Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Σύμφωνα ονόματος



Το όνομά σου
εύηχο σύμπλεγμα υγρών συμφώνων
με μια δόση οδοντική
και μια κατάληξη συριστική
όπως ακριβώς διατάζουν οι μητέρες
στα ζωηρά παιδιά τους
όταν κάνουν φασαρία τα μεσημέρια.

-Σσσσσς!
Σώπασε τώρα
που καταλήγεις όπως και τ' όνομά σου
σε μια σιωπή
έτσι κι αλλιώς να γυρίσεις δεν πρόκειται
αυτό που με προβληματίζει ομολογώ βεβαίως είναι πως
προϋποτίθεται μια αμνημοσύνη
για να ζήσω μακριά σου
αποφεύγοντας τον άσπρο μανδύα
και δεν μου βρίσκεται μέχρι στιγμής
καμία.

Ποτέ σου ωστόσο δεν θα μάθεις
πως εκείνη η τελεία στο τέλος
της δυσανάλογης στροφής
δεν είναι παρά μια ατέρμονη έκκληση
να γυρίσεις, να γυρίσεις, να γυρίσεις
κι εκείνη η υποδιαστολή η παραπονεμένη
μια μικρή παύση
του παρόντος
για μία τόση δα σταγόνα
παρελθόν.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Το βαλς της αργοπορημένης λήθης


Τι ανάρμοστο αίσθημα, αλήθεια,
να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις
και μαζί να φοβάσαι μήπως δεν ξεχάσεις ποτέ
  όλες εκείνες τις ασημογάλαζες στιγμιαίες ευτυχίες του χθες
  γιατί όσα δεν φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει μια τόση δα μικρή στιγμή 
  απρόσμενη, απρόσκλητη ίσως, απρόβλεπτη
και συλλογίσου
πόσες ρίμες δεν κρατάει ο Θεός για τον εαυτό του
πόσα είναι εκείνα τα στιχάκια και πόσα λόγια μαγικά ούτε καν έχουμε ποτέ μας φανταστεί
  κι όλοι οι Ποιητές να είναι εξόριστοι από τούτη τη μαγεία της δημιουργίας
  και της θείας έμπνευσης
  κι ο νους μας δεν μπορεί πια να συλλάβει πράγματα τόσο υπέροχα
  γιατί συνήθισε άθελά του στα μικρά και τα υπαρκτά
κι όλες εκείνες οι λέξεις που σήμερα πονάνε στο στόμα μου
  όπως "μάνα", "κάποτε", "Αύγουστος"
  και κάνα-δυο ρήματα που λήγουνε σε -άω...

Και κάπως έτσι οι μεγαλύτερες αγάπες αποχωρίζονται για πάντα
  στα μάτια που χθες λάτρευες, τώρα αντικρίζεις κάποιον ολότελα ξένο
  στα χείλη - στον βωμό τον χειλιών που χθες θυσίαζες ένα-ένα τα όνειρά σου
τώρα θωρείς δυο ροζιασμένα κομμάτια από ένα σώμα άγνωστο
κι από ένα πρόσωπο που ούτε σε προηγούμενη ζωή σου δεν θυμάσαι να ξανακοίταξες
  μα τα χέρια δεν ξεχνούν τόσο εύκολα
  και μες σε τούτο τον παραλογισμό της λησμονιάς
  και στο βαλς της αναπόφευκτης λήθης
σαν δυο μικρά, νεκρωμένα ερείπια
σαν δυο πεθαμένα περιστέρια που 'χουν μουδιάσει από το κρύο
  ακόμη θυμούνται, ακόμη αγαπάνε
οι άνθρωποι εντάξει, 
μα 
τα χέρια δεν ξεχνούν τόσο εύκολα... 

Κι επειδή έτυχε να σ'αγαπήσω και να σε κάνω άνθρωπο της ζωής μου
  δεν πάει να πει πως ό,τι κι αν γράφω είναι για 'σένα
κι επειδή ζήσαμε πέντε-δέκα ευτυχισμένες στιγμές
- κι έτυχε αυτές να είναι οι ομορφότερες στιγμές της ζωής μου -
  δεν πάει να πει πως ακόμη ξέρω ποιος στο καλό είσαι...

Άραγε τη νύχτα τα άστρα έχουν ακόμη το ίδιο θράσος
  για τόση δίχως λόγο λάμψη;
Άραγε τα πάρκα έχουν ακόμη την ίδια τόλμη
  για τόση δίχως ντροπή υγρή ευτυχία;
Άραγε ένας άντρας έχει ακόμη τον ίδιο εγωισμό
  για τόσα ανειλικρινή "αντίο";

(Κι αυτό που με πονάει περισσότερο 
είναι ότι ο κόσμος τελικά είχε δίκιο...)

