Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Ζητάς - Νίκη Ταγκάλου


Έχεις την απαίτηση
να πέσω μέσα στην φωτιά και αλώβητη να βγω.
Έχεις την απαίτηση να τρέχω μέσα στην βροχή ξυπόλυτη
και η υγρασία να μην με αγγίζει.

Ζητάς θυσίες εις το όνομα της αγάπης.
Εσύ όμως ξέρεις να αγαπάς;
Πώς ζητάς τον θάνατο του άλλου όταν εσύ
αρνείσαι να πεθάνεις;

Σε αγγίζει η ανιδιοτέλεια τoυ έρωτα;
Ζητάς εγώ να κατεβάσω τα αστέρια μέσα στα χέρια σου
και αναρωτιέμαι, εσύ θα μου χάριζες ποτέ το φεγγάρι;

Ζητάς εγώ να γίνω άνδρας στην θέση του άνδρα,
φορώντας φόρεμα και ψηλά τακούνια.
Εσύ ζητάς έρωτα με προϋποθέσεις
αλλά εγώ ήρθα μόνη μου, δεν έφερα τίποτα μαζί μου.
Ό,τι κουβαλούσα στα χέρια μου ήταν μόνο η αγάπη μου
και το πάθος μου για σένα.

Πώς ζητάς σπασμούς καρδιάς, όταν αυτήν την καρδιά
την αφήνεις κατάχαμα να σέρνεται και να λιγοψυχά;

O δικός μου έρωτας με έφερε τελείως γυμνή στο κατώφλι σου
και ήταν στο χέρι σου να με ντύσεις.
Αυτό... έπρεπε να το κάνεις εσύ...


Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Φθινοπωρινή Ιστορία - Ασημίνα Ξηρογιάννη

 
 
Ραντεβού το φθινόπωρο λοιπόν!
Για να δώσουμε συνέχεια στην ιστορία μας.
Το ζήτημα είναι αν θα  μας ξανάρθουν οι λέξεις
ή  αν χάθηκαν για πάντα μέσα στους λαβυρίνθους
των καλοκαιρινών μας περιπλανήσεων.
 
 
Διάβαζα για τον εραστή μιας πόρνης
που την έλεγαν Λου
Τόσοι άντρες μπαινόβγαιναν στο σώμα της
μόνο ένας κατάφερνε να την αποπλανεί
προλαβαίνοντας ακόμα και την ίδια την νύχτα.
 
 
Και θέλω να σου διηγηθώ αυτήν την ιστορία ολόκληρη,
όταν αποκαμωμένοι από τον έρωτα,
θα χαλαρώνουμε στο κρεβάτι
και θα βυθιζόμαστε ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου
φροντίζοντας μην μας πέσει κάτω κανένα βλέμμα.
 
 
Ποιο μήνα του φθινοπώρου αυτή τη φορά;
Σεπτέμβρη ίσως ή Νοέμβρη
θα εξιλεωθείς για την καλοκαιρινή σου προδοσία;
 

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Τι θέλεις πραγματικά;



