Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Σε μι ελάσσονα


Είχα, ξέρεις, κι εγώ κάποτε όνειρα, μα ύστερα από τόση εγκατάλειψη, νιώθεις πια πως σχεδόν δεν υπάρχεις,
  μια θολή σκιά, σχεδόν αόρατη
κι όταν κανείς δεν σου μιλά κι όλοι συμπεριφέρονται λες κι είσαι μια αχνή φιγούρα,
σαν ψυχή
  χωρίς αληθινό περίγραμμα,
  πόση - αλήθεια - περιφρόνηση στοιχίζει λίγη σοφία;
Κι όπως όταν νυχτώνει κι οι αναμνήσεις ζωντανεύουν σαν φαντάσματα
και γίνονται οι ψυχροί δολοφόνοι του ύπνου
  εκτελεστές με μαύρη πανοπλία γεμάτη από την κορυφή ως τα νύχια παρελθόντα χρόνο
Θεέ μου! Πόση ανοησία σ' έναν κόσμο να χωρά;
  Με πόση αυταπάρνηση συντήρησα τις νύχτες της ζωής μου...

Και όπως κάθε ποιητής με δυο ψεύτικες γραμμές ξεγελά τον θλιμμένο εαυτό του
  γέρνει κι απόψε τα φύλλα της η μεγάλη λεύκα στην ξεραμένη, αβάσταχτη αυλή
  και περιμένει απ' τους νεκρούς να την ποτίσουν για ν' ανθίσει και τούτη την άνοιξη...
Πολλά και τα δικά μας ψέματα και δεν μας τα συγχώρεσε η μοίρα
κι εγώ που φαίνεται αγάπησα ό,τι ήτανε της μοίρας μου να φύγει μακριά μου
  σαν τα φιλιά που έδωσα κάποιον Ιούλη καυτό δίπλα σε ένα παγωμένο, πράσινο κύμα...

Φιλούσες άλλωστε υπέροχα
όπως κάθε Ιούδας...

Και συχνά αναρωτιόμουν
πόσοι να 'ναι εκείνοι οι άγνωστοι που ζουν σ' αυτό το σπίτι
  με πόσους, τέλος πάντων, μοιράζομαι τους ίδιους ματωμένους τοίχους
  και τα μαραζωμένα, κίτρινα λουλούδια της αυλής...
-Ορέστη!, φώναζα
κι ας μην υπήρχε σε τούτο το σπίτι αυτό το όνομα
μονάχα "Γιώργος", "Κώστας"
αδιάφορα ονόματα και βαρετά
-Μεγάλε της ζωής μου Αλέξανδρε!
κι ας είχε από χρόνια θαφτεί στο απέναντι χώμα
  κάθε που έβρεχε ξεπρόβαλε το χέρι του καχεκτικό
  κι η μητέρα έλεγε πως ανασταινόταν...

Αδελφή, έλεγα, πώς αντέχεις και κλείνεις κάθε βράδυ ήσυχη τα μάτια σου;
Ποτέ της δεν απάνταγε, με κοίταγε μόνο, σαν να μ' έβλεπε για πρώτη φορά...

Και πράγματι, το είπαν ένα βράδυ στις ειδήσεις
  κάποιο άστρο, λέει, πήρε τ' όνομά του και έλαμπε από 'κει ψηλά την αιώνια προδοσία του...
Θυμάσαι που κρυβόσουνα πίσω απ' τα πικραμυγδαλιές
και με περίμενες να 'ρθω από πίσω σου και να σου κλείσω με τα χέρια μου τα μάτια;
  Χρόνια ζήσαμε έτσι, με μόνη απόδειξη της μάταιης αγάπης μας δυο άστρα...
Ένα βράδυ όμως σβήστηκαν κι αυτά, μαζί με το αμοιβαίο πάθος μας
μια φορά μονάχα άργησα να ακουμπήσω με τις κρύες μου παλάμες τα μάτια σου
κι αμέσως έτρεξες να κρυφτείς σε άλλους κήπους...
  Τα κρύα χέρια, μου 'λεγες, πάνε να πουν πως είν' κανείς ερωτευμένος
και μέρα με τη μέρα τα δικά μου πάγωναν όλο και περισσότερο
εσένα μονάχα έμεναν το ίδιο ανυπόφορα ζεστά...