Κι άραγε
  μια γυναίκα είναι ακόμη το ίδιο τυφλή
    για τόσο πείσμα να επιμένει
      σε μια ανόητη
        και εν τέλει λανθασμένη
          υ π ε ρ ά σ π ι σ η; 

Υπερασπιζόμαστε αισθήματα
  "σώζουμε" τρόπον τινά την υπόληψή τους
     γιατί νομίζουμε πως τα έχουμε τάχα νιώσει...
Υπερασπιζόμαστε αντιλήψεις
  ανάγουμε λόγον τινά την διαιώνισή τους σε σκοπό ζωής
    γιατί νομίζουμε πως μας κάνουν τάχα καλύτερους ανθρώπους
      κι ίσως έτσι κάποτε να ζήσουμε καλύτερα
    ή και γιατί τελικά μέσα μας πιστεύουμε πως από τώρα προπωλούνται εισιτήρια για τον Παράδεισο
      κι εξασφαλίζουμε στα σίγουρα μια θέση...
Υπερασπιζόμαστε ανθρώπους
  είμαστε έτοιμοι να τα βάλουμε μ' όλον τον κόσμο αν διαστρεβλωθεί η αλήθεια τους
    γιατί ακριβώς νομίζουμε πως εμείς τάχα ξέρουμε αυτήν την αλήθεια
      γιατί νομίζουμε οι ανόητοι πως τάχα ξέρουμε τους ίδιους...

Τι ανάρμοστο αίσθημα, αλήθεια,
να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις
και μαζί να φοβάσαι μήπως δεν ξεχάσεις ποτέ
  όλες εκείνες τις φορές που υπερασπίστηκες με πείσμα κι επίμονα επιχειρήματα
  και τώρα εξαιτίας τους ντρέπεσαι ν' αντικρίσεις τους πρώην "συκοφάντες"
ακριβώς γιατί μερικές φορές τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι όπως φαίνονται
και τα φαινόμενα δεν απατούν
κι ό,τι λάμπει είναι χρυσός
  κι αυτό το κάτι που δεν έλαμπε, 
όχι, δεν έκρυβε κάποιον μυστικό θησαυρό
απλώς δεν ήταν... 

Θα 'ταν άραγε καλύτερο να πω
"Το αναπόφευκτο βαλς της λήθης"
ή το αντίστροφο
(σε περίπτωση που κάποιος δεν βλέπει όπως εγώ
- γιατί υπάρχει κι αυτή η περίπτωση
κι αν μου το 'λεγε κάποιος τώρα δεν θα μου 'κανε καμία εντύπωση
εννοώ, πως δηλαδή αυτά που γράφω εγώ
κι αυτά που αφού τ' αποτυπώσω στο χαρτί
μπορώ ύστερα και τα διαβάζω
οι άλλοι ή κάποιοι τέλος πάντων απ' αυτούς
τα βλέπουν διαφορετικά
άλλωστε, όλα είναι σχετικά
κι έχει επανειλημμένως αποδειχθεί
πως δεν τα βλέπω τα πράγματα όπως ο υπόλοιπος κόσμος
και μάλιστα τελευταία εκείνος κερδίζει -
σε περίπτωση λοιπόν που κάποιος δεν καταλαβαίνει πού αναφέρομαι
το αντίστροφο είναι "Το βαλς της αναπόφευκτης λήθης")
τι θα 'ταν, λοιπόν, καλύτερο στο άκουσμα;
Διότι με ρωτάνε καμιά φορά
την προαιώνια αυτή και τόσο καθημερινή ερώτηση
"Γιατί;"
κι εγώ δεν έχω κάποιον λόγο ν' απαντήσω!
Το "Γιατί το 'γραψες έτσι;" είναι σαν το "Γιατί τον αγάπησες έτσι;":
Δεν επιδέχεται στ' αλήθεια απάντηση
  - Σχεδόν, ψευδώς κι ανεπαισθήτως ρητορικό -...
Ίσως απλά μου αρέσουν τα εύηχα και τα πιο "βαριά"
- ξέρετε, μην γίνει καμιά παρανόηση
και εκληφθεί ως αναπόφευκτο ένα απλό βαλς...
Το αναπόφευκτο κι αυτό που ούτε οι νεκροί δεν του ξεφεύγουν
είναι η αιμοβόρα, τερατόμορφη, απάνθρωπη
λήθη...



Τι ανάρμοστο αίσθημα, αλήθεια,
να φοβάσαι μήπως ξεχάσεις
και μαζί να φοβάσαι μήπως δεν ξεχάσεις ποτέ
  όλες εκείνες τις φορές που ύψωσες το στερημένο από γόνιμο έρωτα ανάστημά σου
  και αρνήθηκες πεισματικά να υποκύψεις
- εννοώ βεβαίως να χορέψεις το βαλς αυτό που σου επιβάλλουν
από τότε που έκανες το λάθος ν' αγαπήσεις -
  μόνο και μόνο για να σε πάρει στο τέλος η άκαρδη φύση απ' το χέρι
  και να σου παίξει μάλιστα η ίδια στο πιάνο
  το τελευταίο αυτό, αποχαιρετιστήριο κονσέρτο του απαράμιλλου έρωτά σου
κι έτσι, μοιραία κι αναπόφευκτα,
να χορέψεις κι εσύ αυτό το πικρό, θλιβερό βαλς
  της αργοπορημένης σου λήθης...