  Όταν κατέβηκε - κάπως ελάχιστα αργοπορημένη, ή μάλλον κάπως εκείνος πάντα ακριβώς στην ώρα του - δεν τον βρήκε να την περιμένει. Κοίταξε γύρω της, πουθενά. Έβγαλε το τηλέφωνο, να του τηλεφωνήσει, μα άκουσε τον γνώριμο ήχο από μια κόρνα, ήχο ελαφρώς διακεκομμένο, και τότε είδε το αυτοκίνητό του, παρκαρισμένο στο διπλανό τετράγωνο, κι εκείνον μέσα να την περιμένει από τη θέση του οδηγού. Εξεπλάγη που δεν είχε κατεβεί να την υποδεχτεί. Μπήκε μέσα και εκείνος την φίλησε. Όμως όχι όπως συνήθως. Συνήθως την περίμενε όρθιος και την σήκωνε με τα δυνατά του μπράτσα, την σβούριζε γύρω-γύρω και τη φιλούσε για ώρα, κι ας ήξερε πως από το μπαλκόνι τους έβλεπε και τους δύο η μαμά της. Μα τώρα της έδωσε ένα μικρό φιλί, μάλιστα καθισμένος, και έβαλε μπρος. Κάτι τον απασχολούσε, κάτι δεν πήγαινε καλά...
   Θα έκαναν βόλτα στην Θεσσαλονίκη. Τη γύρισαν όλη, πέρασαν από την καρδιά της, κι έφτασαν στα άκρα της. Κι εκείνος δεν είχε πει τίποτα. Τίποτα σχετικό με αυτό που τον στενοχωρούσε. Της έλεγε απλά, όπως πάντα, πόσο του είχε λείψει, τη ρωτούσε πώς είχε περάσει την προηγούμενη νύχτα, εξέφραζε την παράλογη ζήλια του, και ύστερα της χαμογελούσε και της κρατούσε το χέρι. Και άπαξ και της κρατούσε το χέρι, δεν το άφηνε με τίποτα. Ούτε καν για ν' αλλάξει ταχύτητα...
  Κι έτσι κύλησε όλο το βράδυ τους... Κουρασμένος εκείνος, δουλειά και μετά προπόνηση και μετά τρέξιμο και ξεκούραση μηδέν, χωρίς όμως ποτέ να παραπονιέται ούτε λίγο για τα πονεμένα χέρια του, για τα πόδια του που δεν τον κρατούσαν πια. Μόνο έλεγε συνέχεια πόσο πολύ ανάγκη το είχε να περνά χρόνο μαζί της. Έστω και χωρίς να κάνουν τίποτα το συγκεκριμένο. Κι εκείνη δίπλα του κοίταζε απ' το παράθυρο τα άλλα αμάξια να περνάνε, κι ύστερα κοίταζε τα φώτα της πόλης που έμεναν πίσω, και τα σπίτια και τους δρόμους και τα μαγαζιά... Κι ένιωθε εκείνο το πρωτόγνωρο για 'κείνη συναίσθημα, πως κι αυτή κάτι αφήνει πίσω, για πρώτη φορά. Δεν του ζήτησε καν να μην τρέχει τόσο, όπως πάντα έκανε. Τόσο ελεύθερη ένιωθε. Τόσο της άρεζε να αφήνει όλα αυτά τα στάσιμα πράγματα πίσω της...
   Εκείνος κοιτούσε το προφίλ της. Γυάλιζαν τα μαλλιά της, τα έλουζαν τα φώτα της πόλης και ίσως, κάποιες από τις άκρες τους, το φως του φεγγαριού. Τι σημασία είχε άλλωστε η πηγή του φωτός; Εκείνα έλαμπαν και έκαναν τον κόσμο όλο να λάμπει. Χάιδευε τα γυμνά πόδια της, για δευτερόλεπτα ευχόταν να ξάπλωναν αυτή την ώρα στο κρεβάτι του, να μπορούσε να ασχοληθεί λίγο παραπάνω μαζί τους...
  Και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.
-Πώς και δεν μου είπες να μην τρέχω τόσο πολύ;
  Τη ρώτησε.
-Δεν τρέχεις και τόσο.
  Του απάντησε.
-Δεν μου μιλάς... Τόση ώρα τρέχω πολύ, μπας και μου μιλήσεις, έστω και για να μου πεις να πηγαίνω πιο σιγά.
  Έτσι είπε, κι εκείνη συγκινήθηκε και του 'δωσε ένα απαλό φιλί στο μάγουλο.
  Είχε παρατηρήσει πως, κάθε φορά που απεγνωσμένα αναζητάς λίγα δευτερόλεπτα για μια τρυφερή στιγμή, όλα τα φανάρια συνωμοτούν και γίνονται πράσινα και δεν σ' αφήνουν να δείξεις την βαθιά αγάπη σου! Κι εκείνη αυτό ένιωθε, πως δεν είχε ούτε λίγα δευτερόλεπτα να του δείξει πως τον αγαπάει, πως, ακόμη κι αν μοιάζει μερικές φορές χαμένη στις σκέψεις τις, ακόμη κι αν είναι μερικές φορές χαμένη στις σκέψεις της, δεν φεύγει απ' το νου της...
   Κι εκείνος, θαρρείς και το κατάλαβε, πάρκαρε κάπου πρόχειρα, έβγαλε τη ζώνη του και άρχισε να δείχνει τη δική του αγάπη, τη δική του βαθιά, αστέρευτη, ακλόνητη αγάπη, που τόσο πολύ εκείνη άξιζε και τόσο είχε στερηθεί τόσα χρόνια...
  Και αγαπήθηκαν. Έτσι, απλά. Και θ' αγαπιόντουσαν έτσι για πάντα...
  Συνέχισαν τη βόλτα τους... Ήταν ωραία η νύχτα, κι ας την ανάγκασε να φορέσει την κίτρινη ζακέτα της - Σεπτέμβρης πια. Μύριζε, λέει εκείνος, κι αυτή η ζακέτα της, όπως όλες, πανέμορφα. Της έδειξε τα διάφορα μέρη που είχε δουλέψει τα τελευταία χρόνια, τους δρόμους που έκανε κόντρες με το αυτοκίνητο, τα στενά που κοντοστάθηκε παραπατώντας μεθυσμένος, τα μπαράκια που έβγαινε με τους φίλους του. Κι εκείνη τ' άκουγε όλα με προσοχή, και ευχόταν μια μέρα να 'χουν άλλες τόσες εμπειρίες, σε άλλα τόσα μέρη, οι δυο τους...
  Κι εκείνο που τον απασχολούσε απ' την αρχή δεν αποκαλύφθηκε παρά μόνο στο τέλος της βόλτας τους. Πάρκαρε κάτω από το σπίτι της και την καληνύχτισε γλυκά, όπως πάντα. Εκείνη τον κοίταξε. Τρυφερά κι αυτή, αλλά με μια εμφανή απορία.
  Κι εκείνος την κοίταξε. Σκέφτηκε για λίγο. Ήταν μάλλον τα δευτερόλεπτα που έκαναν οι λέξεις για να βγουν επιτέλους. Και στο τέλος τα βαρυσήκωτα ερωτηματικά που έσερναν από πίσω τους.
-Τι θέλεις πραγματικά; Τι είναι αυτό που θέλεις, μάτια μου;
  Τη ρώτησε.
  Δεν απάντησε. Τον φίλησε μόνο, γλυκά, τρυφερά, για πολλή ώρα. Του χάιδεψε το λαιμό, άγγιξε το μάγουλό του. Κράτησε το χέρι του, έμπλεξε πρόχειρα τα δάχτυλά της στα δικά του και τον ένιωσε. Ύστερα τα ξέμπλεξε απαλά, άνοιξε την πόρτα και μπήκε σπίτι της.
  Κι εκείνος δεν ρώτησε ξανά τίποτα.
  Κι εκείνη δεν το σχολίασε άλλο. Κι αν την ρωτήσεις, δεν ξέρει κι ούτε φαντάζεσαι τι μπορεί να τον έκανε να ρωτήσει κάτι τέτοιο. Τι μπορεί να τον απασχόλησε, τι έναυσμα του έδωσε, αν του έδωσε, εκείνη. Δεν ξέρει αν ίσως έκανε εκείνη κάτι που τον προβλημάτισε. Αν από τη συμπεριφορά της εκείνος συμπέρανε πως ίσως θέλει κάτι άλλο. Κάτι που δεν έχει...
  Αλλά, τι σημασία έχει γιατί νόμισε εκείνος κάτι τέτοιο; Τι σημασία έχει, αφού είχε κάνει λάθος... Αφού εκείνη δεν θέλει πια κάτι άλλο. Δεν θέλει πια κάτι που δεν το έχει... 