Συχνά έβγαινα στο μπαλκόνι να ψάξω αποδείξεις της γνωριμίας μας
  μονάχα το φεγγάρι μου έγνεφε συγκαταβατικά
κι ύστερα ερχόταν το ξημέρωμα κι ο ήλιος ήταν πια το έσχατο αποδεικτικό
πως κάποτε απ' το σώμα σου ξεχείλιζαν αηδόνια...
Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε!
-Ελπίδα!, της φώναζα
  είχε και τούτη τ' όνομα της έσχατης διαδικασίας
κι αντί γι' απάντηση έπαιρνα τα παλιά χαρτάκια μου και χανόμουνα στη λησμονιά...

Μονάχα κάποια βράδια θαρρείς και σ' άκουγα
  όταν σώπαιναν τα τριζόνια και τα νυχτολούλουδα της διπλανής αυλής
να τραγουδάς σχεδόν από μέσα σου μιαν αρχαία συμφωνία του έρωτα
-Σε μι ελάσσονα!, σου 'λεγα όταν μου την έπαιζες παλιά
  και τα σύννεφα έσκυβαν ν' ακούσουν τους προαιώνιους αναστεναγμούς
  όλων των πικραμένων άδοξων αποχαιρετισμών της γης...

Όσο για 'μένα ήταν σαν να σε είχα από πάντα φανταστεί
  σαν να πλάγιαζα κάθε βράδυ με ένα είδωλο, με μια ατελή σκιά
  και κάθε που ξημέρωνε την φανταζόμουνα απ' την αρχή...
Έτσι, πλασματικά κι αόριστα σ' αγάπησα
κι ας μην υπήρξες ποτέ σου,
πώς άλλωστε να ξεπεράσεις το ανύπαρκτο και το απ' το νου σου γεννημένο;

Όμως το χελιδόνι εκείνο που χτύπησε και δεν μπορεί πια να πετάξει
βαστάει στα χέρια του μέχρι και σήμερα την κατακόκκινή μου καρδιά
  κι εκείνη πλάι του και μαζί του αργοπεθαίνει σιωπηλά και αναβλύζει προσευχές για τους αδικημένους...

Πόσες "αγάπες" δεν τελείωσαν σαν έφυγε το καλοκαίρι κι ήρθε βαρύς ο Νοέμβρης της λησμονιάς;
Και πόσες υποσχέσεις είναι που ποτέ δεν ξεστόμισαν οι βάρβαροι;
-Λιποτάκτες!, έλεγε ο θείος και τον κρεμάσανε ένα βράδυ ανάποδα από μια συκιά
ενώ από κάτω άνθισε ύστερα από σαράντα μέρες ένα ολοκόκκινο χρυσάνθεμο...
  Το κόβανε, άνθιζε εκείνο γεμάτο περιφρόνηση ξανά και ξανά,
  το ξεριζώνανε, κι εκείνο γεννιόταν απ' το ξερό χώμα και πάλι,
περήφανο κι αγέρωχο, σαν τον θείο, πριν τον αναποδογυρίσουν και του περάσουν απ' τον λαιμό μια ειρωνική θηλιά,
  ώσπου με μια "τυχαία" πυρκαγιά έγιναν όλα ολοκαύτωμα
κι εκείνο ηττημένο κούρνιασε στο γκρι της γης και δεν ξεφύτρωσε ποτέ ξανά...

Και κανείς ποτέ δεν θα μάθει την ιστορία της δημιουργίας σου
  αφού όλα κατά πώς φαίνεται συνέβησαν στον λασκαρισμένο νου του ατόμου μου
μονάχα αυτοί που αγάπησαν τις ανοιχτόχρωμες ανταύγειες του ήλιου που φορούσες για μαλλιά
ίσως αυτοί θρηνήσουν λίγο πριν χαθούν πίσω απ' την ανθισμένη στον ξεχασμένο κήπο λεμονιά...
  Λίγο πριν αποχωριστεί ο κόσμος απ' την αγάπη μας
θα έχω γίνει αυτό που με χάρη κι απερισκεψία περισσή
εσύ ονομάζεις "παρελθόν" σου...

Πόσοι, άλλωστε, δεν χάθηκαν
  σε μια προσπάθεια να πατήσουν πόδι στο λευκό, τραχύ φεγγάρι;
Πόσοι δεν πνίγηκαν
  σε μιας "λιμνούλας" τα ύπουλα νερά;
Στου Παραδείσου τα μεγάλα δάση
  πόσοι τάχα δεν έγιναν τροφή για θεόρατα αρπακτικά πουλιά;

Τις μεγαλύτερες της ζωής μας αποφάσεις
ασφαλώς τις πήραμε μια νύχτα, στο ξύλινο κρεβάτι μουδιασμένοι
κι εκεί, μετά από λίγα χρόνια, τις μετανιώσαμε πικρά...

