Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Oι άνθρωποι του "Όχι"...

Περνώντας την βουβή, θολή και κρύα μπόρα
ανοίγουν την βαριά πόρτα του σπιτιού τους
Σέρνουν τα βήματά τους
Σέρνουν και την καρδιά τους
-Αν έχουν-

Λένε πως άμα τους χτυπήσεις
δεν θα σε καλοδεχτούν
Ούτε και θα χαμογελάσουν
Από ευγένεια "πέρνα" θα σου πουν
Μα τίποτα άλλο

Οι άνθρωποι του "Όχι" δεν αγαπούν
δεν μπορούν πια να αγαπήσουν
Οι άνθρωποι του "Όχι" δεν αγαπιούνται
είναι μόνοι τους

Η ματιά τους είναι κενή
και τα χέρια τους κρύα: μικρά πεθαμένα ερείπια
Οι άνθρωποι του "Όχι" έχουν πέτρινη καρδιά
μα και οι πέτρες φορές-φορές ραγίζουν

Οι άνθρωποι του "Όχι" δεν αναπνέουν τον ίδιο αέρα
δεν βλέπουν τίποτα γαλάζιο
δεν βλέπουν παρά μόνο την άρνηση
πάνω στην απόρριψη των περασμένων καιρών

Οι άνθρωποι του "Όχι" λένε μόνο "Όχι"
και αν γυρέψεις απ'αυτούς παρηγοριά
χάσιμο χρόνου είναι -λένε
μα κανείς δεν ξέρει την δική τους ιστορία

Οι άνθρωποι του "Όχι"
-όλοι οι άνθρωποι του "Όχι"-
κάποτε ίσως αγαπήσαν στ'αλήθεια
τότε που ξέρανε να λένε "Ναι"

Κι ίσως κάπου πίσω απ'την πέτρινη αδράνεια
να θυμούνται
Ίσως να πέφτουν θάλασσες από τα κενά μάτια τους
κάποια σκουριασμένα βράδια

Οι άνθρωποι του "Όχι" λένε πάντα "Όχι"
Έτσι μάθανε...
Και μην τους αδικείτε που δεν μπορούν πια να αγαπούν
Ούτε να τους  ζητάτε να το κάνουν(!)


Οι άνθρωποι του "Όχι" δεν αγαπούν
δεν μπορούν πια να αγαπήσουν
Οι άνθρωποι του "Όχι" δεν αγαπιούνται
είναι μόνοι τους


Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Πιστεύω ότι θα γυρίσεις...

Δεν πιστεύω στην πραγματικότητα
Μπορεί και να τα χάσω.
Είμαστε απλά άνθρωποι.
Είναι λογικό.

Πιστεύω - αλήθεια πιστεύω - ότι θα έρθεις πίσω σε μένα
Τώρα αν θα το ονειρεύομαι ή θα ισχύει δεν ξέρω
Πιστεύω ότι σε κάποια από τις αισθήσεις του μυαλού θα με ξαναθέλεις
Πιστεύω ότι θα γυρίσεις

Πιστεύω ότι θα γυρίσεις
Δεν ξέρω μόνο αν θα 'ναι στα αλήθεια ή θα έχω τρελαθεί
Πάντως θα ξαναγυρίσεις
Μέχρι τότε θα ερωτευόμαστε εφήμερα.

Δεν υπάρχει έρωτας μεταξύ μας
Γι'αυτό ερωτευόμαστε άλλους και άλλες
Είμαστε άνθρωποι
Είναι λογικό.

Πιστεύω ότι θα ξαναυπάρξει έρωτας μεταξύ μας
Στα αλήθεια δεν ξέρω, ΄
Κάπου όμως στο μυαλό μου σίγουρα!
Θα μ'αγαπάς. Θα με θελήσεις πάλι

Πιστεύω ότι θα με ζητάς τις νύχτες
Τις νύχτες αυτής της ζωής δεν ξέρω,
Πάντως σε κάποιο σύμπαν σίγουρα
Μέχρι τότε ας ερωτευόμαστε εφήμερα.