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Δύσκολη θέση



Με πνίγει λίγο πριν το στόμα μου
ένα κεφαλαίο σίγμα
γι' αυτό και γράφω αυτά τα λόγια απόψε... 

Αγάπη μου, έχεις δίκιο, σου οφείλω μια συγγνώμη!
Συγγνώμη που τις αμέτρητες φορές που με σκότωνες
εγώ διάλεγα ν' αποχωρήσω
και για λίγο καιρό έμενα μακριά σου
ενώ το βαθύ ψευτο-αντρίκιο εγώ σου προσέμενε
να μείνω
για να με σκοτώσεις λίγο ακόμη!

Συγγνώμη που δεν τα κατάφερα να βρω έναν τρόπο να μην πληγώνομαι
για να μη σου τη σπάω κι εσένα
και να μπορείς άνετα να κάνεις τη δουλειά σου
και συγγνώμη που κάθε φορά εγώ έσκυβα το κεφάλι
κι έφευγα
αντί να γυρίσω και το άλλο μάγουλο
μετά από κάθε σου σφαλιάρα!

Συγγνώμη που πήρα την ανόητη πρωτοβουλία να ενδιαφερθώ για τη ζωή σου
ενώ ήταν ξεκάθαρο πως δεν ήθελες να ανακατευτεί κανένας
και συγγνώμη αν σε έφερα σε δύσκολη θέση
με το να σου δείχνω πως σ' αγαπάω
ενώ εσύ ποτέ δεν θα μπορούσες να αισθανθείς το ίδιο...

Και συγγνώμη που σε σύγκρινα
συγγνώμη που μέχρι και σήμερα ακόμη σε συγκρίνω με όλους και με όλα
συγγνώμη που ίσως φτερνίζεσαι συχνά εξαιτίας μου
επειδή σε αναφέρω, ακόμη και σε στιγμές που δεν θα ΄πρεπε να το κάνω
και συγγνώμη αν σου προκαλεί φρίκη η σκέψη ότι κάποιος θα 'κανε τόσα πολλά για 'σένα
συγγνώμη αν σου χαλάει το τέλειο σχέδιο ζωής και απόλυτης ελευθερίας σου
το γεγονός ότι υπάρχει μια ανόητη που περιμένει να καταλάβεις
την τόσο ανεπιθύμητη αγάπη της!

Πραγματικά συγγνώμη, αγάπη μου!
Που φέρθηκα τόσο εγωιστικά και καταράστηκα κάποια μέρα
την ώρα και τη στιγμή που σ' ερωτεύτηκα
και συγγνώμη που ακόμη και σήμερα μερικές φορές
- το παραδέχομαι -
 εύχομαι να μη σ' είχα γνωρίσει ποτέ...

 Συγγνώμη που είμαι τόσο φριχτά εγωίστρια
που φτάνω να εύχομαι να μην υπήρχες
μόνο και μόνο για να τη βγάλω εγώ καθαρή
συγγνώμη για τη δειλία που δείχνω
για την αδυναμία μου που πάντα τόσο σιχαινόσουν
και συγγνώμη για τα δάκρυα που έχυσα για 'σένα
ώσπου να στεγνώσει το είναι μου
συγγνώμη που κάποτε έκλαιγα για 'σένα κάθε μέρα
ενώ εσύ δεν σπατάλησες ποτέ ούτε ένα δάκρυ σου!

