Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η ανελεύθερη



  Πάντα έλεγα πως αγαπάς αληθινά μόνο όταν αγαπάς χωρίς λόγο. Μα, τελικά, αν με ρωτήσεις γιατί σ' ερωτεύτηκα, θα μπορούσα να σου απαριθμήσω μία-μία τις αιτίες που μ' έκαναν να σ' ερωτευτώ τόσο απάνθρωπα, τις βασανιστικές αιτίες που επέβαλαν την αγάπη και μαζί τη φυλακή μου, όλες αυτές τις γλυκόπικρες αιτίες που ήρθαν και σκέπασαν τη ζωή μου με ένα βαθύ μπλε, ίσως θαλασσί, πέπλο και την άλλαξαν για πάντα...
  Στην αρχή σ' ερωτεύτηκα για τα χέρια σου. Ήταν στ' αλήθεια τα πιο όμορφα αντρικά χέρια που είχα δει. Καθαρά, όμορφα χέρια, που έκλειναν μέσα τους κάθε αγκαλιά που ονειρευόμουν από τόσο δα παιδάκι. Κι ύστερα ήταν η μυρωδιά σου. Είχε ένα χρώμα πορτοκαλοκόκκινο, η μυρωδιά σου ήταν όλα όσα φαντάστηκα συμπυκνωμένα σε μια αίσθηση, η μυρωδιά σου ήσουν εσύ! Και μετά τα μαλλιά σου... Ποιος άλλος θα μπορούσε ποτέ να 'χει μαλλιά σαν τα δικά σου; Σε κανέναν πλανήτη. Σε καμία αιωνιότητα. Μ' αγκάλιαζες και έχωνα το πρόσωπό μου πίσω στον λαιμό σου, χανόμουν στα μαλλιά σου, ήθελα να ρουφήξω όσο το δυνατόν περισσότερο απ' τη μυρωδιά τους. Γιατί τα μαλλιά σου μύριζαν σαν τον Θεό... Και ο Θεός ποτέ δεν θα με πρόδιδε. Έτσι δεν είναι; Και πιο πολύ απ' όλα, πιο πολύ ακόμη κι απ' το άρωμά σου, σ' ερωτεύτηκα για τα μάτια σου. Αυτά τα μάτια είχαν πάντα, από τότε που σε θυμάμαι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μαζί σου, και, τώρα που το σκέφτομαι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου γενικά - μιας και από τότε που θυμάμαι να υπάρχω, ήμουν παράφορα ερωτευμένη μαζί σου -, είχαν πάντα λοιπόν αυτή την κρυστάλλινη όψη, σαν χίλια μικρά κομμάτια από γυαλί που με αιχμαλώτιζαν μ' ένα απλό βλέμμα σου, αυτό το απρόσμενο μελί τους, αυτή η θανατηφόρα κι απάνθρωπη επιρροή που ασκούσαν πάντα επάνω μου... Βλέπεις, τα μάτια σου κουβαλούσαν πάντοτε την καλή πλευρά της ψυχής σου... Πάντοτε.
  Μα, όπως είπα, αυτές οι ίδιες οι αιτίες που με έκαναν να σ' ερωτευτώ, γρήγορα μετουσιώθηκαν σε ατσάλινα, γκρίζα κάγκελα: τα κάγκελα μιας φυλακής, τα κάγκελα της φυλακής μου, εκείνης που μόνη μου, ή μάλλον παρέα με τις αδυναμίες μου - κυρίως εσένα -, δημιούργησα. Η ειρωνεία είναι πως τόσα χρόνια έλεγα πως ήμουν μόνη, άρα και ελεύθερη. Δεν μ' άρεζε ποτέ η ελευθερία, γιατί η ανόητη νόμιζα πως συνεπαγόταν την μοναξιά. Κι έτσι, όταν οι επίδοξοι "θαυμαστές" με ρωτούσαν για πιθανή σχέση που θα