Είμαστε άνθρωποι
Είναι λογικό.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Κι ύστερα λένε οι νεκροί δεν νιώθουν τίποτα...

Το πρωί ξύπνησα με μια απότομη επιθυμία να σ'αγκαλιάσω.
Κι είναι αστείο πως ενώ σ'έχουν σκοτώσει μπορείς ακόμη να αισθάνεσαι
Θα 'πρεπε τουλάχιστον να 'χει τελειώσει για 'σένα ο πόνος
Μα τίποτα.

Το πρωί ξύπνησα με μια έντονη επιθυμία να σ'αγκαλιάσω.
Και θυμήθηκα τότε που έστριβα για το σπίτι μου
και προσπαθούσα να κρατήσω χίλια δικαιολογημένα δάκρυα
που ήταν η σειρά τους.
Και δεν ξέρω πως κρατήθηκα αφού με ξαναφώναξες
κι ήταν μια μεγάλη αγκαλιά,
όπως ακριβώς αρμόζει σε μια τελευταία αγκαλιά...

Το πρωί ξύπνησα με μια απότομη επιθυμία να μ'αγκαλιάσεις.
Και να με ησυχάσεις - όπως παλιά.
Μα πως, αφού με έχεις σκοτώσει.
Είμαι νεκρή. Δεν γίνεται.

Ξύπνησα με μια απότομη επιθυμία να μ'αγκαλιάσεις.
Απότομη, μεγάλη, ανάρμοστη.
Κι είχε κρύο. Κι ήξερα πως δεν μπορεί να ζούσα ακόμη.
Μα ένιωθα.

Λένε πως καμιά φορά οι άνθρωποι σ'αφήνουν τόσα κενά που σ'αδειάζουν τελείως.
Ίσως είναι το μόνο σωστό που λένε...
Αυτό που δεν κατάλαβα είναι το πως μπορείς να αισθάνεσαι κάτι μετά.
Κάτι πέρα από το κενό...

Πως μπορείς να μου λείπεις όταν δεν ζω?
Πως μπορεί να μετράει ο χρόνος μακρυά σου όταν έχει ήδη σταματήσει?
Το πρωί ξύπνησα με μια απότομη επιθυμία να σ'αγκαλιάσω.
Για ένα λεπτό μόνο. Μισό. Για λίγο.
Κι ας έφευγες μετά.
Να σ'αγκαλιάσω.

Είμαι νεκρή. Δεν θα 'πρεπε. Μα αισθάνομαι...
Είμαι σίγουρη πως αισθάνομαι.
Κι ύστερα λένε οι νεκροί δεν νιώθουν τίποτα...

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Με αφορμή ένα ταξίδι του μυαλού..

Η θάλασσα δεν είχε αλλάξει καθόλου, ούτε κι εκείνο το παγκάκι, ούτε το μεγάλο δέντρο - μου 'παν πως θα 'πρεπε να χαράξω τ'όνομά σου στα πετρώματά του, λες και θα σε ξεχνούσα! Η μυρωδιά του αέρα ήταν η ίδια, οι φοίνικες και ο μακρύς πεζόδρομος... Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη. Το αστείο δεν είναι πόσα αλλάζουν μέσα σε τέσσερα χρόνια, μα πόσα μένουν ίδια. Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη.

Εκείνο το βράδυ το καλοκαίρι μύριζε μαλλί της γριάς, τα ποτιστήρια ήταν ανοιχτά, κάποιος που και που βαρούσε δυνατά πυροτεχνήματα - κάποια στιγμή με ένα τρόμαξες, τραντάχτηκες, το ένιωσα στο φιλί μας και στο χέρι σου. Φορούσα ένα μωβ φόρεμα και σου μιλούσα για ζήλιες και φεγγάρια και τ'ανιψάκι μου. Κι είναι τόσο όμορφη η παραλία στο σκοτάδι... Κι είναι τόσο όμορφα τα χέρια σου κάτω από ένα μωβ φόρεμα... Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη.