Και να που ύστερα από τόσες βόλτες που κάναμε χώρια
ύστερα από τόσες ανούσιες περιπλανήσεις σ' άλλα λιμάνια
  σε ξένα κρεβάτια
στην ίδια μικρή συνοικία θα βρεθούμε - δυο ξένοι πια - ξανά...
Συλλογιέμαι, αλήθεια, πως αν τύχαινε και διέθετα δυο ξύλινα κουπιά και λίγο αλάτι
  θα σου ΄φτιαχνα μια γαλάζια βάρκα και θα σε πήγαινα βαθιά στα μέχρι χθες γλυκά νερά...

Γι'αυτό τις νύχτες τ' αλυχτίσματα που ακούς
δεν είναι παρά οι κραυγές των κρεβατιών που δεν τ' αγγίζουν πλάι-πλάι
τα δικά μας κορμιά...

Κι ύστερα, και σ' αυτήν ακόμη τη φαντασία μου που 'μασταν μαζί,
πόσες φορές θαρρείς πως πρόφτασα
  να σε χαζέψω με ολόκλειστα τα μάτια
  σαν να 'σουν τάχα ευτυχισμένος
απαλά να με φιλάς;


Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Μίση και εαυτοί


Μισώ τα τακούνια μου.
Τα μισώ περισσότερο για τον ήχο
που έκαναν, καθώς έφευγα απ' τη ζωή σου.
Και ξέρω ποια είμαι - το ξέρω καλά.
Είμαι αυτή που φροντίζει να 'χει πάντα
στο δωμάτιο νερό, για να μη χρειαστεί να αντικρίσει
τον έξω κόσμο, ούτε για λίγο.
Είμαι αυτή που πήρε ένα παραμύθι
και το 'κανε, έτσι απλά, αλήθεια
για χάρη σου.
Έτσι έμαθα να σ'αγαπώ
μετουσιώνοντας το ψέμα σε στιγμές
και τις στιγμές σε αναμνήσεις.

Κάθε φορά που έκανα να σ'αγαπήσω,
σαν να το καταλάβαινες,
κι έφευγες μακριά μου.
Κάθε φορά που μάζευα το θάρρος της αβύσσου
κι ερχόμουνα με βήμα σταθερό
να απαιτήσω να μείνεις,
είχες ήδη το ένα πόδι έξω απ' τη ζωή μου.
Πάντα ήσουν έτοιμος γι' αποχώρηση
πάντα με νοσταλγία γύριζες στο εγώ σου
πάντα μου έκανες το θάρρος αλυσίδα τσακισμένη.

Κι εγώ μετρούσα
κι έκανα τον λογαριασμό
να δω αν θα μου φτάσουν
να σε συγχωρήσω.
Ξέρω καλά λοιπόν ποια είμαι.
Είμαι αυτή που πάντα τα βόλευε για να τ' αντέξει
και να δεχθεί μια "συγγνώμη"
που 'μενε παρ' όλα αυτά παραπονεμένα ανείπωτη.
Κι όμως, μέχρι και τα άφατα για 'σένα συγχωρούσα!
Μέχρι κι όσα δεν έλεγες, έφταναν για να σε δικαιολογήσουν
μέχρι κι όσα δεν έκανες, μου 'φταναν για να σε πιστέψω.

Και τώρα χτίζω
μ' όλες τις πέτρες που χρόνια μου 'ριχνε ο κόσμος
καθώς και με τη λάσπη που τόσο γενναιόδωρα
μου χάρισες εσύ,
χτίζω ένα σπίτι μοναχικό με μια μεγάλη σκάλα
και λιγοστά παράθυρα.
Έτσι θα ζήσω πάντα μακριά σου
και μακριά απ' τον κόσμο
και θα μιλάω μόνη μου
για κάποια μακρινή ευτυχία.
Είμαι αυτή που σ'αγαπάει τόσο
που για να σε προστατέψει ακόμη και μακριά σου
θ' αντέξει για πάντα να μείνει.
Θα πάρει τα τακούνια της
- αυτά που τόσο μίσησε λόγω μιας κάποιας
αποχώρησης -
θα πάρει και τα λόγια σου
- αυτά που μάλλον δεν τα βάσταξε
κι έτσι αποφάσισε να μείνει μακριά σου -
και θα σ' απαλλάξει επιτέλους απ' την τόσο αδιάκριτη 
αγάπη της.

Ξέρω καλά ποια είμαι, μισολησμονημένε μου άλλε εαυτέ.
Είμαι εκείνη που αγάπησε,
αλλά μάλλον δεν το 'κανε σωστά,
και το μόνο που σου έμεινε στο τέλος
ήταν η εντύπωση
μιας ασυγχώρητης αδιακρισίας.

