Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Κάποτε...

Κάποτε απαντούσε όταν την κορόιδευαν στο δρόμο
Κάποτε κοίταζε το ρολόι της σαν έπεφτε για ύπνο
Κάποτε σιγοτραγουδούσε σαν έκανε μπάνιο, κέρδιζε τους δράκους, 
Κάποτε μύριζε το καλοκαίρι ήδη από τον Μάρτιο και τα Χριστούγεννα έβλεπε χιόνι...

Κάποτε ορκίστηκε πως μια μέρα θα φύγει
Κάποτε ήθελε τόσο μα τόσο να φύγει...
Στεκόταν με την κολλητή της και τάραζαν την ησυχία της νύχτας με τα "θέλω" τους!
Φώναζαν για να τ'ακούσει και ο τελευταίος στον κόσμο πως θα τα κατάφερναν...

Κάποτε όταν έβρεχε κράταγε ομπρέλα για να μην βραχεί
Και φοβότανε απλά πράγματα, το σκοτάδι, τους δράκους, το θάνατο 
Σκούπιζε τη λάσπη από το παπούτσι της
Και συνέχιζε τον δρόμο...

Τώρα πια στο κάθε σχόλιο σωπαίνει, κουράστηκε να μιλά δίχως να ακούγεται
Τώρα πια η ώρα δεν την νοιάζει, ο χρόνος την αφήνει αδιάφορη
Τώρα δεν τραγουδά, έχει φωνή αδύναμη, οι δράκοι την αφήνουν ήσυχη μα όλοι οι άλλοι όχι
Ακόμη και τον Ιούνη βρέχει και τα Χριστούγεννα ποτέ δεν είναι άσπρα...

Τώρα το ξέχασε πως ήθελε να φύγει, θυμάται αυτά που θέλησε αργότερα
Κι άλλωστε όλα τα μέρη ίδια της φαίνονται
Με την "κολλητή" την ενώνει πέρα για πέρα η ησυχία πλέον!
Και τελευταίες στον κόσμο μάλλον είναι οι ίδιες και κανένας άλλος...

Τώρα πια όταν βρέχει δεν την νοιάζει μη βραχεί
Και φοβάται περισσότερο το φως, τους ανθρώπους και τη ζωή
Αφήνει τις λάσπες ως έχουν
Και δεν ξέρει αν έχει άλλο δρόμο να συνεχίσει...

Κάποτε όλα ήταν αλλιώς! 
Ώρες - ώρες νομίζει πως τα πράγματα είναι τόσο όμορφα στο παρελθόν,
μονάχα για να τα θυμόμαστε με νοσταλγία στο μέλλον...


Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Δεν πειράζει...

Κι αν περίμενες να πάρεις περισσότερα...
Κι αν δεν ανοίξαν τελικά οι ουρανοί όπως σου υποσχέθηκαν...
Κι αν δεν ακούστηκαν οι προσευχές κι οι λυγμοί σου...
Κι αν πεθαίνεις... Δεν πειράζει.

Αρρώστησε το μέσα σου
Σιώπασε η φωνή σου
Έσβησαν τα μάτια σου
Σκόρπισε το "γιατί" σου...

Μα δεν πειράζει.

Θα 'σαι για πάντα εκείνη που περίμενε να σκάσει στα γέλια
Μα αστείο δεν ερχόταν...
Θα 'σαι για πάντα η σκόνη που προσπάθησε να σβήσει τα γραμμένα
Μα το μελάνι ήταν κατάμαυρο...

Δεν πειράζει, δεν πειράζει...
Πόσα "Δεν πειράζει";;;
Μία άρνηση όλη σου η ζωή,
Με λίγες μικρές - τόσο δα - παύσεις...

Κι ύστερα σε ξεχάσανε...
Έτσι απλά.
Οι άνθρωποι ξεχνάνε... Το ήξερες...
Απλώς καμιά φορά το ξεχνούσες κι εσύ...

Πάντα το καλοκαίρι αγαπούσες πιο πολύ απ'το χειμώνα
Το γαλάζιο από το μαύρο
Την αγκαλιά απ'το φιλί
Κ εκείνον από τον εαυτό σου...