Μα πριν σε γνωρίσω, κάποτε, δεν υπήρχε μεγάλη γέφυρα... Ούτε και δέντρο υπήρχε, ή μάλλον όχι τόσο όμορφο. Δεν υπήρχε παραλία χωρίς το φως του ήλιου, ούτε κάποιος να σου ξεμπλέκει κίτρινα και μωβ υφάσματα δίπλα στην άμμο. Ανάσες και μικρά βογγητά. Ρούχα που κολλούν στο σώμα από περήφανο ιδρώτα. Και πάλι απ'την αρχή... Μια κουβέντα, μισό λεπτό, αγχώνομαι... Παύση. Και πάλι απ'την αρχή... Και δεν σκέφτεσαι πια τίποτα, ούτε μεγάλες γέφυρες, ούτε μεγάλες πλάνες. Μοναχά τα χέρια του. Και το πως χορεύουν. Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη.

Πήγε αργά. Έτσι κι αλλιώς, εσύ δεν ήθελες να βραχείς, είπες. Ούτε και να αγαπήσεις πολύ μάλλον ήθελες... Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη. Ένα μεγάλο βήμα, για να γυρίσουμε πίσω εκατό μικρά σκαλοπάτια. Και η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη.

Το αστείο δεν είναι πόσα αλλάζουν σε τέσσερα χρόνια, μα πόσα μένουν ίδια. Όπως το δέντρο, τα μαλλιά μου, τα μάτια σου. Αν είχα πεθάνει δεν θα ζούσα τώρα για να τα ξαναβλέπω, έτσι δεν είναι...? Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη.

Κι εκεί που χορεύουνε δυο χέρια, απομακρύνονται μετά. Και ξενυχτάν τα μωβ υφάσματα...

Η δική μου μεγάλη γέφυρα, γκρέμισε. Μετά από τόσα περάσματα και λίγα καλοκαίρια. Και να σκεφτείς πως μικρή ονειρευόμουν μια μεγάλη γέφυρα...

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Άνθρωποι Αδύναμοι

Ίσως το περίγραμμα των χειλιών τους κάποτε να τρεμουλιάζει λίγο
Ίσως να σκουραίνουν φορές φορές τα μάτια τους
Κοιτάζουν πίσω απ'τα τζάμια μιας πικρής βροχής
Ψάχνουν μια θάλασσα πίσω απ'την καταιγίδα

Με τ'αριστερό τους χέρι αγγίζουν τη σιωπή στα λόγια των περαστικών
Και με το δεξί τις φωνές της ησυχίας όσων αγαπάνε
Δεν περιμένουν απάντηση. Μονάχα καλοκαίρια
Δεν προσμένουν δικαιοσύνη. Μονάχα κάποια υπόσχεση

Σκέφτονται. Θυμούνται
Ώρες ώρες ξεχνούν
Μα θυμούνται

Κάποιες φορές η μοναξιά τους φαντάζει αβάσταχτη
Κάποιες φορές η ησυχία τους ταράζει την ψυχή
Σαν θάλασσα που ο άνεμος την δέρνει
Σαν ναυάγιο ξεχασμένο στης μνήμης την ακτή


Κλείνουν τα μάτια για να μη δουν
Μα δεν το αποφεύγουν
Και βλέπουν, μένουν, φεύγουν
Ακούνε κι ύστερα δακρύζουν

Σκέφτονται. Θυμούνται
Ώρες ώρες ξεχνούν
Μα θυμούνται

Έχουν πάψει πια να ελπίζουν. Ή να ονειρεύονται
Έχουν πάψει οι άλλοι να ελπίζουν σ'αυτούς
Δεν επενδύουν, το αποφεύγουν
Δεν περιμένουν, απλά δέχονται

Και κυριότερα, έχουν ξεχάσει να ερωτεύονται
Δεν μισούν, δεν αγαπούν μπορεί
Είναι άδειοι, σαν την καρδιά όσων τους άφησαν
Ίσως και περισσότερο

Είναι μόνοι, σαν τα ερείπια και τα κλειστά καφενεία
Είναι μισοί, σαν τα σπασμένα γυαλιά στα νεκρά ζαχαροπλαστεία
Είναι αδιάφοροι, σαν τα μάτια εκείνων που αγάπησαν
Είναι αδύναμοι, σαν σίδερα που κάποτε κάποιοι ράγισαν