(Κι αυτό που με πονάει περισσότερο
είναι ότι ο κόσμος τελικά είχε δίκιο...)

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Πόθος για ύπνο - Μίλαν Κούντερα



Δεν ξέρω χωρίς εσένα να ζω.
Τι σημασία έχει που συναντιόμαστε
μια φορά στους δύο μήνες ή και λιγότερο.
Έρχεσαι για εμένα και με ξεκρεμάς
σαν κάποιο από το μαγαζί μίσθιο.
Κι εγω σ’ ακολουθώ.
Υπάκουη, όπως υπάκουα είναι τα πράγματα
που εκμισθώνονται.

Πηγαίνουμε πάντα σε μια μικρή ταβέρνα
στα προάστια,
πίνουμε κάνα δύο βότκες κι εγώ ύστερα
μένω σε σένα.
Ξεχνώ τον κόσμο, κραυγάζω από ευτυχία,
αλλά εσύ
όλο αυτό το διάστημα σκέφτεσαι μόνο
να μη χάσω το τελευταίο τραμ.
Κι εγώ ντύνομαι και φεύγω.

Φεύγω και λέω:
Να κοιμάσαι μαζί, μαζί να κοιμάσαι,
να ‘σαι ξαφνικά ελαφριά σα σκουπιδάκι,
ν’ ανασαίνει βαθιά, να μετατρέπεσαι
σε μακρόσυρτο τραγούδι,
μέσα σ’ αυτόν τον μικρό γλυκό θάνατο
τον όμοιο με μωρό,
να κοιμάσαι μαζί ελαφριά σα σκουπιδάκι.,
να μετατρέπεσαι σε κοινό τραγούδι…

αλλά εσύ μαζί μου ποτέ δεν πρόκειται να κοιμηθείς.
Ο άντρας δύσκολα αποκοιμιέται δίπλα σε μια γυναίκα
Που δεν αισθάνεται γι’ αυτήν αγάπη.
Τι να γίνει.
Δεν ξέρω χωρίς εσένα να ζω.



Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Διάφορο του ανέφικτου


   Ποτέ μου δεν ζήτησα τίποτα το τρελό, τίποτα το υπερφυσικά αλλοτινό και ξένο, τίποτα το μαγικό και το ακατόρθωτο... Κι αν καμιά φορά μιλούσα για το παραμύθι με τον θαρραλέο ιππότη, τα ευγενικά του μάτια και την προαιώνια αναμονή του για κάποια πριγκίπισσα με κατακόκκινη καρδιά, αν τύχαινε και έλεγα για τον ανοιξιάτικο γάμο στην παραλία, με τα λουλούδια στα μαλλιά και την μαγική ορχήστρα, αν ονειρευόμουν τάχα τον ονειρεμένο κήπο και την ολόδική μας αυλή με την κίτρινη κούνια και δυο τεράστιες μωβ ομπρέλες από πάνω της, αν με φανταζόμουν τη μητέρα τριών απ' τα πιο όμορφα παιδιά, με τα σγουρά μαλλάκια τους και τα μελιά τους μάτια, και κυρίως με τα πιο όμορφα του κόσμου ονόματα, αν μουρμούριζα πού και πού τίποτα για κάτι άστρα πιο υπάκουα, ένα φεγγάρι που δεν θα 'μενε ποτέ μισό κι έναν ήλιο που  θα γινόταν, λέει, μεγαλύτερος, για να φωτίσει και τις πιο σκοτεινές πλευρές του κόσμου, στην πραγματικότητα δεν τα χρειαζόμουν όλα αυτά για να 'μαι ευτυχισμένη... Ας έμεναν στη θέση τους τα άστρα, άλλωστε, αν δεν βρίσκονταν τόσο μακριά, δεν θα εκπλήρωναν ευχές ούτε και θα τα λέγαμε άστρα. Τίποτα επίγεια ασημικά θα 'ταν, που λέει και η Δημουλά, και δεν θα τους δίναμε μάλλον σημασία. Ούτε για το φεγγάρι μ' ένοιαζε πραγματικά, έχει τη χάρη του κι έτσι μισό που είναι κάποια βράδια, ούτε και για τον ήλιο που δεν φτάνει, φαίνεται, παντού το φως του. Ας έμεναν όλα έτσι - ατελή - ως είναι. Ποτέ μου στην πραγματικότητα δεν ζήτησα το τέλειο. Το μόνο που ήθελα, ήταν να ήμουν μαζί σου...
  Έλεγα πως τίποτα δεν ήταν αληθινό από την αγάπη σου, τίποτα, εκτός από την ανταπόκρισή της. Μια αμοιβαιότητα που τελικά δεν ήταν παρά μια παραίσθηση, ή μάλλον ένα ύπουλο ψέμα σχεδιασμένο στην εντέλεια για να θολώνει τα νερά... Και τώρα, άραγε θα σε συγχωρέσω ποτέ; Κι άραγε θα με συγχωρέσεις ποτέ; Κανείς μας δεν το ξέρει... Άλλωστε, τις πιο βαθιές μας συγχωρέσεις τις δίνουμε μονάχοι, μ' ένα κλάμα βουβό και παραπονεμένο, στο κρεβάτι μας, κάποιο βράδυ που 'ναι πολύ βαρύ για να αντέξουμε την ύπαρξή μας. Κι όταν μένουμε μόνοι, συγχωρούμε. Κανείς μας δεν ξέρει αν το κάνουμε από ανιδιοτέλεια, ή απλώς επειδή έχουμε οι ίδιοι ανάγκη από την επαφή με τους ανθρώπους που αγαπήσαμε. Και άλλωστε, τι σημασία έχει γιατί το κάνουμε; Εξιλεώσεις που γυρίζουνε στο νου μας όπως στην πόρτα τέσσερις φορές γυρίζουν κάθε βράδυ τα σκουριασμένα κλειδιά, τάχα να προστατέψουμε ό,τι απέμεινε απ' το σπίτι μας κι από την ίδια τη ζωή μας...
  Πόσα δεν είναι, άλλωστε, τα βράδια, που στέκομαι επί ώρα πάνω απ' τ' ακουστικό, θαρρείς και περιμένω κανένα σοβαρό τηλεφώνημα, όπως περιμένουν οι χήρες τους νεκρούς συζύγους τους, ή οι απεγνωσμένες γυναίκες τους ανύπαρκτούς τους εραστές... Μα εγώ περιμένω κάτι που 'ναι ακόμη πιο αδύνατο να γίνει. Και δεν θα το πιστέψεις, κι όμως, αυτό που ακόμη περιμένω είναι να χτυπήσει το τηλέφωνο, μόνο για ν' ακούσω πόσο άλλαξε η φωνή σου. Ακόμη περιμένω ένα σημάδι, για να μου δείξεις πόσο δεν άλλαξε η ψυχή σου. Θυμάμαι κάποτε που μου 'λεγες πως όλες τις Παρασκευές τις έφτιαξε ο Θεός για να ζεις πλάι μου, κι εγώ σκεφτόμουνα πως όλες οι μέρες κι όλες οι ζωές ήταν φτιαγμένες γι'αυτό, αλλά δεν στο 'λεγα, μήπως και σε τρομάξω. Θυμάσαι που με κυνηγούσες στον πίσω κήπο και η γειτόνισσα μας φώναζε πως ήταν μεσημέρι, κι ύστερα, γεμάτη ντροπή, σ' άφηνα να με πιάσεις και σου 'λεγα πως κέρδισες ό,τι ήθελες; Κι εσύ σκεφτόσουνα για λίγο, κι ύστερα ζητούσες ένα φιλί, ένα απαλό φιλί, και τίποτα άλλο. Κι όταν σηκωνόμουν στις μύτες και στο 'δινα, έκλεινες τα μάτια, λες και προσευχόσουν, λες και άκουγες από τα χείλη του Θεού το νόημα της ζωής, λες και ήμουν η ζωή σου έκανες, καθώς σου έδινα εκείνο το φιλί. Λες κι ήτανε το τελευταίο μας φιλί, κι ύστερα θα χώριζαν για πάντα τα χείλη κι οι δρόμοι μας... Και μια μέρα, ήταν στ' αλήθεια το τελευταίο. Μονάχα που δεν ήταν μεσημέρι, κατάμαυρος ήταν ο ουρανός, κι ούτε στον πίσω κήπο ήμασταν, κι ούτε το είχες κερδίσει σε παιχνίδι. Ούτε καν η γειτόνισσα δεν φώναξε, σαν να 'χε κάτι καταλάβει κι εκείνη, κι έμενε σιωπηλή. Μονάχα που δεν μου το είπες πως θα 'τανε το τελευταίο, μπας κι έβαζα κι εγώ λίγη τέχνη περισσή, μήπως και το μετάνιωνες και δεν με άφηνες ποτέ σου... Ως και τα περιστέρια απ' τ' απέναντι κάγκελα κάτι είχαν καταλάβει από το τέλος που φυσούσε ο αέρας και την βαριά ατμόσφαιρα του αποχωρισμού και όλα εκείνα που δεν έφερε όλος τούτος ο χρόνος, και θα τα 'φερνε τώρα μια τόση δα στιγμή... Μονάχα εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα, μονάχα εγώ, ούσα ευτυχισμένη, κρατούσα το ζεστό χέρι σου κι έλεγα ανοησίες για κάτι στιχάκια συγκινητικά. Ίσως ήμουν πολύ ερωτευμένη, ίσως πάλι κι εσύ ήσουν πολύ καλός υποκριτής...
  Και ούτε τώρα ζητώ κάτι το ανέφικτο, δεν τρέφω ελπίδες, αν και ρομαντική, δεν περιμένω να γυρίσεις. Σκέφτομαι, βέβαια, καμιά φορά τον πίσω κήπο με μια νοσταλγία ανεξήγητη κι αφόρητα πιεστική, δεν το αρνούμαι, μα κατά τ' άλλα αισιοδοξίες, έρωτες, κι άλλα τέτοια εφηβικά κοριτσίστικα πράγματα δεν με αγγίζουν πια. Ας είναι τ' άστρα όπου τα διάλεξε να 'ναι ο δημιουργός τους, ας είναι το φεγγάρι μισό στην πιο απόμακρη γωνιά του Ουρανού, ας γίνεται ο ήλιος όλο και πιο μικρός, σαν μια χρυσή τελίτσα στο λερωμένο γαλάζιο του καιρού... Ας βρέχει αιώνια έξω από το σπίτι μου κι ας γκρεμοτσακιστεί κάθε θαλασσόβρεχτη μικρή εκκλησιά... Ποτέ μου δεν ζήτησα κάτι το ανέφικτο, κάτι το εξωπραγματικό, κι ούτε και τώρα θα το κάνω. Δεν θέλω να ζητήσεις συγγνώμη, δεν θέλω να με συγχωρέσεις ή να με φωνάξεις στα όνειρά σου να σου πω ένα "γεια", θέλω μονάχα, αλήθεια στο λέω, μονάχα να ξέρω πως είσαι καλά...