Κι ύστερα ξέχασες κι εσύ...
Όχι όλα όσα σ' άρεζαν πιο πολύ...
Μα όλα όσα κατόρθωνες κάποτε να αισθανθείς
Ξέρεις: εμπιστοσύνη, πίστη, ελπίδα...

Ξέχασαν οι άλλοι εσένα
Ξέχασες κι εσύ αυτά
Κι είμαστε πάτσι, τόσο απλά!
Έτσι μάλλον το σκέφτηκε όποιος εφηύρε εκείνο το "Δεν πειράζει"...

Τώρα, σαν μετράς, θα 'χεις πει και στη ζωή σου
Χίλια "Δεν πειράζει"...
Κι όμως, πείραζε... Πάντα πείραζε...
Στ' αλήθεια, πειράζει...



Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Σου εύχομαι να βρεις αυτό που ψάχνεις...

Και να 'ναι όμορφο, σαν καλοκαίρι θαλασσί!
Και σαν τα όνειρα παραδεισένιο...
Στο εύχομαι - αλήθεια σου το λέω -
Να το βρεις.
Και να το αγαπήσεις σαν την άνοιξη
Να το κρατήσεις σαν τον ήλιο
Να το κοιτάξεις λες και σ'αγαπάει κι αυτό
Κι ύστερα να σ'αγαπήσει στ' αλήθεια...

Σου εύχομαι να μην περιμένεις πολύ
Οι άνθρωποι είναι άνθρωποι και περιμένοντας καμιά φορά ξεχνάνε...
Οι άνθρωποι είναι αδύναμοι, δεν φτιάχτηκαν να προσμένουν μια ζωή
Γι' αυτό σου λέω, σου έυχομαι να μην περιμένεις πολύ.

Και να 'ναι η αναμονή γλυκιά
Όπως όταν περίμενες το πρώτο σου ποδήλατο
Όπως όταν σου έδωσαν την πρώτη σου γρανίτα φράουλα
Και περίμενες να δεις πώς είναι το λεμόνι...

Κι όταν το βρεις, όταν το βρεις αυτό που ψάχνεις,
Σου εύχομαι ποτέ να μην το χάσεις
Να το κρατήσεις σφιχτά και ποτέ να μη σου φύγει
Να τ' αγκαλιάσεις σαν να 'τανε το τελευταίο περιστέρι στον ουρανό
Κι η τελευταία  μυρωδιά στη γη...

Σου εύχομαι να βρεις αυτό που ψάχνεις
Να το ακολουθήσεις κλείνοντας τα μάτια σου
Και να πεθάνεις μαζί του μετά από χρόνια, ευτυχισμένος...

Και μην ξεχνάς...
Να του λες παραμύθια όπου οι μεγάλοι δράκοι κι οι μάγισσες
Παίρνουν αυτό που αξίζουν!
Και να το ησυχάζεις τα βράδια που είναι πιο σκοτεινά απ'τα υπόλοιπα
Και να του σιγοτραγουδάς για να το νανουρίσεις...

Αυτά είχα να ευχηθώ για 'σένα...
Και προς Θεού, όχι ό,τι αξίζεις!
Δεν θέλουμε και να σε δούμε μόνο σου!
Περισσότερα... 


Και τώρα γεια κι αντίο σου
Και ζήσε τα όνειρά σου
Κυνήγα το, αυτό που ψάχνεις λέω!
Θα το βρεις, το ξέρω...

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Μπορείς να μ'αγαπάς..;



Ήταν που λέτε μια φορά ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα 'μοιαζε μ' όλα τα' άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το 'σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό...
Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια... Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:

- Μπορείς να μ' αγαπάς;

Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλά δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του έλεγαν: Δεν έχω χρόνο - ή δεν ξέρω τι είναι ν' αγαπάς... Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε κι ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:

- Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.

- Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά' να πει ν' αγαπηθούμε;

- Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν' αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά' να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα...

- Τώρα αγαπιόμαστε;

- Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.
Ν' αγαπηθούμε πά' να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.

Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!...

- Τι ωραίο να σ' αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε;

- Όχι ακόμα. Γιατί ν' αγαπηθούμε πά' να πει και να 'χουμε κάτι ο ένας απ' τον άλλον. Δώσ' μου λίγο απ' το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.

Κι έκαναν έτσι...
Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.