Σίγουρα, θα 'ναι δύσκολο και για 'σένα να είσαι τόσο άκαρδος
σίγουρα θα κουράζεσαι κι εσύ με τόση ασπλαχνιά
δεν θα σου 'ναι κι ευχάριστο να είσαι τόσο εγωιστής
σίγουρα θα πονάς κι εσύ
έστω και λίγο 
τις ώρες που πονάς εμένα
σίγουρα θα πονάει κι εσένα κάπως η παλάμη σου
κάθε φορά που χτυπάς το μάγουλό μου
και σίγουρα θα κουράζονται κι εσένα κάπως τα δάχτυλά σου
κάθε φορά που μπήγεις το μαχαίρι στην καρδιά μου!
 
Συγγνώμη, καρδιά μου.
Συγγνώμη που η αγάπη μου
σε φέρνει κι εσένα σε δύσκολη θέση...!

 

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Οι ερωτευμένοι



Τα σοκάκια απόψε κλαίνε
τα νεκρά σώματα των προσφύγων που μαρτύρησαν
σε όλη τους τη ζωή
και πέθαναν σαν κοινοί θνητοί
κλαίνε.
Οι θάλασσες απόψε κλαίνε
αύριο θα 'χει στεγνώσει όλη η γη
ήρθε επιτέλους η πανσέληνος;
Όχι;
Ποιος θα μας βεβαιώσει τότε
πως ερωτευόμαστε;

Οι ουρανοί απόψε κλαίνε
είναι μια βροχή καυτή
αλμυρή
είναι μια βροχή που ποτίζει τα σπίτια
που κλείνουν μέσα τους ερωτευμένους
που κοιμούνται
αγκαλιά.

Απόψε κλαίνε.
Κι εκείνοι κλαίνε
χωρίς να το ξέρουν
όχι απαραίτητα από δυστυχία
μα ερωτευμένοι είναι
αν όχι τώρα
πότε θα κλάψουν;

Τώρα ξέρουν
τώρα όλα ξεκαθάρισαν
στάσου, βγήκε απόψε η πανσέληνος;
Αγαπήθηκε κανείς απόψε;
Γνώρισε κανείς αυτόν που θα τον κάνει
να βρει επιτέλους τον δρόμο του;

Τον δρόμο της ζωής του
τι αστείο που ακούγεται
ποιος να το φανταζόταν πως...
τα παράθυρα απόψε κλαίνε.
Αυτά τα ίδια που οι ερωτευμένοι κλείνουν τα βράδια
για να μην ακούγονται καθώς γίνονται ένα
κι όμως, απόψε,
αυτή την ώρα που εκείνοι έχουν αποκοιμηθεί,
εκείνα κλαίνε.

Τα σεντόνια απόψε κλαίνε
στηρίζουν πάνω τους τόση ευτυχία
τόσο κόκκινο έρωτα
τόσα σώματα που γνώρισαν επιτέλους το ένα το άλλο
κι όμως, τώρα κι εκείνα κλαίνε
κι όσο κι αν φαίνεται περίεργο
γι'αυτούς τους ερωτευμένους είναι που κλαίνε
γι'αυτούς ακριβώς τους ευτυχείς ερωτευμένους.

Απόψε οι έρωτες κλαίνε
όχι γιατί είναι οι ίδιοι άδικοι
και δεν μπορούν να το αντέξουν
μα γιατί κι αυτή ακόμη η αδικία τους
είναι τελικά γλυκιά.
Ναι, μετά από όλα αυτά
αυτό που μένει τελικά
έχει μια γεύση γλυκιά
τόσο γλυκιά
που σε κάνει να θέλεις
να κλάψεις.

Τόση ευτυχία
που θέλεις να πλαντάξεις στο κλάμα
τόσο πολύ μπήκαν τα πράγματα στη θέση τους
τόσο πολύ ήρθαν αυτά που περίμενες
τόσο πολύ έμαθες αυτά ακριβώς που ήθελες να μάθεις
τόσο πολύ σε χαροποίησαν
που το μόνο που θέλεις να κάνεις
είναι να κλάψεις!

Ποιος είπε τελικά
πως θα 'ταν δίκαιο;
Και ποιος καθόρισε ποτέ
τι είναι το δίκαιο;
Βγήκε η πανσέληνος
κι οι ερωτευμένοι είναι αυτοί που είναι
όπως τώρα είναι
με όποιον τώρα είναι
και κοιτάζουν το φεγγάρι
και κοιμούνται αγκαλιά.

Κι ερωτεύονται.

Γιατί αυτό κάνουν οι άνθρωποι.
Αυτό έκαναν πάντα.
Κι αυτή είναι η ιστορία του κόσμου:
Γεννήθηκαν
Ερωτεύτηκαν
και Πέθαναν.

Έτσι ήταν πάντα.

Και η ζωή είναι ένας κύκλος
που σε κάνει να ξαναερωτεύεσαι
ποιος να το φανταζόταν πως...
οι καθρέφτες απόψε κλαίνε.
Δεν μπορούν να αντέξουν τις αντικατοπτρίσεις τους
τους φαίνονται σαν ασαφή είδωλα
που κάποιο λάθος έγινε
και ξαπλώνουν τώρα μαζί.

Μα, δεν έγινε κανένα λάθος
όλα τελικά έχουν το λόγο τους που γίνονται
κι αν όχι - για 'μας που πιστεύουμε στο τυχαίο -
ας δεχτούμε απλώς πως οι καθρέφτες είναι ανίκανοι τώρα πια
ν' αλλάξουν τους ερωτευμένους.