Σκέφτονται. Θυμούνται
Ώρες ώρες ξεχνούν
Μα θυμούνται

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

"Αυτό το Αστέρι είναι για όλους μας"

Αγαπημένη μου, σ'αγαπώ πιο πολύ απ' ό,τι μπορώ να σου πω με λόγια. Θα 'θελα να πεθάνω μαζί σου, αν κάποτε πέθαινες. Κι όμως, αγαπημένη μου, δεν μπορούσα, δεν μπορούσα πια να σ'αγαπώ όπως άλλοτε. Μ' αγκάλιαζες, κι εγώ πάνω απ'τον ώμο σου κοίταζα το δρόμο. Κι όταν θέλαμε να μιλήσουμε σωπαίναμε ξαφνικά. Αφρουγκραζόμαστε από τ'ανοιχτό παράθυρο μακριά το βήμα των μελλοθανάτων. Πως να ζεστάνει πια η κουβέρτα μας τόση παγωνιά? Πως να μας προστατέψει η πόρτα μας απ'όλη αυτήν την νύχτα? Ανάμεσά μας ρίχνουν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους. Τι θα απογίνουμε, αγαπημένη..?
Αγαπημένη μου ακούς? Πως θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου, αγαπημένη μου, πως θ' άναβα μια λάμπα αφού δεν θα 'τανε για να σε δω? Πως να κοιτάξω έναν τοίχο που δεν θα περνοδιαβαίνει ο ίσκιος σου? Πως ν'ακουμπήσω σ'ένα τραπέζι που δεν θα ακουμπάς τα χέρια σου? Μια φέτα ψωμί που δεν θα την μοιραζόμαστε πως να την αγγίξω..? Οι άνθρωποι ρίχνουν βιαστικά στο μπόγο τους όλο το σπιτικό τους. Γιατί όλο τους το σπιτικό δεν είναι παρά λίγο ψωμί, ένα ενθύμιο κι η αγάπη τους στη ζωή. Ύστερα φιλιούνται και χάνονται στη νύχτα.. Ύστερα μένουμε εμείς. Που μένουμε? Γιατί μένουμε? Πως θα άνοιγα μια πόρτα όταν δεν θα 'τανε για να σε συναντήσω? Πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δεν θα 'ναι για να σε βρω? Όχι, δεν θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου, αγαπημένη μου.. Δώσε μου μια στιγμή το στόμα σου. Κι ετοίμασε τον μπόγο μου, Μαρία. Ήταν σαν να 'χε πεθάνει κι η τελευταία ανάμνηση πάνω στη γη. Που είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πως υπάρχουμε..? Ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι και να σφίγγει το δικό σου χέρι. Κι ήταν σαν να 'χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη..
Ο Πέτρος χαμογελάει καθώς σκίζει τη φόδρα του και δένει την πληγή μας.. Ο γερο - Μαθιός έχει δυο μάτια ήρεμα και τρία σκοτωμένα αγόρια.. Κι ο Ηλίας λέει : "Εγώ θα βρω τον τρόπο να παίζω φυσαρμόνικα". Έτσι λέει ο Ηλίας : "Εγώ θα βρω τον τρόπο να παίζω φυσαρμόνικα". Κι ας του 'χουν κόψει και τα δυο του χέρια.
Ύστερα αλλάζουμε κουβέντα. Και νιώθεις πως δεν θα 'φτανε ο κόσμος να χωρέσει τούτο το τρύπιο αντίσκηνο. Πως θα 'φτανε όμως η καρδιά σου να χωρέσει όλον τον κόσμο. Οι άνθρωποι που μας χώριζαν, οι ίδιοι τώρα σε ξανάδιναν σε μένα. Και σ'έβρισκα μέσα στη σιωπή, σ'ένα άστρο, στην απόφασή μας. Σ'είχα ξαναβρεί όλες τις νύχτες που δεν ήξερα αν θα σε ξαναδώ. Κι όταν το βράδι πλάγιαζα στο παγωμένο αντίσκηνο και άκουγα τη βροχή ονειρευόμουνα και σ'έβρισκα.