- Τώρα αγαπιόμαστε;

- Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.

- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε... ωπ!

- Τώρα αγαπιόμαστε;

- Τώρα.

Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ' την τεράστια ταχύτητα - που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ' αστέρια - έγιναν ένα... Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ' τα σύννεφα...
Και πέρασε καιρός. Να 'τανε χρόνια, να 'τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:

- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ' το τρέξιμο.Θα 'θελα να γυρίσω πίσω.

- Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κουβαλάει. Δεν είναι κουραστικό.

- Για μένα είναι. Έπειτα το 'χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν' επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω...

Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ' ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε...

- Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είν' αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό...

Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως - δε σας τ' ορκίζομαι - το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.

- Εεεεεεε... ωωωωωωωωωω... Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;

Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι δεν του απάντησε κανένας.

- Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.
Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε... ωωωωωωωωω... Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;

Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ' αφτιά του,
τόσο γλυκιά και σιγανή σα να 'βγαινε από μέσα του.

- Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!

- Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.

- Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.
Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που 'χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε...

- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;

- Ξέρω κι εγώ;... Το τρίχωμά σου, τις πατούσες σου,
ένα κομμάτι από την καρδιά σου...

- Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει...

- Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου. Ελπίζω να μας φτάσουν. Καίω την πρώτη... Μην πονάς πολύ. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.

Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά... Το σκιουράκι μ' ένα πόδι,
κοίταζε τη γη - τόσο μικρούλα - κι όμως του φαινότανε
πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.

Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι' αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ' άλλο.

- Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν' αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν' άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις,
ούτε και να ξεφύγεις απ' αυτό...

- Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.
Καίω τη δεύτερη πατούσα. Καταβαίνουμε...

Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά... Πλατς!... Και μετά τίποτα...
Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ' όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και του έβαζε οινόπνευμα κι ύστερα φυσούσε τις πληγές για να μην τσούζει, και του 'βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε...

- Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.

Όμως, είδε να σκύβει πάνω του ένας κάστορας. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ' αστεία μουσούδα, που όμως το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, που το σκιουράκι ούτε να δακρύσει από ευγνωμοσύνη δεν μπορούσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα...

- Μπορείς να μ' αγαπάς;

Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.

- Φοβάμαι πως δεν μπορώ. Δεν έχω πια καρδιά για ν' αγαπήσω...

- Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ'τη δικιά μου.

- Όμως ν' αγαπηθούμε πά'να πει να τρέχουμε μαζί - κι εγώ δεν έχω πόδια.

- Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί; Ν' αγαπηθούμε πά' να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να 'μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε... Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ'αγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοπόδαρα από αγριοτριανταφυλλιά. Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια. Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά και θα 'ναι πιο όμορφα, γιατί θ' ακούω την ανάσα σου κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μου
και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ,
θα 'μαστε εμείς...

Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα - κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε... Ο απόηχος απ' το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων - λένε... Πάντως, ποτέ - μα ποτέ - κανείς πια δεν τους ξανάδε...

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Του νικημένου η δύναμη...

Υπόμεινε χαστούκια και δέκα μικρά δοκαράκια από φλόγες
Υπόμεινε το σκοτάδι να καίει σαν την αδικία στα ερείπια
Υπόμεινε τα χτυπήματα ένα-ένα...

Φάνηκε να 'χασε τις ελπίδες του ονείρου του
Φάνηκε να 'χασε και την μάχη και τον πόλεμο
Φάνηκε να 'χασε το παιχνιδάκι...

Τώρα, νικημένος πια, σκύβει για λίγο το κεφάλι
Σφίγγει τα δόντια και τις παλάμες του
Και κοιτάζει το νερό να στάζει στο πάτωμα...

Νερό από δάκρυα, κρύο ιδρώτα
Νερό από το αίμα της ραγισμένης του καρδιάς
Κι από το ψέμα της αλήθειας του...

Κι ύστερα μες στο χάος του φόβου και της θύμησης
Βλέπει κάτι καινούριο
Ποτέ του δεν ξανάδε τέτοιο σκοτάδι σ' ένα φως και τέτοιο φως μες στο σκοτάδι...

Είναι του νικημένου η δύναμη
Στέκει ακλόνητη, φαντάζει θεόρατη πια
Έτοιμη να τα βάλει με τους πάντες και τα πάντα...