Τα σοκάκια απόψε κλαίνε.
Η παραλίγο πανσέληνος φωτίζει τα δάκρυά τους
και τους κρατάει συντροφιά
κι αυτά ανίκανα να αλλάξουν μεταξύ τους τους ερωτευμένους
ικανά μόνο να τους νιώθουν να τα περπατούν πάνω στην υγρή τους λύπη
την σχεδόν λύπη
την μάλλον απορία
και να μένουν για πάντα σιωπηλά.

Οι θάλασσες απόψε κλαίνε.
Το ποιοι θα κολυμπούν μαζί στα νερά τους
ούτε με φουρτούνα δεν μπορούν να το μεταβάλουν
δέχονται απλώς τα σώματά τους μέσα τους
μέσα στην αλμυρή τους λύπη
την σχεδόν λύπη
την μάλλον απορία
ποιος να το φανταζόταν λοιπόν πως...
άκου: οι ουρανοί απόψε κλαίνε.

Κι οι ερωτευμένοι
ανίδεοι
σχεδόν ανίδεοι
έστω μερικοί από αυτούς
κοιμούνται κι απόψε αγκαλιά
χωρίς κανείς να μπορεί να αλλάξει
ποιοι και ποιοι είναι...

Τα μάτια που έχω τώρα δεν κλαίνε.
Τα παλιά μου μάτια, μ' αυτά που έβλεπα παλιά
μ' αυτά που σε έβλεπα παλιά
εκείνα ίσως απόψε να κλαίνε.
Όχι από λύπη.
Από ειλικρινή, ανιδιοτελή χαρά.
Χαρά για 'σένα.
Χαρά για 'μένα.
Χαρά για τους ερωτευμένους.

Δεν πιστεύω στον Θεό.
Δεν πιστεύω στο Δίκαιο.
Δεν πιστεύω στην Αλήθεια
-αλλάζει πολύ εύκολα.
Δεν πιστεύω ούτε καν στον Έρωτα.
Πιστεύω στο Τυχαίο.
Αυτό είναι μόνο τελικά
που έχει τη δύναμη ν' αλλάζει συνεχώς
τους ερωτευμένους...

 
 

