Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Σιγά το πράγμα!



Σιγά το πράγμα!
Ήσουν απλώς ο άντρας που διάλεξε η καρδιά μου.
Τίποτα σπουδαίο.
Κοιμήσου ήσυχος εσύ.

Μονάχα αν καμιά νύχτα η σιωπή σου σε ρωτήσει
Πού στο καλό σε ωφέλησε
Και δεν την αποχωρίζεσαι ποτέ
Θα 'θελα να 'μαι κι εγώ εκεί να δω
Τούτη την άκρως εγωκεντρική σου απόκριση
Μήπως και καταλάβω
Ποιος τέλος πάντων είναι αυτός ο άντρας
Που τόσο απαράδεκτα ερωτεύτηκα.

Αν και ξέρω,
Τίποτα αινίγματα θα ξεστομίσεις μονάχα
Κάνα-δυο γρίφους
Για τις αμετάβλητές σου επιλογές
Τις μυστικοπαθείς σου τάσεις
Και τα μετανιωμένα λόγια σου.

Σιγά το πράγμα!
Προς τι να θορυβηθείς;
Επειδή και τ'αστέρια χαμηλώναν
Μπροστά στη λάμψη
Της δικής μου αγάπης;
Επειδή και τα παραμύθια υποκλίνονταν
Μπροστά στην επίδραση
Του δικού σου ψέματος;
Τίποτα σπουδαίο.
Επειδή έχασα για πάντα
Τον άνθρωπο του κόσμου μου;
Έτσι κι αλλιώς
Ζει και μισός ο άνθρωπος
-Αποδεδειγμένο τούτο-
Σιγά το πράγμα!

Στο κάτω-κάτω
Δεν φταις εσύ για την πρόωρη μυωπία της δικής μου καρδιάς!
Τόσο τυφλή και δαύτη που δεν είδε
Τα πιο φανερωμένα κι έκδηλα
Οφθαλμοφανή κι εξόφθαλμα!
Τι φταις εσύ
Που όταν εγώ γεννήθηκα
Οι Μοίρες τρύπησαν το στέρνο μου
Κι όπως έκανε ο Οδυσσέας στον Κύκλωπα Πολύφημο
Το τύφλωσαν κρυφά;

Τόση αγάπη που και τ'αστέρια χαμηλώναν.
Τόσο ψέμα που και τα παραμύθια υποκλίνονταν.

Σιγά το πράγμα!
Είσαι απλώς ο άντρας που διάλεξε η καρδιά μου.
Τίποτα σπουδαίο.
Κοιμήσου ήσυχος εσύ.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Δεν γύρισες ποτέ


Τόσες φορές έχω ονειρευτεί πως γύρισες
που στο τέλος θα γυρίσεις
κι εγώ αντί να τρέξω να σ'αγκαλιάσω
μ' ένα μεγάλο "συγγνώμη" που ακόμη δεν σε ξεπέρασα,
θα μείνω από μια επιφυλακτική απόσταση να σε κοιτάζω
σίγουρη πως τα μάτια μου απλά βλέπουν αυτό που λαχταρούν
και όχι την αλήθεια. 

Θα κάψω μια νύχτα τη Θεσσαλονίκη
κι από τις φλόγες θα αναδυθεί όλος τούτος ο έρωτας
μ' έναν Θερμαϊκό άγριο και θυμωμένο
που του πήραν κάποια νύχτα το φεγγάρι του,
την μαγική Πανσέληνο ενός μακρινού Αυγούστου, 
και το φορέσαν στα μαλλιά κάποιας μέλλουσας χωρισμένης
μεγάλης Άρκτου.

Κι η αλήθεια είναι πως πρέπει κάποια μέρα
να πάψω ν' αγαπάω και να ζήσω
γιατί κάθε ρομαντικός έχει από πίσω του μια θεωρία
"Και τελικά ο ποιητής αυτοκτόνησε
και θριάμβευσε ο κύριος νομάρχης"
κι ολόκληρος ο έρωτας 
κι η πάλη για να αγαπηθείς
μία παρτίδα τάβλι που δεν τέλειωσε ποτέ
και μία βόλτα πλάι στη θάλασσα 
που ακόμη τη θυμάσαι.