είχα, απαντούσα "Είμαι ελεύθερη.". Και μόνο τώρα κατάλαβα πως όλα αυτά τα χρόνια που ζούμε χώρια, άλλοτε σαν δυο φίλοι που κρύβουν πίσω απ' το χιούμορ ένα περίεργο μυστικό του παρελθόντος, άλλοτε σαν δυο παλιοί γνωστοί, κι άλλοτε πάλι σαν δυο σχεδόν άγνωστοι που απλά έχουν συστηθεί ένα καλοκαίρι - θέλω να πιστεύω ποτέ σαν δυο εχθροί -, όλα αυτά τα χρόνια δεν υπήρχε ούτε μία μέρα, ούτε μια στιγμή που να ήμουν στ' αλήθεια ελεύθερη. Ήμουν φυλακισμένη, σκλαβωμένη όσο ποτέ πίσω απ' τα γκρίζα, αστραφτερά κάγκελα της θεόρατης αγάπης που έτρεφα για 'σένα, μιας αγάπης που με τον καιρό με ξεπέρασε, ξέχασε πως εγώ τη δημιούργησα κι άρχισε να με καταδυναστεύει. Και το όμορφο ροζ χρώμα της έγινε ένα σουβλερό κόκκινο κι ύστερα ένα μπορντό, που θύμιζε αίμα ξεραμένο, και κυριαρχούσε πια στα πάντα για πάντα. Έτσι λοιπόν, ακόμη και με δυνάστη τα ίδια μου τα αισθήματα, ελεύθερη δεν ήμουν. Και ούτε θα μπορέσω ποτέ ξανά να είμαι. Γιατί το μπορντό της αγάπης μου, της ανώφελης ίσως αγάπης μου, δεν πρόκειται ποτέ πια να ξεβάψει. Κι έτσι με τα πολλά κατάλαβα πως η μοναξιά και η ελευθερία δεν είναι δύο καταστάσεις που ταυτίζονται. Κι αυτό γιατί αν κάποτε ήμουν πραγματικά ελεύθερη, ήταν όταν ήμουν μαζί σου... 
  Το παιχνίδι βέβαια με τις αιτίες δεν σταματάει εκεί. Αναζητώντας τις μαύρες αιτίες που σ' έκαναν να μου φερθείς τόσο άσπλαχνα, η ζυγαριά αποπειράται συνεχώς να καταλήξει ανάμεσα στην έλλειψη αμοιβαιότητας και στο σκάρτο του χαρακτήρα σου. Χρόνια πίστευα το πρώτο. Έλεγα πως με πονούσε, όπως πονάνε όλα τα πράγματα που αργά ή γρήγορα ανακαλύπτουμε πως δεν είναι στο χέρι μας, όμως τελικά ίσως και να με βόλευε. Όχι για 'μένα φυσικά, μα ήταν ένα καλό πάτημα για να μην μπορώ ποτέ να σε κατηγορήσω: Τι φταίει εκείνος που ποτέ δεν μ' αγάπησε; Μήπως κι εγώ δεν έχω σταθεί ανίκανη να ανταποκριθώ στην αγάπη άλλων; Όχι, άκυρο, εμένα δεν μ' αγάπησε ποτέ κανείς ούτως ή άλλως. Μα, τέλος πάντων, μου άρεζε να τα αποδίδω όλα σ' αυτή την έλλειψη του αμοιβαίου, γιατί, στο κάτω-κάτω, δεν φταίνε οι άνθρωποι για τα πάντα! Για τα περισσότερα ναι, μα όχι για όλα. Μα, δυστυχώς, αυτά που έκανες ξεπέρασαν αυτήν μου τη θεωρία. Ή μάλλον, τη διέψευσαν ολοκληρωτικά. Στάθηκα πιστή σ' αυτή, ναι, όσο μπορούσα. Μα κάποια στιγμή λύγισα. Κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, κατέληξα στο μαύρο, πιο μαύρο ακόμη κι απ' τις αιτίες της φυγής σου, συμπέρασμα πως για όλα έφταιξε τελικά το σκάρτο του χαρακτήρα σου. Στάθηκα πιστή σε 'σένα, ναι, όσο μπορούσα. Στάθηκα πιστή στην ανάμνησή σου, χρόνια με παίδευε. Κι αυτό γιατί ήταν η ανάμνηση του ανύπαρκτου. Στάθηκα πιστή στο παρελθόν μας. Μα κάποια στιγμή λύγισα... 