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Κι όχι επειδή τον αγαπούσα...


Κι όμως, υπήρξα κάποτε μια όμορφη που αγαπήθηκε απαράμιλλα
  και τα πουλιά άνθιζαν κάτω απ' το σπίτι μου τα βράδια και κελαηδούσαν τα άνθη απ' τη μηλιά
γιατί το αδύνατο και το αδιανόητο καθ' υπερβολή
είναι ένα σκαλοπάτι παρακάτω απ' τον έρωτα...
  Κι όχι επειδή ήμουν εγώ τότε ευτυχισμένη
μα ήταν ο κόσμος δικαιότερος και τα αστέρια ζωντανά
όμως για κάθε άνδρα μια φορά έρχεται η Τύχη
  μία είναι η Πηνελόπη που προσμένει υπό την αγανάκτηση χιλίων μνηστήρων
ανυπόφορα παντοτινά
κι άλλωστε
  πώς θα μπορούσα να ξαναγαπήσω με χίλια κομμάτια που 'χω για καρδιά;

Είχα, άλλωστε, από καιρό καταλάβει την πλεκτάνη που έστηναν εναντίον μου
  όταν κανείς δεν καθόταν στην κενή θέση πλάι μου στο λεωφορείο
τσάμπα η ανόητη μάζευα το παλτό μου σε κάθε στάση, προσμένοντας παρακλητικά
  μα είχα ήδη ετοιμάσει την εκδίκηση
πιστός μου συνεργάτης σε τόσα σχέδια η σκοτεινή φιγούρα που μου 'κλεβε τον ύπνο κάθε βραδιά
  και μόνο οι νεκροί μπορούν ν' αντέξουν τόση λήθη
  και μόνο οι ζωντανοί μπορούνε να ξεχάσουν τόσο αβάσταχτα αληθινά...

Συχνά, για να ανταπεξέλθω, συλλογιζόμουν τρόπους
να μην υπάρχεις
  όπως οι φίλοι μου στα παιδικά μου χρόνια, η μαγική νονά της Σταχτοπούτας
  όπως τα Χριστούγεννα τα πλούσια γεύματα των ζητιάνων
  όπως τα μεγάλα σπίτια των αστέγων
  όπως η δικαιοσύνη που περιμένει κάθε θύμα καρτερικά...
Κι αν ήμουν κυνική, ίσως να σ' είχα κι όλας βγάλει από καιρό απ' το νου μου
είμαι ρομαντική, κι ακόμη σηκώνομαι τα βράδια και χορεύω μαζί σου εκείνο το πρώτο βαλς...