Ναι αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα. Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου, έσκυβε και με ρωτούσε Τι έχεις αγόρι? Δεν μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’τον ώμο της έναν κόσμο άδειο από ‘σένα. Και καθώς πηγαινοέφερνα το παιδικό κοντύλι ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια. Και όταν ακούμπαγα το τζάμι της βροχής ήτανε που αργούσες ακόμα. Όταν τη νύχτα κοίταζα τ’αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου. Κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου και χτυπούσε. Έτσι έζησα. Πάντοτε
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά - θυμάσαι? - μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά, σαν να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου, αγαπημένη μου. Θυμάσαι, αγάπη μου, «την πρώτη μεγάλη μέρα μας»? Σου πήγαινε πολύ το κίτρινο φόρεμα, ένα απλό φτηνό φόρεμα, μα ήταν τόσο όμορφα κίτρινο. Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια. Σου πήγαινε στο πρόσωπό σου ο ήλιος. Έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες, τα ξανάβγαζα. Βαδίζαμε δίχως λέξη. Μα και τι να πει κανείς όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου τόσο μεγάλα? Αλήθεια, κείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω, πόσο σου πήγαιναν! Πόσο ήταν όμορφο να ζει κανείς.. Ύστερα ερχόταν η βροχή.. Μα έγραφα σε όλα τα χιονισμένα τζάμια το όνομά σου, κι έτσι είχε ξαστεριά η κάμαρά μας. Κράταγα τα χέρια σου κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.
: . Όχι λοιπόν. Δεν θα σε πάρει από τα χέρια μου ο άνεμος. Μήτε η νύχτα! Κανείς δεν θα σε πάρει, μ’ακούς? Μ’ακούς? Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ από τον έρωτα. Εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι την ελπίδα. Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου έζησα όλη μου τη ζωή. Κι ύστερα τίποτα άλλο παρά η αγάπη μας. Τίποτα άλλο παρά εγώ κι εσύ. Κι ούτε χτες, ούτε αύριο, τίποτα άλλο παρά μόνο τώρα. Μαζί. Τώρα μαζί. Πάντα μαζί. Οι δυο μαζί.. Σε σκέπαζα ύστερα με το σεντόνι. Το παιδί μας θα ‘θελα να σου μοιάζει, έλεγα. Όχι, έκανες εσύ. Το παιδί μας θα ‘θελα να μοιάζει σε ‘σένα. Τότε σπάσαν την πόρτα μας. Έπρεπε να χωριστούμε, Μαρία. Να χωριστούμε για να μην ξαναχωρίζουν πια οι άνθρωποι. Ακούμπησα το χέρι μου στην κοιλιά σου ν’αποχαιρετήσω το παιδί μας. Αντίο. Αντίο. Το παιδί μας, Μαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους ανθρώπους που δικαιώνουν τη ζωή. Τώρα θα πέφτει απότομα το βράδυ. Από ένα παλιό σεντόνι θα ράβεις τα ρουχαλάκια του παιδιού μας. Θα μπαλώνεις με την πίκρα σου το κενό του χωρισμού. Άραγε φέγγει ακόμα ο ουρανός που βλέπαμε από το παράθυρο? Ναι αγαπημένη μου! Εμείς για αυτά τα λίγα και απλά πράματα πολεμάμε. Για να μπορούμε να ‘χουμε μια πόρτα, ένα άστρο, ένα σκαμνί. Ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί, ένα ήρεμο όνειρο το βράδυ. Για να ‘χουμε έναν έρωτα που να μην μας τον λερώνουν, ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε. Όμως αυτοί σπάνε τις πόρτες μας, πατάνε πάνω στον έρωτά μας. Πριν πούμε το τραγούδι μας, μας σκοτώνουν. Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν. Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε. Φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε. Φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του παιδιού μας. Φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν να αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά.. Όμως εμείς μπορούμε να αγαπάμε και να χωρίζουμε. Αυτό θα μένει πάντοτε δικό μας. Αυτό δεν μπορεί κανείς να μας το πάρεις. Αυτήν την αγάπη, αυτόν τον πόλεμο, αυτήν την πίστη μας στη ζωή. Αντίο λοιπόν, αντίο. Για να ‘ναι πάντα τα μάτια σου γελαστά, αντίο. Για να μη χαθούν οι όμορφες στιγμές που ζήσαμε, αντίο. Για να μη μας τρομάζει η νύχτα, για να μη μας κλέβουνε τον ουρανό, αντίο. Μπορεί κι όλας να μη σκοτωθούμε αγάπη μου. Μα ποιος το λογαριάζει? Αντίο. Ίσως να μην ξαναγυρίσω. Ένας άλλος θα κλειδώσει τα χέρια του γύρω από το ζεστό σου κορμί. Μη μη ξεχάσεις. Μα όχι, αγάπη μου, πρέπει να με ξεχάσεις. Θα πρέπει ολάκαιρη να του δοθείς, όπως κάποτε δόθηκες και σε ‘μένα. Μονάχα, όταν κάποτε ακούσετε ζητοκραυγές και σταθείτε στη μέση του δρόμου, κοιτάζοντας τις σημαίες μας να ξεδιπλώνονται στον ήλιο, τότε, ω τότε, θυμήσου με - θυμήσου με μια στιγμή - μια στιγμή μόνο. Κι ύστερα, σφίξε το χέρι του κι ανοίξτε το βήμα σας βαδίζοντας προς το μέλλον... Έλα λοιπόν, σκούπισε τα μάτια σου, μην κλαις. Θεέ μου, τι όμορφα μάτια! Έτσι μπράβο, έτσι μ’αρέσεις, να χαμογελάς! Εμείς θα ζήσουμε αγαπημένη μου, και θα νικήσουμε. Ό,τι κι αν κάνουν, θα νικήσουμε. Μια μέρα θα ξαναβρεθούμε. Θ’αγοράσουμε τότε κι εμείς ένα δικό μας γραμμόφωνο και θα το βάζουμε να παίζει όλην την ώρα. Ναι, αγάπη μου, θα κάτσουμε κι όλας στο αράθυρο, κοντά-κοντά. Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα. Και τότε, όλα τα βράδια κι όλα τα άστρα κι όλα τα τραγούδια θα ‘ναι δικά μας. Και ξαφνικά αγάπη μου, θα ‘ναι σαν να μην χωρίσαμε ποτέ. Ποιος θα μπορούμε εμάς τους δυο να μας χωρίσει!? Εμείς και μ’όλη τούτη τη μεγάλη θάλασσα ανάμεσά μας είμαστε κοντά, έτσι λίγο να κάνω και πάνω απ’τη θάλασσα θα αγγίξω τα μαλλιά σου. Θα βρω το στόμα σου.. Κι εκεί στο βάθος, πολύ μακριά, κοίταξε αυτήν την γριούλα που πλέκει καθισμένη σ’ένα κατώφλι της Ασίας. Ξέρεις τι πλέκει, αγάπη μου? Πλέκει στην κόρη μας τις αυριανές καλτσούλες της. Καλημέρα όλα εσείς μακρινά μου αδέρφια! Ελάτε να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου. Πέστε μου, δεν είναι όμορφη? Σαν τη ζωή και το τραγούδι, αδέρφια μου, την αγαπάω. Και πιο πολύ. Κι όταν πεθάνουμε, αγαπημένη μου, εμείς δεν θα πεθάνουμε. Αφού οι άνθρωποι θα κοιτάζουν το ίδιο αστέρι που κοιτάξαμε, αφού θα τραγουδάνε το ίδιο τραγούδι που αγαπήσαμε, αφού θ’ανασαίνουν έναν κόσμο, που εγώ κι εσύ ονειρευτήκαμε, ε τότε, αγαπημένη, θα ‘μαστε πιο ζωντανοί από κάθε άλλη φορά! Αφού κάθε στιγμή οι άνθρωποι θα μας βρίσκουν στο ήρεμο χέρι, στα δίκαια χέρια, στην αιώνια ελπίδα, πως θα μπορούσαμε, αγαπημένη μου, να ‘χουμε πεθάνει... 