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η ανελεύθερη



  Πάντα έλεγα πως αγαπάς αληθινά μόνο όταν αγαπάς χωρίς λόγο. Μα, τελικά, αν με ρωτήσεις γιατί σ' ερωτεύτηκα, θα μπορούσα να σου απαριθμήσω μία-μία τις αιτίες που μ' έκαναν να σ' ερωτευτώ τόσο απάνθρωπα, τις βασανιστικές αιτίες που επέβαλαν την αγάπη και μαζί τη φυλακή μου, όλες αυτές τις γλυκόπικρες αιτίες που ήρθαν και σκέπασαν τη ζωή μου με ένα βαθύ μπλε, ίσως θαλασσί, πέπλο και την άλλαξαν για πάντα...
  Στην αρχή σ' ερωτεύτηκα για τα χέρια σου. Ήταν στ' αλήθεια τα πιο όμορφα αντρικά χέρια που είχα δει. Καθαρά, όμορφα χέρια, που έκλειναν μέσα τους κάθε αγκαλιά που ονειρευόμουν από τόσο δα παιδάκι. Κι ύστερα ήταν η μυρωδιά σου. Είχε ένα χρώμα πορτοκαλοκόκκινο, η μυρωδιά σου ήταν όλα όσα φαντάστηκα συμπυκνωμένα σε μια αίσθηση, η μυρωδιά σου ήσουν εσύ! Και μετά τα μαλλιά σου... Ποιος άλλος θα μπορούσε ποτέ να 'χει μαλλιά σαν τα δικά σου; Σε κανέναν πλανήτη. Σε καμία αιωνιότητα. Μ' αγκάλιαζες και έχωνα το πρόσωπό μου πίσω στον λαιμό σου, χανόμουν στα μαλλιά σου, ήθελα να ρουφήξω όσο το δυνατόν περισσότερο απ' τη μυρωδιά τους. Γιατί τα μαλλιά σου μύριζαν σαν τον Θεό... Και ο Θεός ποτέ δεν θα με πρόδιδε. Έτσι δεν είναι; Και πιο πολύ απ' όλα, πιο πολύ ακόμη κι απ' το άρωμά σου, σ' ερωτεύτηκα για τα μάτια σου. Αυτά τα μάτια είχαν πάντα, από τότε που σε θυμάμαι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μαζί σου, και, τώρα που το σκέφτομαι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου γενικά - μιας και από τότε που θυμάμαι να υπάρχω, ήμουν παράφορα ερωτευμένη μαζί σου -, είχαν πάντα λοιπόν αυτή την κρυστάλλινη όψη, σαν χίλια μικρά κομμάτια από γυαλί που με αιχμαλώτιζαν μ' ένα απλό βλέμμα σου, αυτό το απρόσμενο μελί τους, αυτή η θανατηφόρα κι απάνθρωπη επιρροή που ασκούσαν πάντα επάνω μου... Βλέπεις, τα μάτια σου κουβαλούσαν πάντοτε την καλή πλευρά της ψυχής σου... Πάντοτε.
  Μα, όπως είπα, αυτές οι ίδιες οι αιτίες που με έκαναν να σ' ερωτευτώ, γρήγορα μετουσιώθηκαν σε ατσάλινα, γκρίζα κάγκελα: τα κάγκελα μιας φυλακής, τα κάγκελα της φυλακής μου, εκείνης που μόνη μου, ή μάλλον παρέα με τις αδυναμίες μου - κυρίως εσένα -, δημιούργησα. Η ειρωνεία είναι πως τόσα χρόνια έλεγα πως ήμουν μόνη, άρα και ελεύθερη. Δεν μ' άρεζε ποτέ η ελευθερία, γιατί η ανόητη νόμιζα πως συνεπαγόταν την μοναξιά. Κι έτσι, όταν οι επίδοξοι "θαυμαστές" με ρωτούσαν για πιθανή σχέση που θα είχα, απαντούσα "Είμαι ελεύθερη.". Και μόνο τώρα κατάλαβα πως όλα αυτά τα χρόνια που ζούμε χώρια, άλλοτε σαν δυο φίλοι που κρύβουν πίσω απ' το χιούμορ ένα περίεργο μυστικό του παρελθόντος, άλλοτε σαν δυο παλιοί γνωστοί, κι άλλοτε πάλι σαν δυο σχεδόν άγνωστοι που απλά έχουν συστηθεί ένα καλοκαίρι - θέλω να πιστεύω ποτέ σαν δυο εχθροί -, όλα αυτά τα χρόνια δεν υπήρχε ούτε μία μέρα, ούτε μια στιγμή που να ήμουν στ' αλήθεια ελεύθερη. Ήμουν φυλακισμένη, σκλαβωμένη όσο ποτέ πίσω απ' τα γκρίζα, αστραφτερά κάγκελα της θεόρατης αγάπης που έτρεφα για 'σένα, μιας αγάπης που με τον καιρό με ξεπέρασε, ξέχασε πως εγώ τη δημιούργησα κι άρχισε να με καταδυναστεύει. Και το όμορφο ροζ χρώμα της έγινε ένα σουβλερό κόκκινο κι ύστερα ένα μπορντό, που θύμιζε αίμα ξεραμένο, και κυριαρχούσε πια στα πάντα για πάντα. Έτσι λοιπόν, ακόμη και με δυνάστη τα ίδια μου τα αισθήματα, ελεύθερη δεν ήμουν. Και ούτε θα μπορέσω ποτέ ξανά να είμαι. Γιατί το μπορντό της αγάπης μου, της ανώφελης ίσως αγάπης μου, δεν πρόκειται ποτέ πια να ξεβάψει. Κι έτσι με τα πολλά κατάλαβα πως η μοναξιά και η ελευθερία δεν είναι δύο καταστάσεις που ταυτίζονται. Κι αυτό γιατί αν κάποτε ήμουν πραγματικά ελεύθερη, ήταν όταν ήμουν μαζί σου... 
