Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Μάρτης

Γαλήνεψέ με και τούτο τον Μάρτη
Σε θέλω
Γίνε ένα όνειρο που τέλος δεν θα έχει - μονάχα φως

Μ'αρέσεις όχι για την άνοιξη που φέρνεις
ή για τον ήλιο πάνω από το πρόσωπό σου
Αλλά γιατί τις σκοτεινές μέρες ξέρεις να με παίρνεις αγκαλιά

Γαλήνεψέ με και τούτο τον Μάρτη
Σε θέλω
Πάψε να έρχεσαι μόνο στον ύπνο μου, ξύπνα μαζί μου

Μ'αρέσεις όχι για το γέλιο ή τον όμορφο ιδρώτα σου
ούτε για τα απαλά ευγενικά χέρια σου
Αλλά γιατί όταν με κοιτάζεις ξέρεις να με ηρεμείς

Γαλήνεψέ με και τούτο τον Μάρτη
Σε θέλω
Πολύ σε θέλω

Kαι μ'αρέσεις όχι γιατί με κάνεις τάχα να ξεχνώ
αλλά γιατί με κάνεις να θυμάμαι τα ωραία 
είναι τέχνη αλήθεια, να θυμάσαι ττα ωραία


Σ'ευχαριστώ

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Νίκος Καββαδίας,ο "Ιδανικός κι Ανάξιος εραστής"

Ο Νίκος Καββαδίας δεν βιοποριζόταν από την ποίηση... Έγραφε γιατί το αισθανόταν, γιατί ίσως γράφοντας ένιωθε σχεδόν τόσο ωραία όσο όταν ήταν στη θάλασσα και γνώριζε ακόμη ένα κομμάτι του κόσμου... Το "ιδανικός κι ανάξιος εραστής" είναι από τα πιο ωραία - αν όχι το ωραιότερο - ποιήματά του, γεμάτο με νόημα και ευαισθησία που εκφράζεται ακόμη και μέσα από ρεαλιστικές εικόνες...

Ήδη από τον τίτλο, είμαστε σε θέση να συλλάβουμε ένα τεράστιο νόημα, το πως μπορεί κάποιος να είναι ταυτόχρονα ιδανικός αλλά και ανάξιος για κάτι... Το να είσαι  ιδανικός σημαίνει να είσαι φτιαγμένος γι'αυτό, να το κάνεις τελειότερα από τον καθένα, να ζεις γι'αυτό, και στην περίπτωση του Καββαδία να ζεις για να ταξιδεύεις, για να είσαι σίγουρος πως γνωρίζεις τον κόσμο όπως ακριβώς οι υπόλοιποι γνωρίζουν τους γείτονές τους, ίσως και καλύτερα! Το να είσαι ιδανικός σημαίνει να είσαι ΙΔΑΝΙΚΟΣ... Με όλη τη σημασία της λέξεως... Και η λέξη "εραστής" γεμίζει το τόσο σπουδαίο νόημα ακόμη παραπάνω...

Και το να είσαι ανάξιος? Το να είσαι ανάξιος για κάτι αποκλείει την περίπτωση να είσαι και ιδανικός γι'αυτό? Από προσωπική μου πείρα να σας πω πως δεν είναι έτσι, και καλά τα λέει άλλωστε και ο Μεγάλος Καββαδίας. Πόσες είναι οι περιπτώσεις που ξέρουμε ότι είμαστε ΙΔΑΝΙΚΟΙ για κάτι, αλλά κάποιος μας καθιστά ΑΝΑΞΙΟΥΣ για αυτό? Και η λέξη "ανάξιος" ίσως εμπεριέχει μια μικρή ειρωνεία ή μεταφορά αν θέλετε, ή τουλάχιστον έτσι το βλέπω εγώ! Γιατί δεν εννοεί ότι δεν το αξίζουμε, αλλά ότι τελικά δεν το καταφέρνουμε, δεν μας αφήνουν να το καταφέρουμε!