Κι όλα εκείνα τα μεγάλα σχέδια γι' απόδραση
  τα κλείσαμε χάριν ασφαλείας και διά δειλίας
  όντας αλλαγμένοι και λίαν διαφορετικοί
σ' έναν σατανικό, κίτρινο φάκελο
και κάνουμε πια πως δεν υπήρχανε ποτέ τους...
  Μα εσύ είχες τόσο αλλάξει
  που τρόμαζα πια να σ'αναγνωρίσω...
Τις νύχτες που άκουγα την πνιχτή φωνή του πατέρα να αγωνίζεται για το δίκαιο όλων των αδικημένων της γης
  και να επαναστατεί απέναντι στη μάνα μου δειλά
ήξερα πως σαν μεγάλωνα θα γινόμουνα η αλλαγή του κόσμου
ή απλά μια πεθαμένη, αλλόκοτη τριανταφυλλιά...

Ίσως, λοιπόν, κάποια μέρα εγκαταλείψω όλες εκείνες τις μάταιες προσδοκίες μου
  για Θεία Επιστροφή
κι αρκεστώ στο ν' απαιτήσω να κάνεις εν πάση περιπτώσει κι εσύ το σωστό
για μια φορά:
Να μην υπάρχεις
  να πάρεις τον αλλόκοτο εαυτό σου
  κι έξω από τη ζωή μου... 
Ως τότε ας γράψουμε παρέα έναν στίχο για τα νεκρά πουλιά
τα αηδόνια που 'χάσαν τη χρυσή λαλιά τους
τους αγγέλους που 'μείναν χωρίς τα φωτεινά τους φτερά
τις μάνες της γης που πεθάναν στην κούνια τ' άτυχα παιδιά τους
και δυο αδελφές που σφάχτηκαν για ένα δυάρι και μιας ζωής την άδικη μητρική μοιρασιά...

  κι όχι επειδή τον αγαπούσα
μα υπήρχανε και νύχτες που μύριζε τόσο ξεδιάντροπα μαγευτικά...

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Να γελάς :)




                            



Στην παιδική χαρά στις τραμπάλες προχθές
με παγωτό χωνάκι στο χέρι
γελάς χορευτικά σ' ενός βαλς τις στροφές
ποια μάγισσα εδώ σ' έχει φέρει;

Να γελάς κι εγώ θα στο πω
το σ' αγαπώ χορεύοντας ρούμπα...
Σαν το Μίκυ σαν το Σαρλό
με δυο γκριμάτσες και με μια τούμπα...!

Με κράκερς και ποπ-κόρν μέσα στο σινεμά
γελούσες πάλι σε μια ταινία
του Τζέρι Λιούις κι έκανα εγώ στα κρυφά
στα βλέφαρά σου σκαλωμαρία...

Να γελάς κι εγώ θα στο πω
το σ' αγαπώ χορεύοντας ρούμπα...
Σαν το Μίκυ σαν το Σαρλό
με δυο γκριμάτσες και με μια τούμπα...! 

Άκου το τραγουδάκι που μας λέει για
τη συνονόματή σου μικρή Ελένη
που κάθεται μονάχη και κλαίει ξανά
γιατί είναι σ' άλλο κόσμο χαμένη...

Μα εσύ να γελάς κι εγώ θα στο πω
το σ' αγαπώ χορεύοντας ρούμπα...
Σαν το Μίκυ σαν το Σαρλό
με δυο γκριμάτσες και με μια τούμπα...! 

Τόσες φωτιές ανάβουν οι ανθρώποι στη γη
δεν θέλω όμως αυτά να τα ξέρεις
μ' ένα κουκλί αγκαλιά μείνε πάντα παιδί
ποτέ σου να μην υποφέρεις...

Να γελάς κι εγώ θα στο πω
το σ' αγαπώ χορεύοντας ρούμπα...
Σαν το Μίκυ σαν το Σαρλό
με δυο γκριμάτσες και με μια τούμπα...! 

Μέσα μου πώς ξυπνάνε γλυκιά μουσική
τ' αμυγδαλάκια που έχεις στα μάτια
ο Μότσαρτ κι ο Βιβάλντι αν τα 'χανε δει
θα σου 'χαν γράψει χίλια κομμάτια...

Να γελάς κι εγώ θα στο πω
το σ' αγαπώ χορεύοντας ρούμπα...
Σαν το Μίκυ σαν το Σαρλό
με δυο γκριμάτσες και με μια τούμπα...!





Μουσική και Στίχοι: Νίκος Κατσίκας
Τραγούδι: Γιώργος Αντωνίου
Δίσκος: Ραδιενεργή Βροχή

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Σε μι ελάσσονα


Είχα, ξέρεις, κι εγώ κάποτε όνειρα, μα ύστερα από τόση εγκατάλειψη, νιώθεις πια πως σχεδόν δεν υπάρχεις,
  μια θολή σκιά, σχεδόν αόρατη
κι όταν κανείς δεν σου μιλά κι όλοι συμπεριφέρονται λες κι είσαι μια αχνή φιγούρα,
σαν ψυχή
  χωρίς αληθινό περίγραμμα,
  πόση - αλήθεια - περιφρόνηση στοιχίζει λίγη σοφία;
Κι όπως όταν νυχτώνει κι οι αναμνήσεις ζωντανεύουν σαν φαντάσματα
και γίνονται οι ψυχροί δολοφόνοι του ύπνου
  εκτελεστές με μαύρη πανοπλία γεμάτη από την κορυφή ως τα νύχια παρελθόντα χρόνο
Θεέ μου! Πόση ανοησία σ' έναν κόσμο να χωρά;
  Με πόση αυταπάρνηση συντήρησα τις νύχτες της ζωής μου...