  Με 'μας ήταν πάντα έτσι: εγώ σε πλήγωσα μία φορά, κάποτε, κι εσύ με πλήγωνες για όλα τα υπόλοιπα χρόνια. Μα, αν με ρωτήσεις για ποιο πράγμα σου έχω θυμώσει, αυτό δεν βρίσκεται σε καμία από τις φορές που με πλήγωσες. Παραδόξως, βρίσκεται στη μία και μοναδική φορά που σε πλήγωσα εγώ, τότε. Ναι, αν σου έχω θυμώσει για κάτι, είναι γιατί με διάλεξες. Γιατί από όλες τις ίσως δυνατότερες, ίσως λιγότερο επιρρεπείς στο να αγαπήσουν πιο πολύ κι απ' τη ζωή τους και να στοιχειώσουν ακριβώς αυτή την υποτιμημένη ζωούλα τους με αυτή την αγάπη, κοπέλες, εσύ διάλεξες εμένα. Αν εγώ σε έβρισκα πρώτη, αν εγώ ήμουν αυτή που σε είχε τότε ερωτευτεί, αν εγώ σε κυνηγούσα τότε, αν εγώ σε είχα φιλήσει μια νύχτα με εκείνον τον πρωτόγνωρο ενθουσιασμό ενός ερωτευμένου παιδιού, αν εγώ ήμουν αυτή που σου έλεγε πως χρόνια περίμενα κάποιον να μ' αγαπήσει, τότε θα 'ταν όλο το "φταίξιμο" σε 'μένα. Όμως, δεν ήμουν εγώ. Εσύ ήσουν. Εσύ ήσουν αυτός που, δεν ξέρω για ποιον λόγο, ένα καλοκαίρι ζεστό, σαν αυτό και σαν κάθε καλοκαίρι, φαινομενικά αθώο, σαν αυτό και σαν κάθε καλοκαίρι, άπλωσες το δάχτυλό σου και διάλεξες εμένα, καθορίζοντας έτσι, χωρίς να το έχεις προβλέψει ίσως, χωρίς να το ξέρεις και σίγουρα χωρίς να το φαντάζεσαι, για πάντα τη ζωή μου. Εσύ ήσουν αυτός που με διάλεξε, πανάθεμά σε! Με διάλεξες, για να σε αγαπήσω... 
  Και ίσως, όσο κι αν έλεγα πάντοτε το αντίθετο, μέσα μου τελικά να είχα την βαθιά, αναιτιολόγητη πίστη πως μπορεί κι εσύ, με τον δικό σου τρόπο και για κάποιες στιγμές μόνο, να μ' αγαπούσες. Και ίσως αυτό που με πλήγωνε κάθε φορά να 'ταν η διάψευση αυτής ακριβώς της καλά κρυμμένης ελπίδας μου. Ίσως πάλι και να πίστευα πάντα, όπως άλλωστε κι έλεγα, πως δεν μ' αγάπησες ποτέ σου κι ούτε επρόκειτο να μ' αγαπήσεις, κι αυτό που με σκότωνε κάθε φορά να 'ταν αυτή ακριβώς η σκληρή επιβεβαίωση αυτής μου της αντίληψης. Τι διαφορά θα 'χε, αλήθεια;
  Έλεγα πως αγαπάς αληθινά μόνο όταν αγαπάς χωρίς λόγο. Έλεγα πως τόσα χρόνια ήμουν ελεύθερη. Έλεγα πως για όλα ευθυνόταν η έλλειψη αμοιβαιότητας. Έλεγα πως εγώ σε είχα πληγώσει τότε, που με διάλεξες. Έλεγα πως μπορεί κι εσύ, με τον δικό σου τρόπο και για κάποιες στιγμές μόνο, να μ' αγαπούσες. Έκανα λάθος... __


Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Τα σημάδια της αγάπης μου



Κοιτάζω τώρα στα χέρια μου
τα μοναδικά σημάδια της αγάπης μου
- όχι αυτής που εξέτρεφα εγώ :
τα σημάδια αυτής είναι πολλά
και βρίσκονται αλλού :
σ' εκείνο το βαθύ κόκκινο όργανο
που με βοήθησε να ζήσω μέχρι σήμερα
κι εγώ αντί να είμαι ευγνώμων 
το γεμίζω πληγές, 
σ' εκείνα τα δάκρυα κάτω απ' το μαξιλάρι μου,
σ' εκείνες τις ταινίες που προβάλλονται αργά το βράδυ
στο ταβάνι, τον κινηματογράφο των αναμνήσεων,
σ' εκείνα τα βιβλία που με ανεξίτηλο έγραφα ονόματα 
που έμοιαζαν να ταιριάζουν κάποτε.

Τα σημάδια της αγάπης που κοιτάζω τώρα
- και εννοώ της αγάπης που κάποιος άλλος καλλιέργησε για 'μένα - 
βρίσκονται στα χέρια μου
και είναι βαθιές γρατζουνιές
που ποιος ξέρει πόσος καιρός θα περάσει για να σβήσουν. 

Μα δεν θα τις αφήσω να χαθούν
γιατί είναι τα μοναδικά σημάδια της αγάπης κάποιου απέναντί μου
χρόνια τώρα! 
Τόσος καιρός, τόσα λόγια,
τόση πάλη το κορμί μου
και το μόνο που απέμεινε να μου πιστοποιεί ένα αίσθημα για 'μένα 
αυτές οι γρατζουνιές στα χέρια μου. 

Και βλέποντας τα ανεξίτηλα αρχικά που 'γραφα στα τετράδιά μου
κατάλαβα πως τελικά ο κόσμος δυστυχώς 
είναι κάτι παραπάνω από όμορφα και άσχημα ονόματα. 
Και κατάλαβα πως ίσως τελικά 
δεν είναι όλοι για όλα
και μερικοί άνθρωποι, όσο κι αν αισθάνονται φτιαγμένοι για κάποια πράγματα,
ίσως τελικά να μην τα κάνουν ποτέ τους. 

Και οι γρατζουνιές μου μου 'μαθαν κι άλλα πολλά
πως ίσως τελικά με την αγάπη μας 
κάποιες φορές 
πληγώνουμε τον άλλον
άθελά μας;
υποσυνείδητα θελημένα;
Κανείς δεν ξέρει
και δεν έχει και σημασία τελικά
απλώς τον πληγώνουμε.

Και πως όταν κάποιος δεν είναι πρόθυμος να δεχτεί αυτή την αγάπη
ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα
δεν θα το κάνει. 
Και αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα αναρωτηθούμε :
γιατί τόση προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια;
για λίγες γρατζουνιές που κερδίσαμε στο τέλος;
Μας πέταξαν τέσσερα αργύρια 
- ούτε καν τριάκοντα - 
από εκκρεμότητες
και μας άφησαν να ζήσουμε παρέα με τα σημάδια μας. 

Και πάλι καλά που υπάρχουν κι αυτά
πάλι καλά που κοιτάζω τις γρατζουνιές στα χέρια μου
μονάχα έτσι έχω εμπιστοσύνη στ' ότι υπάρχω 
γιατί με τόση απόρριψη, καταλαβαίνετε,
αρχίζεις να αμφιβάλλεις. 