  Το παιχνίδι βέβαια με τις αιτίες δεν σταματάει εκεί. Αναζητώντας τις μαύρες αιτίες που σ' έκαναν να μου φερθείς τόσο άσπλαχνα, η ζυγαριά αποπειράται συνεχώς να καταλήξει ανάμεσα στην έλλειψη αμοιβαιότητας και στο σκάρτο του χαρακτήρα σου. Χρόνια πίστευα το πρώτο. Έλεγα πως με πονούσε, όπως πονάνε όλα τα πράγματα που αργά ή γρήγορα ανακαλύπτουμε πως δεν είναι στο χέρι μας, όμως τελικά ίσως και να με βόλευε. Όχι για 'μένα φυσικά, μα ήταν ένα καλό πάτημα για να μην μπορώ ποτέ να σε κατηγορήσω: Τι φταίει εκείνος που ποτέ δεν μ' αγάπησε; Μήπως κι εγώ δεν έχω σταθεί ανίκανη να ανταποκριθώ στην αγάπη άλλων; Όχι, άκυρο, εμένα δεν μ' αγάπησε ποτέ κανείς ούτως ή άλλως. Μα, τέλος πάντων, μου άρεζε να τα αποδίδω όλα σ' αυτή την έλλειψη του αμοιβαίου, γιατί, στο κάτω-κάτω, δεν φταίνε οι άνθρωποι για τα πάντα! Για τα περισσότερα ναι, μα όχι για όλα. Μα, δυστυχώς, αυτά που έκανες ξεπέρασαν αυτήν μου τη θεωρία. Ή μάλλον, τη διέψευσαν ολοκληρωτικά. Στάθηκα πιστή σ' αυτή, ναι, όσο μπορούσα. Μα κάποια στιγμή λύγισα. Κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, κατέληξα στο μαύρο, πιο μαύρο ακόμη κι απ' τις αιτίες της φυγής σου, συμπέρασμα πως για όλα έφταιξε τελικά το σκάρτο του χαρακτήρα σου. Στάθηκα πιστή σε 'σένα, ναι, όσο μπορούσα. Στάθηκα πιστή στην ανάμνησή σου, χρόνια με παίδευε. Κι αυτό γιατί ήταν η ανάμνηση του ανύπαρκτου. Στάθηκα πιστή στο παρελθόν μας. Μα κάποια στιγμή λύγισα... 
  Με 'μας ήταν πάντα έτσι: εγώ σε πλήγωσα μία φορά, κάποτε, κι εσύ με πλήγωνες για όλα τα υπόλοιπα χρόνια. Μα, αν με ρωτήσεις για ποιο πράγμα σου έχω θυμώσει, αυτό δεν βρίσκεται σε καμία από τις φορές που με πλήγωσες. Παραδόξως, βρίσκεται στη μία και μοναδική φορά που σε πλήγωσα εγώ, τότε. Ναι, αν σου έχω θυμώσει για κάτι, είναι γιατί με διάλεξες. Γιατί από όλες τις ίσως δυνατότερες, ίσως λιγότερο επιρρεπείς στο να αγαπήσουν πιο πολύ κι απ' τη ζωή τους και να στοιχειώσουν ακριβώς αυτή την υποτιμημένη ζωούλα τους με αυτή την αγάπη, κοπέλες, εσύ διάλεξες εμένα. Αν εγώ σε έβρισκα πρώτη, αν εγώ ήμουν αυτή που σε είχε τότε ερωτευτεί, αν εγώ σε κυνηγούσα τότε, αν εγώ σε είχα φιλήσει μια νύχτα με εκείνον τον πρωτόγνωρο ενθουσιασμό ενός ερωτευμένου παιδιού, αν εγώ ήμουν αυτή που σου έλεγε πως χρόνια περίμενα κάποιον να μ' αγαπήσει, τότε θα 'ταν όλο το "φταίξιμο" σε 'μένα. Όμως, δεν ήμουν εγώ. Εσύ ήσουν. Εσύ ήσουν αυτός που, δεν ξέρω για ποιον λόγο, ένα καλοκαίρι ζεστό, σαν αυτό και σαν κάθε καλοκαίρι, φαινομενικά αθώο, σαν αυτό και σαν κάθε καλοκαίρι, άπλωσες το δάχτυλό σου και διάλεξες εμένα, καθορίζοντας έτσι, χωρίς να το έχεις προβλέψει ίσως, χωρίς να το ξέρεις και σίγουρα χωρίς να το φαντάζεσαι, για πάντα τη ζωή μου. Εσύ ήσουν αυτός που με διάλεξε, πανάθεμά σε! Με διάλεξες, για να σε αγαπήσω... 
  Και ίσως, όσο κι αν έλεγα πάντοτε το αντίθετο, μέσα μου τελικά να είχα την βαθιά, αναιτιολόγητη πίστη πως μπορεί κι εσύ, με τον δικό σου τρόπο και για κάποιες στιγμές μόνο, να μ' αγαπούσες. Και ίσως αυτό που με πλήγωνε κάθε φορά να 'ταν η διάψευση αυτής ακριβώς της καλά κρυμμένης ελπίδας μου. Ίσως πάλι και να πίστευα πάντα, όπως άλλωστε κι έλεγα, πως δεν μ' αγάπησες ποτέ σου κι ούτε επρόκειτο να μ' αγαπήσεις, κι αυτό που με σκότωνε κάθε φορά να 'ταν αυτή ακριβώς η σκληρή επιβεβαίωση αυτής μου της αντίληψης. Τι διαφορά θα 'χε, αλήθεια;
  Έλεγα πως αγαπάς αληθινά μόνο όταν αγαπάς χωρίς λόγο. Έλεγα πως τόσα χρόνια ήμουν ελεύθερη. Έλεγα πως για όλα ευθυνόταν η έλλειψη αμοιβαιότητας. Έλεγα πως εγώ σε είχα πληγώσει τότε, που με διάλεξες. Έλεγα πως μπορεί κι εσύ, με τον δικό σου τρόπο και για κάποιες στιγμές μόνο, να μ' αγαπούσες. Έκανα λάθος... __


Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Τα σημάδια της αγάπης μου



Κοιτάζω τώρα στα χέρια μου
τα μοναδικά σημάδια της αγάπης μου
- όχι αυτής που εξέτρεφα εγώ :
τα σημάδια αυτής είναι πολλά
και βρίσκονται αλλού :
σ' εκείνο το βαθύ κόκκινο όργανο
που με βοήθησε να ζήσω μέχρι σήμερα
κι εγώ αντί να είμαι ευγνώμων 
το γεμίζω πληγές, 
σ' εκείνα τα δάκρυα κάτω απ' το μαξιλάρι μου,
σ' εκείνες τις ταινίες που προβάλλονται αργά το βράδυ
στο ταβάνι, τον κινηματογράφο των αναμνήσεων,
σ' εκείνα τα βιβλία που με ανεξίτηλο έγραφα ονόματα 
που έμοιαζαν να ταιριάζουν κάποτε.

Τα σημάδια της αγάπης που κοιτάζω τώρα
- και εννοώ της αγάπης που κάποιος άλλος καλλιέργησε για 'μένα - 
βρίσκονται στα χέρια μου
και είναι βαθιές γρατζουνιές
που ποιος ξέρει πόσος καιρός θα περάσει για να σβήσουν. 

Μα δεν θα τις αφήσω να χαθούν
γιατί είναι τα μοναδικά σημάδια της αγάπης κάποιου απέναντί μου
χρόνια τώρα! 
Τόσος καιρός, τόσα λόγια,
τόση πάλη το κορμί μου
και το μόνο που απέμεινε να μου πιστοποιεί ένα αίσθημα για 'μένα 
αυτές οι γρατζουνιές στα χέρια μου. 

Και βλέποντας τα ανεξίτηλα αρχικά που 'γραφα στα τετράδιά μου
κατάλαβα πως τελικά ο κόσμος δυστυχώς 
είναι κάτι παραπάνω από όμορφα και άσχημα ονόματα. 
Και κατάλαβα πως ίσως τελικά 
δεν είναι όλοι για όλα
και μερικοί άνθρωποι, όσο κι αν αισθάνονται φτιαγμένοι για κάποια πράγματα,
ίσως τελικά να μην τα κάνουν ποτέ τους. 

Και οι γρατζουνιές μου μου 'μαθαν κι άλλα πολλά
πως ίσως τελικά με την αγάπη μας 
κάποιες φορές 
πληγώνουμε τον άλλον
άθελά μας;
υποσυνείδητα θελημένα;
Κανείς δεν ξέρει
και δεν έχει και σημασία τελικά
απλώς τον πληγώνουμε.

Και πως όταν κάποιος δεν είναι πρόθυμος να δεχτεί αυτή την αγάπη
ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα
δεν θα το κάνει. 
Και αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα αναρωτηθούμε :
γιατί τόση προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια;
για λίγες γρατζουνιές που κερδίσαμε στο τέλος;
Μας πέταξαν τέσσερα αργύρια 
- ούτε καν τριάκοντα - 
από εκκρεμότητες
και μας άφησαν να ζήσουμε παρέα με τα σημάδια μας. 

Και πάλι καλά που υπάρχουν κι αυτά
πάλι καλά που κοιτάζω τις γρατζουνιές στα χέρια μου
μονάχα έτσι έχω εμπιστοσύνη στ' ότι υπάρχω 
γιατί με τόση απόρριψη, καταλαβαίνετε,
αρχίζεις να αμφιβάλλεις. 

Και αμφιβάλλεις και για το πόσο τελικά αγάπησες
και κάθε μέρα που περνάει και ακόμη ζεις
είναι σαν να προσθέτει ένα ακόμη λιθαράκι
στο βουνό της αμφισβήτησης και της αμφιβολίας σου
για το πόσο δυνατά αισθήματα είχες τελικά
για το μέχρι πού θα έφτανες για εκείνον που έλεγες πως αγαπούσες. 

Κι εσύ
εσύ που διαβάζεις και αναρωτιέσαι 
τι στο καλό να 'χει αυτή που γράφει στο κεφάλι της
εσύ μέχρι πού θα 'φτανες για 'κείνον που αγάπησες; 
Γιατί εμένα
ακόμη και μετά απ' όλα αυτά
μου λένε πως δεν θα 'μουν δυνατή να κάνω και τίποτα (!)

Καταλαβαίνω τελικά
πως το χειρότερο δεν είναι η πρόθεσή σου να κάνεις τα πάντα
μα η έλλειψη υπόδειξης του τι από αυτά πρέπει να κάνεις τελικά :
μέχρι πόσο μακριά να φτάσεις
όταν κανείς δεν σου ζητάει να κάνεις ούτε βήμα; 
και πώς να δείξεις τα τρομακτικά σου αισθήματα
όταν όλοι θα προτιμούσαν να μην τ' αποκαλύψεις καν;

-- Κι όλοι πάντα μου έλεγαν
να βρω κάποιον να σε ξεχάσω.
Αυτό που ποτέ δεν κατάλαβαν
είναι πως δεν φταίω εγώ
απλώς ποτέ κανείς δεν βρήκε
Εμένα.  --

Και τελικά κανείς δεν ήρθε να με σώσει
μονάχα αυτές οι γρατζουνιές έκαναν μια φιλότιμη προσπάθεια
κι αν φαίνονται να με πόνεσαν
ήταν σωτήριες πληγές
που μου 'δωσαν λίγη αξία.

Και τώρα ακόμη που τα γράφω αυτά
και λυπάμαι κυρίως γιατί έχω ξεμείνει από αγάπη κι από έμπνευση
κοιτάζω στα χέρια μου τις γρατζονιές της αγάπης μου
και σκέφτομαι μήπως αυτό είναι τελικά που περίμενα στη ζωή μου :
ένα μικρό σημάδι, ακόμη και πληγή,
να μου δείξει πως κάποιος, με τον δικό του τρόπο,
μ' αγαπάει κι εμένα. 

Εσύ
μέχρι πού θα έφτανες
για εκείνον που αγάπησες; 
Εγώ 
σύμφωνα με όλους 
ακόμη και μετά από όλα όσα έγιναν
μάλλον δεν θα 'φτανα πολύ μακριά...