                                                                                                   Τ. Λειβαδίτης Στη Μαρία

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

"Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον" Κ. Καβάφης - Η δική μας "Αλεξάνδρεια"

Όταν βλέπεις την καταιγίδα να έρχεται κατά πάνω σου, τι κάνεις? Κάνεις τα πάντα για να αποφευχθεί? Ελπίζοντας να περισώσεις ό,τι μπορείς και ρισκάρεις να περάσεις έτσι τις τελευταίες σου στιγμές πριν από την "καταστροφή"? Ή απλώς στέκεις.. Και περιμένεις..? "Ακούγοντας ως τελευταία απόλαυση τους ήχους" απ'ό,τι τόσο καιρό αγάπησες..? Ο Κ. Καβάφης στο αγαπημένο μου ποίημά του "Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον" έκανε λόγο για στωικότητα, ψυχραιμία.. Εκείνες τις τελευταίες στιγμές πριν από την αναμενόμενη και προεξοφλούμενη καταστροφή, όπου ο "Θεός" σε έχει πια εγκαταλείψει, και γνωρίζεις πολύ καλά ότι είσαι μόνος σου και περιμένεις το "τέλος" σου.. Κι αυτό που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί, είναι πως υπάρχει μία παραδοχή του ποιήματος αυτού, που έχει πλέον δημοσιευτεί στα ανέκδοτα ποιήματα του Καβάφη και αναφέρεται στο ίδιο θέμα ("Το τέλος του Αντωνίου").. Η λέξη όμως που υπάρχει σ'αυτό το - ανέκδοτο κατά τη θέληση του δημιουργού του -ποίημα, και όχι στο δημοσιευμένο, και γίνεται σαφέστερη, είναι το "τέλος"...

Λοιπόν, ο Αντώνιος την έχασε την Αλεξάνδρειά του, και δυστυχώς η ιστορία δεν τελειώνει εκεί.. "Νικημένοι" και "εγκαταλελειμένοι" είμαστε καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι, ψάχνοντας όλοι τη ψυχραιμία και στωικότητα που επέδειξε ο ποιητής ως τρόπο αντιμετώπισης, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο.. Και όλοι έχουμε ένα κοινό : Έχουμε χάσει κάτι που αγαπήσαμε πάρα πολύ.. Κάτι το οποίο επάξια είχαμε στη ζωή μας, γιατί προσπαθήσαμε πάρα πολύ και κάναμε τα πάντα για να το αποκτήσουμε. Και το είχαμε. Αλήθεια το είχαμε.. Απλώς κάποια στιγμή το χάσαμε.. Γιατί ο Καβάφης αναφέρεται και στην μετά την καταστροφή κατάσταση.. Και το πιο σημαντικό, καθ' αυτόν, είναι να  μην ξεγελαστούμε ποτέ.. Να μην μας πείσει κανείς πως όλα ήταν ένα όνειρο, πως "απατήθηκεν η ακοή μας".. Όχι. Αλήθεια, το ζήσαμε αυτό που θυμόμαστε, το είχαμε αυτό που αγαπήσαμε! Το είχαμε και τώρα το έχουμε πια χάσει. Και τώρα πια, όπως είχαμε αξιωθεί να το αποκτήσουμε, με το ίδιο θάρρος και την ίδια ετοιμότητα που είχαμε τόσο καιρό, θα αποχαιρετίσουμε της δική μας "Αλεξάνδρεια" . ΄


Αυτά είπε ο Καβάφης και κάτι παραπάνω μάλλον θα γνωρίζει.. Και δεν είναι φυσικά εκείνος που θα εμπιστευτούμε τελικά, αλλά η ίδια μας η συνείδηση. Σ'εμάς, που αξιωθήκαμε όσα τόσο λατρέψαμε, τα "μεγαλεία" της ζωής μας, και τώρα τα χάσαμε για πάντα, δεν ταιριάζουν τα παρακάλια και τα παράπονα. Μόνο ο στωικός αποχαιρετισμός και μετά η καταστροφή. Για την δική μας "Αλεξάνδρεια"...