Να σας πω ένα απλό παράδειγμα... Αγαπώντας κάποιον, δεν το κάνουμε ιδανικά? Όταν αυτός ο κάποιος δεν μας θέλει στη ζωή του, δεν μας καθιστά ανάξιους να τον αγαπάμε? Και φυσικά το παράδειγμα του Καββαδία είναι ίσως πιο "σοβαρό" και με μεγαλύτερο νόημα, γιατί αναφέρεται σε ένα όνειρο ζωής... Γιατί γι'αυτές τις γαλάζιες θάλασσες ήταν ένας ιδανικός εραστής ο Καββαδίας, γι'αυτά τα ταξίδια και γι'αυτά τα λιμάνια... Και με τη λέξη "πάντα" τονίζεται η τραγικότητα της στέρησης και της παραίτησης από το όνειρο, αφού όπως αναφέρει "θα μείνει πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής"... Ήδη από τον πρώτο στίχο λοιπόν εκφράζει το τεράστιο νόημα, μαζί και την τραγικότητα που κρύβεται σ'αυτό...

Και στη συνέχεια φυσικά έρχεται ένα από τα αποκορυφώματα - να μου επιτρέψετε να χαρακτηρίσω - του ποιήματος "και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές"... Και εδώ είναι που ενώ η πρώτη τεράστια σύλληψη του νοήματος έχει τελειώσει, αρχίζει μια ακόμη μεγαλύτερη! Πόσο μάταιη μπορεί να είναι η ιδανικότητα του καθένα όταν τελικά η ζωή δεν θέλει να μας επιτρέψει με τίποτα να πραγματοποιήσουμε το όνειρο...? Πόσο μάταιο μπορεί να είναι το ότι είμαστε φτιαγμένοι για κάτι, όταν αυτό το κάτι μας αφήνει πίσω? Τελικά, θα πεθάνουμε μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές, δίχως απρόσμενα και εκπλήξεις, κι ούτε όπως το θέλαμε ή μας άξιζε... (χωρίς να θέλω να φανώ απαισιόδοξη!).

Θα αναχωρούν, όπως αναφέρεται στη συνέχεια του ποιήματος, εκατοντάδες πλοία και απλά θα τα βλέπει να περνούν και να φεύγουν χωρίς να σταθούν... Και είναι αλήθεια αστείο ενώ είσαι ο ιδανικός για κάτι, τελικά να μην μπορείς να το αποδείξεις σε κανέναν!  Ούτε καν στον εαυτό σου... κι ας είσαι σίγουρος πως είναι έτσι... Άνθρωποι είμαστε... 


Τελικά, θα πάψουμε κι οι ίδιοι να μιλάμε για όσα ονειρευόμασταν... Για τον Καββαδία είναι "μακρινά ταξίδια", για τον καθένα μας κάτι άλλο... Θα πάψουμε να το λέμε στους γύρω μας, στους "δικούς" μας, στον εαυτό μας... Κι όλοι θα νομίζουν πως τα 'χουμε ξεχάσει... Και μερικοί - για τον Καββαδία η "μάνα" του - ίσως ανακουφιστούν κι όλας! Και είναι τόσο εύκολο να αποκαλούν τα όνειρά μας "νεανική λόξα" , ιδιαίτερα όταν δεν μπορέσουμε να τα πραγματοποιήσουμε... Όμως συχνά ξέρουμε πως δεν είναι έτσι, τα όνειρα είναι ΟΝΕΙΡΑ, και είναι άδικο να είμαστε ανάξιοι γι'αυτά...

Και έρχεται ο τόσο μα τόσο αληθινός προτελευταίος στίχος να προεξοφλήσει μια δεδηλωμένη και αναμενόμενη κατάσταση, αυτή που προκύπτει όταν δεν είμαστε ικανοί να εξιλεώσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό...: "Αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί, θα σημαδέψει... Κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει". Γιατί οι "αδύναμοι" άνθρωποι πολλές φορές εμφανίζουν τεράστια δύναμη σε "λάθος" στιγμές... Και γιατί - τονίζοντας για ακόμη μια φορά την έννοια της αναξιοσύνης- ο Καββαδίας δεν ξεχνά να αναφέρει πως στοιχίζει πολύ περισσότερο από όσο νομίζουμε η παραίτηση από όνειρα , από καταστάσεις για τις οποίες γεννηθήκαμε... 

Τέλος, ο ποιητής διαλέγει να επισημάνει τη ματαιότητα της όλης ιστορίας ακόμη μια φορά , και στην τελευταία στροφή... "Θα 'χω ένα θάνατο ΚΟΙΝΟ και θλιβερό πολύ, και μια κηδεία ΣΑΝ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ τις κηδείες"... Αυτό θα είναι το τέλος κατά τον Καββαδία, που προκαλεί η εκούσια ή και ακούσια παραίτηση από αγώνες ζωής, ίσως και πριν καν αυτοί δοθούν...