Κι είναι πολλά τα λόγια που άκουσα στη ζωή μου.
Είναι πολλές οι μαχαιριές,
τα καυτά χαστούκια στο μάγουλο.
Μα σαν αυτά που ξεστόμισες εσύ, αθεόφοβε
κανένα!

Κι έτσι μισώ πια το ενδιαφέρον μου.
Το μισώ περισσότερο για τον τρόπο που επέλεξε να εκδηλωθεί
κι αισθάνθηκε το εγώ σου πως προσβλήθηκε...

Και μισώ τα "Συγγνώμη" σου.
Τα μισώ περισσότερο
γιατί ποτέ σου δεν τα είπες... 

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Τα "καληνύχτα" ενός ασυγχώρητου



Στη ζωή από τα λίγα πράγματα που ποτέ δεν λησμονούνται
Είναι τα "καληνύχτα" ενός ασυγχώρητου.
Η θέρμη, το τρέμουλο κάποιας σχεδόν ερωτευμένης αντρικής φωνής
Που σου τάζει σε μια του ευχή όλον τον κόσμο.

Δεν τον αγαπούσα.
Ώσπου μου χάρισε ένα τριαντάφυλλο
Και μου 'πε "Είσαι όμορφη".

Κι ο λαχειοπώλης εγκωμίαζε μικρά χαρτιά
Μιας κίτρινης, αργοπορημένης ευτυχίας 
Που ίσως να μην ερχόταν γιατί τρόμαζε
Απ' την απόρριψη στα μάτια των περαστικών
Που ίσως και να δίσταζε δηλαδή
Μήπως της κλείναμε κατάμουτρα την πόρτα. 

Και οι καφέδες  που πίναμε πότιζαν
Την αμοιβαία ανάγκη μας για κατανόηση.
Μέσα απ' τα μάτια του ένιωθα την ζαλάδα του κόσμου
- Απ' τις πολλές στροφές τα 'χασε κι αυτός τελευταία -
Άλλωστε, ως κι η γη με δική μας δουλειά στριφογυρίζει.

Βράδυ μου τα 'λεγε
Σχεδόν τραγουδιστά
Τα "καληνύχτα" του που αγιάζαν τη ζωή μου
Κι έτσι, με τον μοναδικό του αυτόν τρόπο
Τον ακαταμάχητο
Δολοφονούσε κάθε βράδυ την πίκρα
Που σαν σκοτεινιάζει δοκιμάζουν όλοι οι ρομαντικοί.
Είχε όμως σπουδαίο άλλοθι
- Μια τάχα ανιδιοτελή αγάπη -
Και ποτέ δεν έμπλεκε για το άγιο έγκλημά του.

Έγερνα το κεφάλι μου και το ξύλο ήταν κρύο
Σαν ματαιωμένη υπόσχεση.
Μα δεν είχε σημασία.
Τίποτα δεν είχε σημασία όταν μ' αγαπούσε.
"Είμαστε κάτι μισοτελειωμένα φωνήεντα
Μιας απαγορευμένης γραμματικής"
Του ψιθύριζα
Και μ' έκανε να τελειώσω
Για να μειώσει κάπως
- Ομολογώ αισθητά -
Αυτήν την πηγαία αίσθηση του ανολοκλήρωτου.

Δεν χτύπαγε η καρδιά μου δυνατά.
Ώσπου έσκυψε τρυφερά να την ακούσει.

Έπεφτε ο ήλιος πίσω απ' τον αγέρωχο έρωτά μας
Σαν πικραμύγδαλο κάποιου ετοιμοθάνατου Μάρτη
Κι εγώ που δεν περίμενα ποτέ να αμφιβάλω
Ομολογώ πως κάποτε άθελά μου
Γέμισα με μεγάλα ερωτηματικά τις σχισμένες σελίδες μας. 