Είναι του νικημένου η δύναμη
Αποτέλεσμα του εγωισμού του νικητή
Της υστεροβουλίας των θεατών και της κακίας του κόσμου...

Είναι στυφή, στεγνή, απρόσωπη
Έχει για υποκείμενο την αντανάκλαση από δυο σκληρά λόγια
Μια συνεχή απόρριψη και πέντε-έξι άδεια βλέμματα...

Να τη! Του νικημένου η δύναμη!
Έσχατη παράδοση του ήθους και της θέλησής του και μεγάλη...
Σχεδόν τόσο μεγάλη όσο ο εγωισμός του νικητή!

Kάν' το... Και δεν θα σου το συγχωρήσω ποτέ.


Κάν' το... Και μια ζωή θα σου το κρατάω
Θα σου το λέω κάθε φορά που θα επιστρέφεις
Σου τ' ορκίζομαι...

Τι σημασία έχει να μας ενώνουν κάποια πράγματα
Όταν μας χωρίζουν άλλα τόσα..;
Τι σημασία έχει να ξέρω ότι ζεις
Όταν δεν πρόκειται ποτέ σου να πεθάνεις..;

Κάν' το... Και μέχρι να πεθάνω θα το θυμάμαι
Στην καρδιά μου όλα θα τα σβήσω
Και θα κρατήσω μονάχα αυτό...

Κάν' το... Και σου το υπόσχομαι δεν θα στο συγχωρήσω
Μέχρι να πεις "κύμινο" θα σ' έχω μισήσει
Θα σ' έχω κλειδώσει στον πάτο της υπόληψής μου...

Κάν' το... Τι περιμένεις;
Κι ύστερα θα το μετανιώσεις
Στ' ορκίζομαι πως θα 'ρθει η μέρα που θα ευχηθείς ποτέ να μην είχε συμβεί...

Κάν' το... Και δεν θα υπολογίσω τίποτα!
Ούτε αναμνήσεις, ούτε γέλια, ούτε τη θάλασσα
Δεν θα προλάβει ούτε το κύμα να σκάσει πριν διαλύσω τον ορίζοντα...

Κάν' το... Κι ύστερα... καλή αντάμωση!
Δεν θα 'ρθει ούτε μια στιγμή στον χρόνο
Που θα πω πως σε δικαιολογώ έστω και λίγο...

Τι σημασία έχουν τα χρόνια που πέρασαν
Όταν το σήμερα είναι αυτό που είναι..;
Τι σημασία έχουν παλιά χαρτιά και ένα παγκάκι
Όταν εσύ πρώτος γκρέμισες τα όρια..;

Κάν' το... Και σου το υπόσχομαι, θα μείνεις μόνος σου
Θα μείνεις να θυμάσαι τα όνειρα που δεν πραγματοποίησες
Θα μείνεις με τον εαυτό σου κι ένα πακέτο τύψεις...

Κάν' το... Κι εγώ η ίδια θα βρω τον Θεό για να σε τιμωρήσει
Θα συμμαχήσω με τη μοίρα σου και τον ουρανό
Θα σ' αναγκάσω να σιχαθείς τον εαυτό σου...

Κάν' το... Είμαι έτοιμη
Θα βρω το σύμπαν για να σου καταστρέψει τη ματαιοδοξία
Θα βρω τον ήλιο για να σβήσει έξω από το σπίτι σου...

Θα βρω τη θάλασσα για να σε πνίξει πριν καν την πλησιάσεις
Θα βρω τα σύννεφα να βρέχουν μέρα-νύχτα από πάνω σου
Θα βρω εκείνη που αγαπάς για να επιβεβαιώσω την αδιαφορία της...

Κάν' το... Και θα το μετανιώσεις
Θα στο χτυπάω με την κάθε ευκαιρία
Ποτέ μου δεν θα σταματήσω, σου τ' ορκίζομαι...

Κάν' το... Και θα 'ρθει η μέρα μετά από χρόνια
Που θα σε βρω κάπου εκεί έξω
Μονάχα για να στο θυμίσω...

Κάν' το... Και υπόσχομαι ποτέ να μην σε συγχωρήσω...