*Είναι μάταιο να είμαστε ιδανικοί για κάτι, όταν ποτέ δεν πρόκειται να το ακολουθήσουμε...



Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Oι άνθρωποι του "Όχι"...

Περνώντας την βουβή, θολή και κρύα μπόρα
ανοίγουν την βαριά πόρτα του σπιτιού τους
Σέρνουν τα βήματά τους
Σέρνουν και την καρδιά τους
-Αν έχουν-

Λένε πως άμα τους χτυπήσεις
δεν θα σε καλοδεχτούν
Ούτε και θα χαμογελάσουν
Από ευγένεια "πέρνα" θα σου πουν
Μα τίποτα άλλο

Οι άνθρωποι του "Όχι" δεν αγαπούν
δεν μπορούν πια να αγαπήσουν
Οι άνθρωποι του "Όχι" δεν αγαπιούνται
είναι μόνοι τους

Η ματιά τους είναι κενή
και τα χέρια τους κρύα: μικρά πεθαμένα ερείπια
Οι άνθρωποι του "Όχι" έχουν πέτρινη καρδιά
μα και οι πέτρες φορές-φορές ραγίζουν

Οι άνθρωποι του "Όχι" δεν αναπνέουν τον ίδιο αέρα
δεν βλέπουν τίποτα γαλάζιο
δεν βλέπουν παρά μόνο την άρνηση
πάνω στην απόρριψη των περασμένων καιρών

Οι άνθρωποι του "Όχι" λένε μόνο "Όχι"
και αν γυρέψεις απ'αυτούς παρηγοριά
χάσιμο χρόνου είναι -λένε
μα κανείς δεν ξέρει την δική τους ιστορία

Οι άνθρωποι του "Όχι"
-όλοι οι άνθρωποι του "Όχι"-
κάποτε ίσως αγαπήσαν στ'αλήθεια
τότε που ξέρανε να λένε "Ναι"

Κι ίσως κάπου πίσω απ'την πέτρινη αδράνεια
να θυμούνται
Ίσως να πέφτουν θάλασσες από τα κενά μάτια τους
κάποια σκουριασμένα βράδια

Οι άνθρωποι του "Όχι" λένε πάντα "Όχι"
Έτσι μάθανε...
Και μην τους αδικείτε που δεν μπορούν πια να αγαπούν
Ούτε να τους  ζητάτε να το κάνουν(!)


Οι άνθρωποι του "Όχι" δεν αγαπούν
δεν μπορούν πια να αγαπήσουν
Οι άνθρωποι του "Όχι" δεν αγαπιούνται
είναι μόνοι τους


Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Πιστεύω ότι θα γυρίσεις...

Δεν πιστεύω στην πραγματικότητα
Μπορεί και να τα χάσω.
Είμαστε απλά άνθρωποι.
Είναι λογικό.

Πιστεύω - αλήθεια πιστεύω - ότι θα έρθεις πίσω σε μένα
Τώρα αν θα το ονειρεύομαι ή θα ισχύει δεν ξέρω
Πιστεύω ότι σε κάποια από τις αισθήσεις του μυαλού θα με ξαναθέλεις
Πιστεύω ότι θα γυρίσεις

Πιστεύω ότι θα γυρίσεις
Δεν ξέρω μόνο αν θα 'ναι στα αλήθεια ή θα έχω τρελαθεί
Πάντως θα ξαναγυρίσεις
Μέχρι τότε θα ερωτευόμαστε εφήμερα.

Δεν υπάρχει έρωτας μεταξύ μας
Γι'αυτό ερωτευόμαστε άλλους και άλλες
Είμαστε άνθρωποι
Είναι λογικό.

Πιστεύω ότι θα ξαναυπάρξει έρωτας μεταξύ μας
Στα αλήθεια δεν ξέρω, ΄
Κάπου όμως στο μυαλό μου σίγουρα!
Θα μ'αγαπάς. Θα με θελήσεις πάλι

Πιστεύω ότι θα με ζητάς τις νύχτες
Τις νύχτες αυτής της ζωής δεν ξέρω,
Πάντως σε κάποιο σύμπαν σίγουρα
Μέχρι τότε ας ερωτευόμαστε εφήμερα.