-Γιατί κι οι καλοκαιρινοί έρωτες
δεν είναι παρά οι φθινοπωρινές μελαγχολίες
του μέλλοντος...-

Μα είναι φαίνεται δύσκολο να πεθάνει κανείς
με τόσο παρελθόν να τον κοιτάζει αγριεμένο
και τόση στίξη στη ζωή του
μ' όλες της τις περιττές υποδιαστολές
και τις αναθεματισμένες 
μισητές
τελείες.

Κι ας μου κομμάτιασες μια νύχτα την καρδιά
κι ας μην σου απαντώ στα ψεύτικα "τι κάνεις;"
η πολυτέλεια του ν' αγαπάς δεν χάνει την αξία της 
κι ολόκληρος απόψε ο κόσμος ένα Εσύ
που θυμήθηκε επιτέλους
πως κι εγώ στην ίδια γη
στην ίδια πόλη
στην ίδια συνοικία
υπάρχω.

-Είμαι η μεγάλη αγάπη σου,
θυμάσαι;-

Και σε περίπτωση που σου διαφεύγει
είμαι εγώ, η ίδια
που σου 'λεγε πως θέλει να σε παντρευτεί
κι εσύ γελούσες και σκάρωνες κόλπα
για ν'αλλάξεις θέμα.

Κι αν καμιά φορά τα κατάφερνες
και προς στιγμήν αλλάζαμε συζήτηση 
μη θαρρείς πως το ξεχνούσα
απλώς σ'αγαπούσα πολύ για να σε πιέζω 
να με μπάσεις σε μια ζωή 
που δεν το επιθυμούσες να 'μαι.

Και τελικά
δεν γύρισες ποτέ...
Μονάχα ο πρασινωπός ουρανός των ματιών σου
μ' ακολουθούσε πάντα
μια ζωή σιωπηλός
κρυστάλλινος
αλλόκοτος
απρόβλεπτος
και τόσο λατρεμένος. 

Δεν με πειράζει...
Όλες οι αγάπες αξίζουν ένα χαρούμενο τέλος
απλώς μερικές στέκονται λιγάκι περισσότερο
άτυχες...
Ήθελα μόνο να σου πω
πως σε περίπτωση που σου διαφεύγει
δεν έχω μόνο έρωτα
και άπειρη παραφροσύνη με ονόματα
κι ορθογραφία
έχω και γειτονιά
έχω και σπίτι
έχω και τηλέφωνο
και μπορείς ακόμη
χωρίς την παραμικρή πρακτική δυσκολία 
όποτε το θελήσεις
να με βρεις... 

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Λευτέρης Φωκαεύς - Προσευχή ενός θνητού



Η κάθε σου λέξη και ένας στίχος για μένα
στίχος ενός ποιήματος στο οποίο ζω και υπάρχω
όσο διαρκεί μια κουβέντα μας.
Εσύ, γλυκιά Μούσα, εσύ είσαι αυτή που φώτισε τη μουντή μου ύπαρξη.
Το δικό σου δώρο πολυτιμότερο όλων.
Και να που έφτασα να γράφω το δικό μου.
Τι κι αν δεν ξέρω τους κανόνες και τους τύπους;
Τι κι αν το δικό μου μυαλό αναλώνεται σε αριθμούς και ισότητες;
Είναι η δική σου έμπνευση αυτή που με καθοδηγεί τυφλά,
σε μονοπάτια που ποτέ δεν τόλμησα ποτέ μου να βαδίσω.
Είσαι εσύ που χρωματίζεις το λόγο μου.
Είσαι εσύ, αγαπημένη μου, που στη θέα σου
γεμίζει στιχάκια και μελωδίες το μυαλό μου.