Μπουλώτης Χρήστος - Θυμάσαι;



Σε μια ξένη πόλη ούτε δική μου
ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα
Μπορεί και να μ΄ήξερες από παλιά
κι απλά με ξαναβρήκες.
Κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα
ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ; 


Την άλλη κιόλας μέρα φτιάξαμε ένα τρένο
κίτρινο κόκκινο μπλε το βάψαμε
και ταξιδεύαμε τη γη..
νύχτες ταξιδεύαμε
στον ουρανό..
αστέρι και σταθμός
ΘΥΜΑΣΑΙ;


Βρήκες το πιο μακρινό αστέρι
κι είπες να το γυαλίσουμε
να του φυτέψουμε μια λέυκα
να μείνουμε για πάντα εκεί
ΘΥΜΑΣΑΙ;


Όταν σου έδινα πορτοκάλι
πήγαινε να πει μόνο μαζί σου ταξιδεύω.
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα
την πίναμε μισή μισή
ΘΥΜΑΣΑΙ;


Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ΄όλη τη γη
να βρω το πρώτο πρώτο λουλούδι
για σένα βέβαια..
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ
και μου ΄φερνες ένα κοχύλι
ΘΥΜΑΣΑΙ;


Άμα στο ζήταγα γινόσουνα ποτάμι λίμνη θάλασσα ωκεανός..
Κι όταν το ζήταγες γινόμουνα κι εγώ
ΘΥΜΑΣΑΙ;


Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα
καλοπλυμένα, καλοχτενισμένα
και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα.
ΘΥΜΑΣΑΙ;


Θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου μ΄ ένα τεράστιο ροζ αερόστατο;
Σου χάρισα ένα μύλο
να τον κρατάς γερά
γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια.
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ
το θυμάσαι ακόμη;


Μια νύχτα χάθηκες σένα μεγάλο δάσος
Είχες το μύλο δε φοβήθηκες…
κι έτρεξα και σε βρήκα
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο
που μέτραγε ως τα χίλια
κι ένα τζιτζίκι
και μια ζίνα
κι ένα πουκάμισο άσπρο..
το θυμάσαι;


Και σου μάθα να ζωγραφίζεις
κάμπους και ποτάμια.
Μη πατάς πολύ το μολύβι σου ΄λεγα.
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο
κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα
ΘΥΜΑΣΑΙ;


Και μου μάθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια
Και χάρτινα κινέζικα πουλιά
Μια μέρα είπαμε καιρός πια να εφεύρουμε την δική μας γραφή
να μην την ξέρει άλλος
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι
κοντά σ’ενα ποτάμι, πάντα ένα ποτάμι
τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;


Κι εφεύραμε ένα σωρό πράγματα από τότε
τη σαντιγύ
τον ήλιο
τις αυπνίες
την παλίρροια
το σκούρο μπλε
τα θυμασαι όλα;


Ό,τι δεν χώραγε στις λέξεις
το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες.
Θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε;
Το μαγικό δωμάτιο που άλλαζε σχήμα ανάλογα με τη στάση του κορμιού μας
το θυμάσαι;
κι ήταν φορές που γινότανε ολοστρόγγυλο
Θυμάσαι πότε;


Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια
Κι όταν μας τέλειωσαν
αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια
Μια φορά και έναν καιρό ήτανε δυο...
ΘΥΜΑΣΑΙ;


Ήτανε δυο κι ήτανε σαν ένας
ένας και πολλοί μαζί
Χωρίζαμε για λίγο μόνο
γιατί αλλιώς
πως θ’ ανταμώναμε ξανά;
Και σου ‘γραφα κάθε στιγμή
κάτι τεράστια γράμματα
Μου ΄γραφες και συ ακόμη πιο τεράστια.


Μια φορά όμως που άργησες
πρόλαβε κι ήρθε ο χειμώνας
που κράτησε όσο πέντε.
Κι όταν τέλειωσε
ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς
Και δεν μπορούσες να γυρίσεις
Έμεινες μακριά
Και μου ΄γραψες
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος…


Μπορεί…
όμως..
τα πιο ωραία μας ταξίδια
δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη...


Σε περιμένω…


ΕΛΑ


Θα μετρήσω ώς το δέκα ….