Είμαστε άνθρωποι
Είναι λογικό.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Κι ύστερα λένε οι νεκροί δεν νιώθουν τίποτα...

Το πρωί ξύπνησα με μια απότομη επιθυμία να σ'αγκαλιάσω.
Κι είναι αστείο πως ενώ σ'έχουν σκοτώσει μπορείς ακόμη να αισθάνεσαι
Θα 'πρεπε τουλάχιστον να 'χει τελειώσει για 'σένα ο πόνος
Μα τίποτα.

Το πρωί ξύπνησα με μια έντονη επιθυμία να σ'αγκαλιάσω.
Και θυμήθηκα τότε που έστριβα για το σπίτι μου
και προσπαθούσα να κρατήσω χίλια δικαιολογημένα δάκρυα
που ήταν η σειρά τους.
Και δεν ξέρω πως κρατήθηκα αφού με ξαναφώναξες
κι ήταν μια μεγάλη αγκαλιά,
όπως ακριβώς αρμόζει σε μια τελευταία αγκαλιά...

Το πρωί ξύπνησα με μια απότομη επιθυμία να μ'αγκαλιάσεις.
Και να με ησυχάσεις - όπως παλιά.
Μα πως, αφού με έχεις σκοτώσει.
Είμαι νεκρή. Δεν γίνεται.

Ξύπνησα με μια απότομη επιθυμία να μ'αγκαλιάσεις.
Απότομη, μεγάλη, ανάρμοστη.
Κι είχε κρύο. Κι ήξερα πως δεν μπορεί να ζούσα ακόμη.
Μα ένιωθα.

Λένε πως καμιά φορά οι άνθρωποι σ'αφήνουν τόσα κενά που σ'αδειάζουν τελείως.
Ίσως είναι το μόνο σωστό που λένε...
Αυτό που δεν κατάλαβα είναι το πως μπορείς να αισθάνεσαι κάτι μετά.
Κάτι πέρα από το κενό...

Πως μπορείς να μου λείπεις όταν δεν ζω?
Πως μπορεί να μετράει ο χρόνος μακρυά σου όταν έχει ήδη σταματήσει?
Το πρωί ξύπνησα με μια απότομη επιθυμία να σ'αγκαλιάσω.
Για ένα λεπτό μόνο. Μισό. Για λίγο.
Κι ας έφευγες μετά.
Να σ'αγκαλιάσω.

Είμαι νεκρή. Δεν θα 'πρεπε. Μα αισθάνομαι...
Είμαι σίγουρη πως αισθάνομαι.
Κι ύστερα λένε οι νεκροί δεν νιώθουν τίποτα...

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Με αφορμή ένα ταξίδι του μυαλού..

Η θάλασσα δεν είχε αλλάξει καθόλου, ούτε κι εκείνο το παγκάκι, ούτε το μεγάλο δέντρο - μου 'παν πως θα 'πρεπε να χαράξω τ'όνομά σου στα πετρώματά του, λες και θα σε ξεχνούσα! Η μυρωδιά του αέρα ήταν η ίδια, οι φοίνικες και ο μακρύς πεζόδρομος... Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη. Το αστείο δεν είναι πόσα αλλάζουν μέσα σε τέσσερα χρόνια, μα πόσα μένουν ίδια. Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη.

Εκείνο το βράδυ το καλοκαίρι μύριζε μαλλί της γριάς, τα ποτιστήρια ήταν ανοιχτά, κάποιος που και που βαρούσε δυνατά πυροτεχνήματα - κάποια στιγμή με ένα τρόμαξες, τραντάχτηκες, το ένιωσα στο φιλί μας και στο χέρι σου. Φορούσα ένα μωβ φόρεμα και σου μιλούσα για ζήλιες και φεγγάρια και τ'ανιψάκι μου. Κι είναι τόσο όμορφη η παραλία στο σκοτάδι... Κι είναι τόσο όμορφα τα χέρια σου κάτω από ένα μωβ φόρεμα... Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη.