Και όταν μια θεά συννεφιάζει
τι τάχα μπορεί να κάνει ένας πιστός;
Μονάχα να προσευχηθεί ευλαβικά μπορεί.
Αυτό θα κάνω κι εγώ, θεά μου.
Θα προσευχηθώ ταπεινά να μπορέσω να πάρω αυτό που σε σκοτεινιάζει.
Να σε απαλλάξω απ’ τον πόνο που σε βασανίζει.
Θα πολεμήσω γενναία, θεά μου.
Κι αν πέσω χαλάλι σου.
Είναι τιμή για έναν πολεμιστή να πέφτει μαχόμενος.
Είναι ένδοξος ο θάνατος του ιππότη
που ξεψυχά γενναία για τη βασίλισσά του...

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Μια ανίατη ασθένεια από δέλτα


Μα εσύ βεβαίως
πάσχεις από μια ανίατη ασθένεια
αφόρητη για 'μας τους υγιείς
που αρχίζει από δέλτα...
Και δια αυτής ούτε ρωτάς ποτέ τι κάνω
κι αν ζω
ή αν τελικά δεν υπήρχα ποτέ,
όπως σου υποσχέθηκα κάποτε,
και ζούσα όλα αυτά τα χρόνια σε μια φαντασία σου
και κάποιο παιδικό όνειρο, μισολησμονημένο...

Άραγε, νιώθεις ποτέ νοσταλγία
για όλα εκείνα τα πράγματα
που δεν προλάβαμε ποτέ να κάνουμε μαζί;
Νιώθεις
όπως εγώ
ότι σου λείπουν όλα αυτά που δεν ζήσαμε;
Λυπάσαι
για όλα αυτά τα συναρπαστικά πράγματα
που δεν προφτάσαμε ποτέ να μοιραστούμε;

Ήμουν η Αντιγόνη σου, θυμάσαι;
Κι ας το 'λεγα πάντα πως στην πραγματικότητα
δεν θα 'μουν παρά μια Ισμήνη
υποταγμένη και δειλή...
Άραγε καταδέχονται ακόμη τ' αστέρια
να ρίξουν λίγη σκόνη παραμυθιού
στο μπαλκόνι σου
όπως τότε
που ακούγαμε μαζί Βιβάλντι
και ανταλλάζαμε τα πιο όμορφα λόγια
μονάχα με μια μαγευτική
ακούραστη
σιωπή...

Τότε δεν ήσουνα τόσο διακριτικός
-διακριτικότητα η ασθένεια
που ταλανίζει τον αλλόκοτο εαυτό σου
άργησα - το κατάλαβα -
τόσο ανυπόφορα
επίμονα
χαμένος!
Είχες καρδιά και όνειρα
κι υπέροχα μαλλιά
κι εγώ, η θαρραλέα Αντιγόνη σου,
με μια αρχαία θεομηνία
κι ένα γοβάκι ξεχασμένο...

Κι εγώ
δεν είναι τώρα δα που σ'αγαπώ
απλώς είμαι αδιάκριτη
πώς δεν το 'χα καταλάβει πια τόσο καιρό
ηλίου φαεινότερον!
Γι'αυτό καμιά φορά επιχειρώ να μάθω τι κάνεις
κι αν ζεις
ή αν τελικά δεν υπήρχες ποτέ,
όπως μου υποσχέθηκες κάποτε,
και ζούσες όλα αυτά τα χρόνια σε μια φαντασία μου
και κάποιο παιδικό όνειρο, μισολησμονημένο...

Τάχα πως το ωραιότερο πράγμα από ένα ταξίδι
είναι να έχεις κάπου να γυρίσεις
ποιος άλλος θα το πίστευε αυτό
πέρα από μια ανόητη αδιάκριτη
κι έναν νεκρό από χρόνια Οδυσσέα;

Μα, ας είναι
ασθένεια από δέλτα ή όχι
εγώ πάντα ξεχνάω τα άδικα συμπτώματά της
που ανά καιρούς μου εκδηλώνεις
κι ακούω τις "Τέσσερις Εποχές"
όπως τότε
ακριβώς σαν να 'σαι δίπλα μου...
Το αγαπημένο μας κομμάτι
- θυμάσαι; -
ήταν η ανθηρή άνοιξη
και μου 'μπλεκες πλεξούδα τα μαλλιά
κι εγώ χανόμουνα στο μαγικό βιολί
και κοίταζα 'κείνα τα δυο αστέρια πάνω απ' τη μύτη σου...