Ένα φεγγάρι μου 'γραψε ένα γράμμα
Δεν πίστευα πως ήταν το άλλο μου μισό.
Ώσπου διάβασα 'κείνο το γράμμα.
Θα μ' έκανε, λέει, όσο μπορούσε ευτυχισμένη
Θα μου 'δειχνε μια αγάπη που εγώ (η άδικη) δεν πίστεψα
Θα μου 'δινε τ'αστέρια για παιδιά
Και θα τα φώναζε με τα αγαπημένα μου ονόματα
- Γνωστή η παράνοιά μου με την ονομασία -
Θα μ' έκανε πριγκίπισσα
Θα υποδυόταν, για χάρη μου, έναν πρίγκιπα με μακριά μαλλιά.
Αντ' αυτού μ' άφησε μονάχη μου.
Αόρατοι λυγμοί
Καυτό νερό στα μάγουλά μου
Σιωπές που κραύγαζαν μέσα στη νύχτα σαν λαβωμένα πουλιά
Σταγόνες από αγανάκτηση κι ατελέσφορη υπομονή
Και αμαρτία μου που 'βαλα κάποιον ασυγχώρητο
Σε όλα, μα όλα τα όνειρά μου.

Κι ύστερα κάθε μου λέξη
Μια σακατεμένη ικεσία 
Της σιωπής.
"Βρέχει"
Έλεγα ήρεμα στο κορίτσι απ' τον απέναντι καθρέφτη
Κι εκείνο δεν αποκρινόταν τίποτα
Μονάχα δάκρυζε 
Θαρρείς και του 'λεγα πιστά τον καιρό να μιμηθεί.

Μια βραδιά με κάλεσε σ' ένα ξένο όνειρο
Εξεπλάγην βεβαίως
Μα όπως πάντα τον ακολούθησα.
Δεν είπε τίποτα εντυπωσιακό
Δεν ανέφερε στίχους από μεγάλες αρχαίες αγάπες
Μονάχα χόρεψε μαζί μου για λίγο
Μου δάνεισε λίγο απ' το γέλιο του
Δούλεψε στα γρήγορα λίγα ψέματα για το δρόμο
Και στο τέλος με έδιωξε ευγενικά
Μ' ένα βιαστικό φιλί στο μάγουλο. 

Πέρασαν χρόνια
Κι ακόμη το δέρμα κάτω απ' το δεξί μου μάτι
Καίει.
Η παλάμη του ζεστή
Μου σημάδεψε αιώνια τη ζωή μου.
Δεν τον αγαπούσα τόσο αβάσταχτα.
Ώσπου μ' αγκάλιασε και κοιμηθήκαμε μαζί. 

Κι αν κλαίω σπαραχτικά κάθε βράδυ 
Είναι που αποζητά η καρδιά μου τα "καληνύχτα" 
Που κάποτε ένας ασυγχώρητος τόλμησε να μου πει. 
Δεν τον είχα και για τόσο αξεπέραστη πληγή. 
Ώσπου έπαψα ν' ακούω τη φωνή του κάθε βράδυ.

Να 'μαι λοιπόν σήμερα να πλαγιάζω
Άδεια από το άκουσμα της "καληνύχτας" του.
Κι εκείνος, ασυγχώρητος,
Δειλός, εσωστρεφής
Θα τρέφει με τις αναμνήσεις του για πάντα
Την αγάπη μου την κρυφή. 

Δεν τον αγαπούσα.
Ώσπου τον αγάπησα πολύ... 


Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Γεωργία Κολοβελώνη - Χωρίς αποσκευές


Ένα τρένο ταξιδεύει δίπλα στη θάλασσα
Εκείνο που δεν πήρα
Για να 'ρθω να σε βρω

Σφυρίζει η ατμομηχανή του
Αγκομαχητά αβέβαιων ερώτων
Την ταΐζω θλίψη
Καίγεται γρήγορα
Έχω - ευτυχώς - περίσσευμα από δαύτη αρκετό

Μια κυρία στην πρώτη θέση
Φτιάχνει το καπέλο της
Καθησυχάζει ένα μικρό αγόρι
Που φοβάται
Μην φοβάσαι μικρέ
Τα ψίχουλα στις ράγες θα σου δείξουνε πάλι τον δρόμο
Ο εισπράκτορας ελέγχει αποκόμματα
Αναμνήσεων
Σχίζει στην άκρη ένα μικρό ξεχασμένο όνειρο
Το μικρό αγόρι κλαίει
Θυμάται ένα κορίτσι
Με ένα κίτρινο φόρεμα
Σε μια αποβάθρα
Δεν είναι να την ξαναδεί
Το ξέρει πως δεν θ' ανέβει ποτέ στο τρένο
Που ταξιδεύει δίπλα στη θάλασσα

Εκείνο που δεν πήρα
Για να 'ρθω να σε βρω


         Από τη συλλογή της Γ. Κολοβελώνη
           "Ιστορίες με λυπημένη αρχή"

(Ευχαριστώ πολύ τον φίλο μου, Λευτέρη)

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Μια πικρή ιστορία


Κάποτε ήταν μια πικρή ιστορία
διαφορετική από όλες τις ιστορίες αγάπης,
τα παραμύθια με το όμορφο τέλος
ή έστω και με τους σπουδαίος αποχωρισμούς...