Μα πριν σε γνωρίσω, κάποτε, δεν υπήρχε μεγάλη γέφυρα... Ούτε και δέντρο υπήρχε, ή μάλλον όχι τόσο όμορφο. Δεν υπήρχε παραλία χωρίς το φως του ήλιου, ούτε κάποιος να σου ξεμπλέκει κίτρινα και μωβ υφάσματα δίπλα στην άμμο. Ανάσες και μικρά βογγητά. Ρούχα που κολλούν στο σώμα από περήφανο ιδρώτα. Και πάλι απ'την αρχή... Μια κουβέντα, μισό λεπτό, αγχώνομαι... Παύση. Και πάλι απ'την αρχή... Και δεν σκέφτεσαι πια τίποτα, ούτε μεγάλες γέφυρες, ούτε μεγάλες πλάνες. Μοναχά τα χέρια του. Και το πως χορεύουν. Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη.

Πήγε αργά. Έτσι κι αλλιώς, εσύ δεν ήθελες να βραχείς, είπες. Ούτε και να αγαπήσεις πολύ μάλλον ήθελες... Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη. Ένα μεγάλο βήμα, για να γυρίσουμε πίσω εκατό μικρά σκαλοπάτια. Και η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη.

Το αστείο δεν είναι πόσα αλλάζουν σε τέσσερα χρόνια, μα πόσα μένουν ίδια. Όπως το δέντρο, τα μαλλιά μου, τα μάτια σου. Αν είχα πεθάνει δεν θα ζούσα τώρα για να τα ξαναβλέπω, έτσι δεν είναι...? Η μεγάλη γέφυρα δεν έχει γκρεμίσει... Ακόμη.

Κι εκεί που χορεύουνε δυο χέρια, απομακρύνονται μετά. Και ξενυχτάν τα μωβ υφάσματα...

Η δική μου μεγάλη γέφυρα, γκρέμισε. Μετά από τόσα περάσματα και λίγα καλοκαίρια. Και να σκεφτείς πως μικρή ονειρευόμουν μια μεγάλη γέφυρα...

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Άνθρωποι Αδύναμοι

Ίσως το περίγραμμα των χειλιών τους κάποτε να τρεμουλιάζει λίγο
Ίσως να σκουραίνουν φορές φορές τα μάτια τους
Κοιτάζουν πίσω απ'τα τζάμια μιας πικρής βροχής
Ψάχνουν μια θάλασσα πίσω απ'την καταιγίδα

Με τ'αριστερό τους χέρι αγγίζουν τη σιωπή στα λόγια των περαστικών
Και με το δεξί τις φωνές της ησυχίας όσων αγαπάνε
Δεν περιμένουν απάντηση. Μονάχα καλοκαίρια
Δεν προσμένουν δικαιοσύνη. Μονάχα κάποια υπόσχεση

Σκέφτονται. Θυμούνται
Ώρες ώρες ξεχνούν
Μα θυμούνται

Κάποιες φορές η μοναξιά τους φαντάζει αβάσταχτη
Κάποιες φορές η ησυχία τους ταράζει την ψυχή
Σαν θάλασσα που ο άνεμος την δέρνει
Σαν ναυάγιο ξεχασμένο στης μνήμης την ακτή


Κλείνουν τα μάτια για να μη δουν
Μα δεν το αποφεύγουν
Και βλέπουν, μένουν, φεύγουν
Ακούνε κι ύστερα δακρύζουν

Σκέφτονται. Θυμούνται
Ώρες ώρες ξεχνούν
Μα θυμούνται

Έχουν πάψει πια να ελπίζουν. Ή να ονειρεύονται
Έχουν πάψει οι άλλοι να ελπίζουν σ'αυτούς
Δεν επενδύουν, το αποφεύγουν
Δεν περιμένουν, απλά δέχονται

Και κυριότερα, έχουν ξεχάσει να ερωτεύονται
Δεν μισούν, δεν αγαπούν μπορεί
Είναι άδειοι, σαν την καρδιά όσων τους άφησαν
Ίσως και περισσότερο

Είναι μόνοι, σαν τα ερείπια και τα κλειστά καφενεία
Είναι μισοί, σαν τα σπασμένα γυαλιά στα νεκρά ζαχαροπλαστεία
Είναι αδιάφοροι, σαν τα μάτια εκείνων που αγάπησαν
Είναι αδύναμοι, σαν σίδερα που κάποτε κάποιοι ράγισαν

Σκέφτονται. Θυμούνται
Ώρες ώρες ξεχνούν
Μα θυμούνται