Κι ας είναι
προλαβαίνεις ακόμη να γυρίσεις
και στο εγγυώμαι
θα ξεχάσω όλον αυτόν τον άδειο από μουσική καιρό
που μου έλειπες
σαν να 'σουνα κομμάτι του εαυτού μου...
Ας είναι
γύρνα εσύ πίσω
και δεν θα θυμηθώ ποτέ πια
τους μήνες
που μου έλειπες
ακριβώς επειδή ήσουν
κομμάτι του εαυτού μου...


Άραγε, νιώθεις ποτέ νοσταλγία
για όλα εκείνα τα πράγματα
που δεν προλάβαμε ποτέ να κάνουμε μαζί;


Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Μη σημαδέψεις την καρδιά μου - Τάσος Λειβαδίτης



Αδερφέ μου, σκοπέ
αδερφέ μου, σκοπέ
σ'ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ'ακούω που βήχεις μες στην παγωνιά
σε γνωρίζω, αδερφέ μου
και με γνωρίζεις.
Στοιχηματίζω ότι έχεις μια κοριτσίστικη φωτογραφία στην τσέπη σου.
Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια καρδιά.

Θυμάσαι;
Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια
είχα κάποτε ονειρευτεί να περπατήσουμε κοντά-κοντά
στο κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ' την σφεντόνα μου
στο μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τα δάκρυά σου
στην άκρη της αυλής μας έχουν ξεμείνει τα σκολιανά παπούτσια σου
στον τοίχο του παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα
με κιμωλία γραμμένα τα παιδικά μας όνειρα.
Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των υπουργείων
το βράδυ σταματάει στη γωνιά
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ' το καρότσι του πατέρα μου
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ' όπλο σου
κι ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.

Βασίλεψαν τα πρωινά σου μάτια πίσω από ένα κράνος
άλλαξες τα παιδικά σου χέρια μ' ένα σκληρό ντουφέκι
πεινάμε κι οι δυο για ένα χαμόγελο
και μια μπουκιά ήσυχο ύπνο.

Ακούω τώρα τις αρβύλες σου στο χιόνι
σε λίγα θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα σε συλλογίζομαι
καθώς θ' ακουμπήσεις τ' όπλο σου στη γωνιά θα ξαναγίνεις ένα σπουργίτι.

Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα 'θελα να το λαβώσεις.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Ένα μάτσο από άκαρδα ρολόγια


Κι οι μέρες τρέχουν
σαν νυχτοβάτες κλέφτες που 'ψαχναν κάτι κοσμήματα
από κάποιο καλοκαίρι
και κάποιον εφηβικό έρωτα
που κράτησε λίγο παραπάνω αυτή τη φορά
και διεκδικεί τη θέση της αιώνιας αγάπης...

Μονάχα τις νύχτες είναι σαν να κολλάει ο χρόνος
σαν μίμος σ' ένα θέατρο γεμάτο άδειες θέσεις
που παριστάνει πρόσωπα του παρελθόντος
και μιμείται άψογα τις γκριμάτσες τους
καμιά φορά ακόμη και τα δάκρυά τους
οι μέρες τρέχουν, τις νύχτες είναι που κολλάει ο χρόνος...

Κι εκείνες οι ώρες της νύχτας περνούν βασανιστικά αργά
νομίζεις καμιά φορά πως χάλασε το ρολόι
- σαν τον έρωτα κι αυτό!
Το κατεβάζεις απ' τον τοίχο, σκονισμένο
και το κοιτάς καλά-καλά
ελπίζοντας βαθιά μέσα σου να θέλει τελικά πέταμα...

Μα δουλεύει, τόσο μοχθηρά και άκαρδα δουλεύει
κι εσύ πλαγιάζεις τότε στο άδειο κρεβάτι σου
και σκαρώνεις στίχους στο μυαλό σου
για να τους κάνεις αύριο άλλο ένα ποίημα
κι έτσι έμαθες άλλωστε τις πιο όμορφες προσευχές
άσχετα που κανείς τελικά δεν τις ακούει...