Σ'αυτή την ιστορία ούτε καν ένας αποχωρισμός κινηματογραφικός
και μεγαλοπρεπής δεν άξιζε - ούτε καν αυτός.

Κάποτε ήταν μια πικρή ιστορία
ίσως με λίγη επιείκεια να μπορούσε κανείς να την πει
και "ιστορία αγάπης" - μα σίγουρα ήταν πικρή
ακόμη και γελοία...

Σαν την πιο άσχημη γεροντοκόρη του κόσμου ήταν αυτή η ιστορία
τόσο αστεία όσο και θλιβερή.

Πίσω από το παραμορφωμένο πρόσωπό της λοιπόν
αυτή η ιστορία είχε ένα παρελθόν σχεδόν καθολικά λησμονημένο
κι ένα παρόν απρόσμενο και βλοσυρό
όπως καμιά ιστορία αγάπης ποτέ δεν γνώρισε...

Κι έσερνε η ιστορία μας έναν σταυρό που κουβαλούσε χρόνια
κι έτσι περνούσε ο καιρός και μέρα με τη μέρα γέρναγε όλο και περισσότερο.

Δεν μιλούσε - είχε βλέπετε προσφάτως εκτεθεί σε κάποια
καλοβολεμένα μυστικά και πού θάρρος να τα αποκαλύψει
κι έμαθε έτσι να ζει μες στην απόγνωση και την άδικη μοίρα της
κύλαγαν οι μέρες και παρέμενε γραφική και σκοτεινή...

Όπως το σβησμένο πέτρινο τζάκι στο μεγάλο άδειο σαλόνι
που κανείς πια δεν νοιαζόταν να τ' ανάψει.

Κάποτε ήταν μια πικρή ιστορία
που δεν έμοιαζε με τις άλλες ιστορίες αγάπης
και κανείς ποτέ δεν θα μάθει γι'αυτή
εκτός κι αν μια μέρα αποφασίσω να τη γράψω σ' ένα ποίημα...

Μα και τότε ακόμη, ποιος θα νοιαστεί να μάθει
για μια ιστορία αλλόκοτη, γελοία και θλιβερή;

Έμεινε λοιπόν η ιστορία μας άρρητη και παραπονεμένη
και απ' τα βάθη του άφατου ψιθύριζε το βράδυ μόνη της προσευχές
και τις μέρες που δεν είχε πια ελπίδα για ένα όμορφο τέλος δίκαιο και σωστό
ζητούσε έστω απ' το Θεό, την Τύχη ή την Μοίρα έστω έναν ανάλογο αποχαιρετισμό...

Γιατί όπως στα κρυφά φεύγουν οι κλέφτες χωρίς να αφήσουνε σημάδια και γιατί
έτσι ξεγλίστρησες κι εσύ απ' την ιστορία αυτήν την πικρή.

Και κανείς ποτέ δεν θα μάθει τον μεγάλο αυτόν καημό μου
κανείς ποτέ δεν μάθει πως έφυγες μια νύχτα μακριά μου
δεν θα το μάθει ούτε καν αν σκύψει κοντά κι ακούσει τους λυγμούς της καρδιάς μου
γιατί κι εκείνη ακόμα ντρέπεται την αλήθεια δυνατά να πει...

Μονάχα κάτι αδέσποτα σκυλιά, κάνα δυο περαστικοί και κάτι παιδιά που 'παίζαν παρακάτω
μονάχα αυτοί ίσως γνωρίζουνε το πώς σήκωσες το πόδι κι έκανες το πρώτο σου βήμα έξω απ' τη ζωή μου.

Κάποτε ήταν μια πικρή ιστορία
μα, ας είναι, τι να γίνει που τα 'φερε έτσι η ζωή κι ήταν πικρή;
Ίσως μάλιστα να μην είχα τι να γράψω
αν ήταν σαν όλες τις κοινές, τόσο παρ' όλα αυτά αγαπητές, ιστορίες αγάπης κι αυτή...

Όσο για 'σένα, μικρέ κλέφτη, μην μου αγχώνεσαι
κανείς ποτέ δεν θα μάθει από 'μένα πώς έφυγες, εκτός κι αν κάποτε το γράψω σ' ένα ποίημα...

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Έτσι θα πεθάνω



Μόνη μου.
Μπορεί και βαριά άρρωστη.
Έτσι θα πεθάνω... 

