοκιμήσουν. 

Κι εμείς βεβαίως θυσιάζουμε
Σ'αυτόν τον πελώριο βωμό των ονείρων μας
Χωρίς καμιά υπόσχεση
Καμιά εγγύηση
Τίποτα απολύτως
Μονάχα με μια πίστη βαθιά
Για κάτι καλύτερο.

Κάτι καλύτερο απ' το σήμερα
Κάτι καλύτερο ίσως κι από το χθες
Που τόσο αγαπήσαμε
Ύστερα λοιπόν από καλοκαίρια και χειμώνες
Από αναμνήσεις κι από αναμπουμπούλες
Από κούραση
Υποτίμηση
Κάποια ίσως στιγμιαία απόγνωση
Φτάνουν πια οι μεγάλες της ζωής μας αποφάσεις.

Και καθώς βαδίζω στο μονοπάτι τους
Με φόβο όσο δεν είχα ούτε τότε
Που σ' έχανα
Ξέρω πως τέλειωσαν τ' αστεία
Τίποτα πια δεν θα 'ναι όπως πρώτα
Γιατί τόσο καιρό όλα άλλαζαν
Κι όλα έμεναν ίδια
Μα τώρα, εδώ που φτάσαμε
 Τίποτα δεν θα κρατήσει όπως παλιά.

Κι ύστερα
Ίσως ποτέ να μη σε ξαναδώ
Θα μείνεις ίσως μια ανάμνηση
Ενός έρωτα που ηττήθηκε
Από την αδυναμία
Την ασυμφωνία
Την πλήξη θα τολμούσα να πω
Μιλώντας κυνικά
Όπως ποτέ μέχρι τώρα δεν μίλησα.

Και κάτι ήξερα βεβαίως
Μόνο κυνικά δεν δύναται άνθρωπος να μιλήσει
Για μια τέτοια αγάπη
Μα τώρα μπροστά στο ασπρουλιάρικο
Σχεδόν νεκρικό
Χέρι του αποχαιρετισμού
Ποιο συναίσθημα να μιλήσω
Για ποια ανοησία της καρδιάς μου;

Κι ύστερα λοιπόν
Ίσως ποτέ να μη σε ξαναδώ
Θα σε θυμάμαι
Όπως έκανα τόσα και τόσα χρόνια
Τόσο μα τόσο καλά
Όφειλες να μου δώσεις αριστείο
Έπαινο
Για την ικανότητά μου
Να σ'αγαπώ τόσο πολύ. 

Την επευφημία σου βεβαίως δεν την πήρα ποτέ
Κι ούτε πιστεύω τη χρειάζομαι
Θα μου λείπεις
Όπως έκανα τόσα και τόσα χρόνια
Τόσο μα τόσο καλά
Και θα σε σκέφτομαι μ' ένα χαμόγελο
Που προσπαθεί τόσο απεγνωσμένα να μιμηθεί
Έστω και λίγο-τόσο δα
Εκείνο το πλατύ,  πανέμορφο, ολοφώτεινο
Δικό σου χαμόγελο. 

Περιττό να πω πως ποτέ δεν του μοιάζει ούτε τόσο
Μα δεν θα το 'θελα
Μόνο δικό σου ήταν
-Μόνο δικό σου είναι ακόμη-
Εκείνο το χαμόγελο
Που είχα την αμέριστη τύχη
Κάποτε να γνωρίσω
Να φιλήσω
Ίσως και να δημιουργήσω.

Πάντα σ'αγάπαγα τόσο
Που τρόμαζα τον εαυτό μου καμιά φορά
Μήπως σε βλάψω άθελά μου
Και τώρα
Που ίσως ποτέ να μη σε ξαναδώ
Κανείς δεν θα πάθει κακό
Κανένας απ' τους δυο μας.

Γιατί κι αν ακόμη ταξιδέψεις στις πιο μακρινές ηπείρους
Κι αν ακόμη χαθώ κι εγώ σε κάποια άλλη γη
Μακριά από 'κείνη που σε γνώρισα
Κι αν ακόμη είμαστε εκατομμύρια μίλια μακριά
Πάντα θα 'μαι κοντά σου
Με το πιο γλυκό
Το πιο εύηχο
Tραγούδι που αντέχω να μουρμουρίσω
Με την πιο απαλή
Την πιο ακλόνητη
Παρηγοριά που αντέχω να σου προσφέρω
Με τις πιο δυνατές
Τις πιο αξέχαστες
Αναμνήσεις που  αντέχω να θυμάμαι
Με την πιο ακατάπαυστη
Την πιο αέναη
Αγάπη που αντέχω να αισθάνομαι.

Πάντα θα 'μαι κοντά σου
Κι αν ακόμη ποτέ ξανά δεν σε συναντήσω
Κι αν ακόμη ξεχάσω εκείνο το κρυστάλλινο χρώμα των ματιών σου
Και αν ακόμη λησμονήσω τα χαρακτηριστικά σου
Τον ήχο της φωνής σου
Το περπάτημά σου
-Γιατί δεν το αποκλείω, μπορεί να τα ξεχάσω κάποτε-
Ποτέ δεν θα πάψω να θυμάμαι
Πως κάποτε υπήρξες στη ζωή μου
Ποτέ δεν θα πάψω να θυμάμαι
Πώς μ' έκανες εσύ να αισθανθώ
Ποτέ δεν θα πάψω να θυμάμαι πόσο σ'αγάπησα
Πόσο πολύ ευτυχισμένη ένιωσα
Για τον άνθρωπο αυτόν που με σημάδεψε
Πόσο πολύ χαίρομαι ακόμη και τώρα
Που εσύ ήσουν για 'μένα
Κι ύστερα τέρμα.

Πάντα λοιπόν θα 'μαι κοντά σου
Κι αν ακόμη ποτέ ξανά δεν σ' αντικρίσω
Ποτέ δεν θα ξεχάσω
Πόσο περήφανη είμαι για 'σένα
Πόσο πολύ πιστεύω σε 'σένα
Πόσο πολύ λατρεύω εσένα
Πόσο πολύ χαίρομαι που εσύ ήσουν ο άνθρωπος για 'μένα
Κι ύστερα τέρμα.