Κι αυτή η μέρα πια
πόσο με πονάει κάθε που τη σημειώνω στο τετράδιο
και μετράω άλλον ένα μήνα που πέρασε!
Δώδεκα φορές τον χρόνο είμαι αναγκασμένη να το θυμάμαι
- να 'ταν τουλάχιστον 30 του μηνός
θα γλίτωνα κανέναν Φεβρουάριο!

Ανοησίες βέβαια λέω, σαν τα βιβλία μου
να 'ταν μονάχα δώδεκα φορές τον χρόνο που θυμάμαι
θα 'ταν υποφερτό - και με το παραπάνω!
Αλλά, ας πούμε, τότε συνειδητοποιώ καλύτερα
τις μέρες, τους μήνες, τα χρόνια
που, χωρίς να μας ρωτήσουν, τι αγενέστατα!, περνάνε...

Μονάχα αναρωτιέμαι
με τόσα βράδια που κολλάει ο χρόνος
πότε πρόλαβε να περάσει τόσος καιρός;
Με τόση εσκεμμένη καθυστέρηση
πώς πάλι προλαβαίνει και φτάνει κάθε μήνα
αυτή η μέρα;

Κι όσο περνάει ο καιρός
όλο και περισσότερο ενισχύεται μέσα μου η πίστη
πως αποκλείεται να 'ναι έτσι τα πράγματα!
Γιατί τι είναι ο χρόνος;
Και πώς
αν σταματούσανε μια μέρα όλα τα ρολόγια μ' άψογο συντονισμό

πώς, λέγω, θα γνωρίζαμε
όχι τις μέρες και τα χρόνια
μα έστω και την απλή ώρα με τα εξήντα ταπεινά της λεπτά;
Και ποιος μου λέει εμένα
ότι μπορώ να εμπιστευτώ μια αράδα από καλοσχεδιασμένα ρολόγια
που 'χουν, ίσως, τα δικά τους ιδιοτελή κι ύπουλα σχέδια;

Κι όσο περνάει ο καιρός
(ή τουλάχιστον τα ρολόγια έτσι δείχνουνε)
αποφαίνομαι τελικά πως το παρελθόν ίσως να μην απέχει τόσο αβάσταχτα απ' το παρόν
ίσως τελικά να μην είμαστε τόσο καιρό χώρια
ίσως απλά ένα μάτσο από άκαρδα ρολόγια
τα βόλεψαν έτσι ώστε να μας παραμυθιάζουνε μ' αμελητέες αποστάσεις...

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Ο Βασίλης κι ο Ανδρέας



Ο Βασίλης κι ο Ανδρέας
θα χωρίσουνε, θα τα βρούνε πάλι ύστερα,
θα τα βρούνε σκούρα, θα το παλέψουνε,
θα τους κατακρίνουνε, θα τους αποδεχτούνε,
θα τους μισήσουνε, θα τους αγαπήσουν
και ξανά προς τη δόξα θα τραβήξουν
εις τον αιώνα τον άπαντα
το ίδιο πένθιμο, γελοίο εμβατήριο...

Ο Βασίλης κι ο Ανδρέας
μαζί
άθελά τους
τείνουν προς το συνηθισμένο
και χωρίς να το θέλουν
εδώ που φτάσαμε
δεν είναι πια τίποτα αξιοπρόσεκτο
δεν είναι τίποτα παράδοξο
και έτσι θα έπρεπε βεβαίως:
Βασίλης και Ανδρέας...

Ο Βασίλης κι ο Ανδρέας:
Ας σωπάσουμε λοιπόν όλοι
μπροστά στις αυθαίρετες αποφάσεις
της Φύσης
κι ας υποταχθούμε
στα δικά Της θελήματα!
Κι αν διανοηθούμε να τους απορρίψουμε
ας το βρούμε στο μέλλον απ' τη δική μας
άτιμη
ύπουλη
απρόβλεπτη
Φύση...

Ο Βασίλης κι ο Ανδρέας
ένα ζευγάρι
τυπικό
ερωτευμένο...