Μια νύχτα του καλοκαιριού
Ίσως και δίπλα από τη θάλασσα
Θα φυσήξει λίγο παραπάνω έξω απ' την κάμαρή μου
Κι έτσι θα πεθάνω. 

Θα φοράω κάποιο αεράτο φόρεμα
Και τα μαλλιά μου θα 'ναι ένας κότσος πάνω απ' τις αναμνήσεις μου
Δεν θα 'μαι γερασμένη πολύ
Δεν θα 'χω προλάβει να γεράσω...

Και φυσικά κανείς δεν θα 'ναι 'κει
- Αλήθεια, ήταν ποτέ κανείς εκεί για 'μένα; -
Μέσα στη μοναξιά τη ζωή μου θα 'χω ζήσει
Κι από την ίδια αυτή τη μοναξιά θα λυτρωθώ.

Και τα χιλιάδες μικρά καμπανάκια του παρελθόντος
Θα κουδουνίσουν για τελευταία φορά καθώς ξημερώνει η νύχτα 
Θ' αδειάσει λίγο αλάτι η θάλασσα σε κάποια σημαδεμένη ακτή 
Και θα 'ρθει ύστερα ο μαύρος άντρας να μου σταματήσει την ανάσα...

Τότε τα παιδικά μου χρόνια
Και εκείνα της αλλόκοτης εφηβείας μου 
Θα χαμογελάσουν - ίσως για πρώτη φορά θα χαμογελάσουν -
Και θα με βοηθήσουν να κλείσω ευκολότερα τα μάτια μου.

Κι εγώ θα χαμογελάσω
Μάλιστα, με εκείνο το ειρωνικό, σχεδόν γελοίο χαμόγελο
Που ποτέ στη ζωή μου δεν θα 'χω καταφέρει ούτε να προσποιηθώ
Κι έτσι, χαμογελώντας σχεδόν, έτσι θα πεθάνω. 

Δεν θα 'σαι βέβαια εκεί 
Δεν θα 'ταν στ' αλήθεια θάνατος αν ήσουνα εκεί
Θα 'χω ίσως χρόνια να σε δω και να σ'ακούσω
Και πεθαίνοντας θα χάσω για πάντα τη μοναδική ζωή που κάποτε σε είχα...

Τέτοια "λάθη" βλέπεις, μόνο μια φορά συμβαίνουν
Τέτοιες σπάνιες εξαιρέσεις μόνο σε μια του ζωή συναντά κανείς
Και αν! - που θα σχημάτιζαν και οι φίλοι μου, το "α" και το "ν"
Δεν θα 'σαι λοιπόν εκεί καθώς θα πεθαίνω.

Κάποια νύχτα λοιπόν του καλοκαιριού
- Του Αυγούστου ίσως
Αφού όλα τα σημαντικά πράγματα στον κόσμο Αύγουστο γίνονται -
Κανείς δεν θα το προσέξει, μα κάποιο αστέρι θα κάνει μια μεγάλη βουτιά στο κενό...

Κι ύστερα θα με βρουν ίσως οι γείτονες
Λίγες μέρες αργότερα
Σ' ένα δωμάτιο γεμάτο αναμνήσεις και στιχάκια 
Νεκρή...

Νεκρή...και λυτρωμένη.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Δεκαεφτά ορισμοί για το Εσύ



Με ρωτάς λοιπόν γιατί γράφω.
Γράφω γιατί δεν ξέρω δυστυχώς να ζωγραφίζω όμορφα
ώστε ν' αποτυπώσω κάπου ανεξίτηλα
τα χέρια - ω, τα χέρια σου τα αγαπημένα -,
τα μάτια σου που όλο και ξεχνώ
το χρώμα τους στον ήλιο,
τα χείλη, τα μαλλιά σου
καλοραμμένα απ' τον Θεό και τις μαγικές του βελόνες.

Μα και να ήξερα να ζωγραφίζω ακόμη
θα 'ταν δύσκολο, αγάπη μου, να χωρέσω
τόσο περήφανο περπάτημα,
τόση υπόσχεση ανοργάνωτη και ξαφνική,
τόσα μενεξεδένια όνειρα και λόγια,
τόσο, τόσο Εσύ!

Γράφω για να σου θυμίζω
πως υπάρχεις.
Δεν σε φαντάστηκα...

II.