Και όπως κάθε ποιητής με δυο ψεύτικες γραμμές ξεγελά τον θλιμμένο εαυτό του
  γέρνει κι απόψε τα φύλλα της η μεγάλη λεύκα στην ξεραμένη, αβάσταχτη αυλή
  και περιμένει απ' τους νεκρούς να την ποτίσουν για ν' ανθίσει και τούτη την άνοιξη...
Πολλά και τα δικά μας ψέματα και δεν μας τα συγχώρεσε η μοίρα
κι εγώ που φαίνεται αγάπησα ό,τι ήτανε της μοίρας μου να φύγει μακριά μου
  σαν τα φιλιά που έδωσα κάποιον Ιούλη καυτό δίπλα σε ένα παγωμένο, πράσινο κύμα...

Φιλούσες άλλωστε υπέροχα
όπως κάθε Ιούδας...

Και συχνά αναρωτιόμουν
πόσοι να 'ναι εκείνοι οι άγνωστοι που ζουν σ' αυτό το σπίτι
  με πόσους, τέλος πάντων, μοιράζομαι τους ίδιους ματωμένους τοίχους
  και τα μαραζωμένα, κίτρινα λουλούδια της αυλής...
-Ορέστη!, φώναζα
κι ας μην υπήρχε σε τούτο το σπίτι αυτό το όνομα
μονάχα "Γιώργος", "Κώστας"
αδιάφορα ονόματα και βαρετά
-Μεγάλε της ζωής μου Αλέξανδρε!
κι ας είχε από χρόνια θαφτεί στο απέναντι χώμα
  κάθε που έβρεχε ξεπρόβαλε το χέρι του καχεκτικό
  κι η μητέρα έλεγε πως ανασταινόταν...

Αδελφή, έλεγα, πώς αντέχεις και κλείνεις κάθε βράδυ ήσυχη τα μάτια σου;
Ποτέ της δεν απάνταγε, με κοίταγε μόνο, σαν να μ' έβλεπε για πρώτη φορά...

Και πράγματι, το είπαν ένα βράδυ στις ειδήσεις
  κάποιο άστρο, λέει, πήρε τ' όνομά του και έλαμπε από 'κει ψηλά την αιώνια προδοσία του...
Θυμάσαι που κρυβόσουνα πίσω απ' τα πικραμυγδαλιές
και με περίμενες να 'ρθω από πίσω σου και να σου κλείσω με τα χέρια μου τα μάτια;
  Χρόνια ζήσαμε έτσι, με μόνη απόδειξη της μάταιης αγάπης μας δυο άστρα...
Ένα βράδυ όμως σβήστηκαν κι αυτά, μαζί με το αμοιβαίο πάθος μας
μια φορά μονάχα άργησα να ακουμπήσω με τις κρύες μου παλάμες τα μάτια σου
κι αμέσως έτρεξες να κρυφτείς σε άλλους κήπους...
  Τα κρύα χέρια, μου 'λεγες, πάνε να πουν πως είν' κανείς ερωτευμένος
και μέρα με τη μέρα τα δικά μου πάγωναν όλο και περισσότερο
εσένα μονάχα έμεναν το ίδιο ανυπόφορα ζεστά...

Συχνά έβγαινα στο μπαλκόνι να ψάξω αποδείξεις της γνωριμίας μας
  μονάχα το φεγγάρι μου έγνεφε συγκαταβατικά
κι ύστερα ερχόταν το ξημέρωμα κι ο ήλιος ήταν πια το έσχατο αποδεικτικό
πως κάποτε απ' το σώμα σου ξεχείλιζαν αηδόνια...
Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε!
-Ελπίδα!, της φώναζα
  είχε και τούτη τ' όνομα της έσχατης διαδικασίας
κι αντί γι' απάντηση έπαιρνα τα παλιά χαρτάκια μου και χανόμουνα στη λησμονιά...

Μονάχα κάποια βράδια θαρρείς και σ' άκουγα
  όταν σώπαιναν τα τριζόνια και τα νυχτολούλουδα της διπλανής αυλής
να τραγουδάς σχεδόν από μέσα σου μιαν αρχαία συμφωνία του έρωτα
-Σε μι ελάσσονα!, σου 'λεγα όταν μου την έπαιζες παλιά
  και τα σύννεφα έσκυβαν ν' ακούσουν τους προαιώνιους αναστεναγμούς
  όλων των πικραμένων άδοξων αποχαιρετισμών της γης...

Όσο για 'μένα ήταν σαν να σε είχα από πάντα φανταστεί
  σαν να πλάγιαζα κάθε βράδυ με ένα είδωλο, με μια ατελή σκιά
  και κάθε που ξημέρωνε την φανταζόμουνα απ' την αρχή...
Έτσι, πλασματικά κι αόριστα σ' αγάπησα
κι ας μην υπήρξες ποτέ σου,
πώς άλλωστε να ξεπεράσεις το ανύπαρκτο και το απ' το νου σου γεννημένο;

Όμως το χελιδόνι εκείνο που χτύπησε και δεν μπορεί πια να πετάξει
βαστάει στα χέρια του μέχρι και σήμερα την κατακόκκινή μου καρδιά
  κι εκείνη πλάι του και μαζί του αργοπεθαίνει σιωπηλά και αναβλύζει προσευχές για τους αδικημένους...

Πόσες "αγάπες" δεν τελείωσαν σαν έφυγε το καλοκαίρι κι ήρθε βαρύς ο Νοέμβρης της λησμονιάς;
Και πόσες υποσχέσεις είναι που ποτέ δεν ξεστόμισαν οι βάρβαροι;
-Λιποτάκτες!, έλεγε ο θείος και τον κρεμάσανε ένα βράδυ ανάποδα από μια συκιά
ενώ από κάτω άνθισε ύστερα από σαράντα μέρες ένα ολοκόκκινο χρυσάνθεμο...
  Το κόβανε, άνθιζε εκείνο γεμάτο περιφρόνηση ξανά και ξανά,
  το ξεριζώνανε, κι εκείνο γεννιόταν απ' το ξερό χώμα και πάλι,
περήφανο κι αγέρωχο, σαν τον θείο, πριν τον αναποδογυρίσουν και του περάσουν απ' τον λαιμό μια ειρωνική θηλιά,
  ώσπου με μια "τυχαία" πυρκαγιά έγιναν όλα ολοκαύτωμα
κι εκείνο ηττημένο κούρνιασε στο γκρι της γης και δεν ξεφύτρωσε ποτέ ξανά...

Και κανείς ποτέ δεν θα μάθει την ιστορία της δημιουργίας σου
  αφού όλα κατά πώς φαίνεται συνέβησαν στον λασκαρισμένο νου του ατόμου μου
μονάχα αυτοί που αγάπησαν τις ανοιχτόχρωμες ανταύγειες του ήλιου που φορούσες για μαλλιά
ίσως αυτοί θρηνήσουν λίγο πριν χαθούν πίσω απ' την ανθισμένη στον ξεχασμένο κήπο λεμονιά...
  Λίγο πριν αποχωριστεί ο κόσμος απ' την αγάπη μας
θα έχω γίνει αυτό που με χάρη κι απερισκεψία περισσή
εσύ ονομάζεις "παρελθόν" σου...

Πόσοι, άλλωστε, δεν χάθηκαν
  σε μια προσπάθεια να πατήσουν πόδι στο λευκό, τραχύ φεγγάρι;
Πόσοι δεν πνίγηκαν
  σε μιας "λιμνούλας" τα ύπουλα νερά;
Στου Παραδείσου τα μεγάλα δάση
  πόσοι τάχα δεν έγιναν τροφή για θεόρατα αρπακτικά πουλιά;

Τις μεγαλύτερες της ζωής μας αποφάσεις
ασφαλώς τις πήραμε μια νύχτα, στο ξύλινο κρεβάτι μουδιασμένοι
κι εκεί, μετά από λίγα χρόνια, τις μετανιώσαμε πικρά...

Και να που ύστερα από τόσες βόλτες που κάναμε χώρια
ύστερα από τόσες ανούσιες περιπλανήσεις σ' άλλα λιμάνια
  σε ξένα κρεβάτια
στην ίδια μικρή συνοικία θα βρεθούμε - δυο ξένοι πια - ξανά...
Συλλογιέμαι, αλήθεια, πως αν τύχαινε και διέθετα δυο ξύλινα κουπιά και λίγο αλάτι
  θα σου ΄φτιαχνα μια γαλάζια βάρκα και θα σε πήγαινα βαθιά στα μέχρι χθες γλυκά νερά...

Γι'αυτό τις νύχτες τ' αλυχτίσματα που ακούς
δεν είναι παρά οι κραυγές των κρεβατιών που δεν τ' αγγίζουν πλάι-πλάι
τα δικά μας κορμιά...

Κι ύστερα, και σ' αυτήν ακόμη τη φαντασία μου που 'μασταν μαζί,
πόσες φορές θαρρείς πως πρόφτασα
  να σε χαζέψω με ολόκλειστα τα μάτια
  σαν να 'σουν τάχα ευτυχισμένος
απαλά να με φιλάς;