Ω, χλωμό εσύ της μνήμης νεκροκρέβατο
τραγούδι ξεχασμένο στα χείλη των γερόντων
και προαιώνια δύναμη του ν'αγαπάς
και ν'αγαπιέσαι.
Εσύ αστέρι και κρυφή της νοσταλγίας φεγγαρόσκονη
εσύ ασημένια μου κλωστή σε άχρηστο νυφικό πέπλο
εσύ ύπουλο, λευκό χιόνι στην μοιραία βουνοκορφή
- να ξεγελάς τους ορειβάτες που έχουν μια φευγαλέα ελπίδα
της υπέρτατης επικινδυνότητας για κάποια θέα απατηλή.

Στην άδικη ζωή μου
μοναδικό μου χέρι να πιαστώ
έτσι που να μην μοιάζει με μακρινή ουτοπία
η δικαίωση
- όπως εκείνη η άθλια, που με κορόιδευε από καιρό
τι σημασία έχει;
Προχθές εγώ έμπαινα στο πανεπιστήμιο
κι εκείνη μοίραζε απ' έξω ανόητα διαφημιστικά...
Έτσι, βεβαιώθηκα πως εγώ ζούσα τ' όνειρό μου
κι αυτή επιβεβαίωνε την προαιώνια αναπηρία της
κι ούτε καν είχαν ενδιαφέρον τα βρόμικά της διαφημιστικά! -
στην ανοησία του κόσμου
η άλογη σωφροσύνη που ζητούσα από καιρό
εσύ!

ΙΙΙ.

Και σ'αγαπώ
όπως κανείς ποτέ δεν θα τολμούσε ν' αγαπήσει
ένα ψέμα. 

Ένα αλλόκοτο, λαθεμένο παραμύθι
σχεδόν κυνικό,
που κάπου βαθιά πίσω απ' τη στίξη του
κρύβει έναν κόσμο ολότελα ξένον.

Υπάρχεις.
Κι αν όχι, υπήρχες κάποτε.
Είσαι το σύννεφο πάνω από μια θάλασσα πορφυρή
ο ελαιώνας στην καρδιά μιας Μεσογείου ξερής και φτωχής
η άνοιξη, η άνοιξη σε ενός χειμώνα τη βροχή
το μουσκεμένο σεντόνι μιας μοναξιάς στεγνής.

Είσαι το φως
είσαι το μάρμαρο
και το γλυπτό μαζί
είσαι τα χέρια που σμιλεύουν έναν Θάνατο
και τα χρώματα που κάνουν μιαν Αυγή.

ΙV.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΥΓΗ

Κάποτε ήτανε ένας Θάνατος
κι αγάπησε μια κόρη ντροπαλή 
δεν την πλησίαζε, από μακριά μόνο την κοίταγε
καθώς άλλαζε χρώματα, μια ήταν ίριδα, μια ροδαλή. 

Εκείνη τον κατάλαβε
φοβήθηκε η καημένη 
δεν είχε φήμη άριστη 
κι αν φύγει η Αυγή, μετά τι μένει;

Εκείνος ντράπηκε πολύ 
για το κατάμαυρο εγώ του
ήθελε για πάντα να εξαφανιστεί
μα πού να βρει ο ίδιος ο Θάνατος τον εσκεμμένο θάνατό του;

Έτσι μονάχα σώπασε 
δυστυχισμένος σαν ορφανό παιδί
κι αιώνια συνέχισε
να παίρνει κάθε τόσο κι από μια ζωή... 

V.

Υπήρξες.
Τότε που σου 'παιζα πως τάχα μ' έβλεπες για πρώτη σου φορά
πως ήμασταν δυο άγνωστοι, αμοιβαία γοητευμένοι
προφητικό θαρρείς - έστω κατά το ήμισυ
αφού τώρα γινήκαμε δυο άγνωστοι στ' αλήθεια!

-Και πώς μπορείς, αλήθεια,
να γίνεις ένας ξένος
για 'κείνον που κάποτε
άκουγε σιωπηλά
να χτυπάει η ερωτευμένη σου καρδιά;-

Ζήταγα να μου χαρίσεις έναν ουρανό
κι έκανες λες και σου ζήταγα κάτι αδύνατο
δεν σου 'πα δα και να μ'αγαπήσεις!
Ούτε έναν ουρανό να φτάσω
και να γυρίσω πάλι πίσω
δεν άξιζα;

VI.

Σ'αγαπώ 
όπως κανείς ποτέ δεν θα τολμούσε ν'αγαπήσει
ένα λάθος που 'ναι πέρα για πέρα σωστό.

Και σ'αγαπώ
γιατί ποιος άλλος
πέρα από 'μένα
θα μπορούσε ποτέ να αγαπήσει
τόσο όμορφα,
αυθαίρετα,
καρτερικά
ένα ατελές, ρημαδιασμένο παραμύθι;