Και αμφιβάλλεις και για το πόσο τελικά αγάπησες
και κάθε μέρα που περνάει και ακόμη ζεις
είναι σαν να προσθέτει ένα ακόμη λιθαράκι
στο βουνό της αμφισβήτησης και της αμφιβολίας σου
για το πόσο δυνατά αισθήματα είχες τελικά
για το μέχρι πού θα έφτανες για εκείνον που έλεγες πως αγαπούσες. 

Κι εσύ
εσύ που διαβάζεις και αναρωτιέσαι 
τι στο καλό να 'χει αυτή που γράφει στο κεφάλι της
εσύ μέχρι πού θα 'φτανες για 'κείνον που αγάπησες; 
Γιατί εμένα
ακόμη και μετά απ' όλα αυτά
μου λένε πως δεν θα 'μουν δυνατή να κάνω και τίποτα (!)

Καταλαβαίνω τελικά
πως το χειρότερο δεν είναι η πρόθεσή σου να κάνεις τα πάντα
μα η έλλειψη υπόδειξης του τι από αυτά πρέπει να κάνεις τελικά :
μέχρι πόσο μακριά να φτάσεις
όταν κανείς δεν σου ζητάει να κάνεις ούτε βήμα; 
και πώς να δείξεις τα τρομακτικά σου αισθήματα
όταν όλοι θα προτιμούσαν να μην τ' αποκαλύψεις καν;

-- Κι όλοι πάντα μου έλεγαν
να βρω κάποιον να σε ξεχάσω.
Αυτό που ποτέ δεν κατάλαβαν
είναι πως δεν φταίω εγώ
απλώς ποτέ κανείς δεν βρήκε
Εμένα.  --

Και τελικά κανείς δεν ήρθε να με σώσει
μονάχα αυτές οι γρατζουνιές έκαναν μια φιλότιμη προσπάθεια
κι αν φαίνονται να με πόνεσαν
ήταν σωτήριες πληγές
που μου 'δωσαν λίγη αξία.

Και τώρα ακόμη που τα γράφω αυτά
και λυπάμαι κυρίως γιατί έχω ξεμείνει από αγάπη κι από έμπνευση
κοιτάζω στα χέρια μου τις γρατζονιές της αγάπης μου
και σκέφτομαι μήπως αυτό είναι τελικά που περίμενα στη ζωή μου :
ένα μικρό σημάδι, ακόμη και πληγή,
να μου δείξει πως κάποιος, με τον δικό του τρόπο,
μ' αγαπάει κι εμένα. 

Εσύ
μέχρι πού θα έφτανες
για εκείνον που αγάπησες; 
Εγώ 
σύμφωνα με όλους 
ακόμη και μετά από όλα όσα έγιναν
μάλλον δεν θα 'φτανα πολύ μακριά... 


Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Αποχαιρετιστήριο εξαιτίας πιθανής αναχώρησης



Επειδή αύριο μπορεί να φύγω για πάντα απ' τη ζωή
- κι αυτή τη φορά όχι μόνο τη δική σου -
ήθελα να σου πω δυο τελευταία λόγια
όχι από φόβο μήπως δεν τα μάθεις ποτέ
- αυτόν τον ρόλο τον έχω μονάχα εγώ άλλωστε -
αλλά έτσι, επειδή θα 'θελα να 'σαι κοντά μου
πριν το τέλος και δεν είσαι.

Τώρα πια αναγκάζομαι εκ των πραγμάτων
να προσγειωθώ στην άρρωστη αλήθεια μου
και εκ των συνθηκών εξαναγκασμένη
να υποταχθώ επιτέλους σ' αυτά που μου φύλαγε ο ίδιος ο εαυτός μου.

Επειδή αύριο λοιπόν ίσως και να μην υπάρχω πια
διαγράφοντας έτσι ένα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος σου
που μάλλον δεν θέλεις να θυμάσαι
είπα να γράψω μερικές στροφές
έτσι, να σ' αποχαιρετήσω κάπως πιο επίσημα.

Τις τελευταίες μέρες
- πιθανώς και τελευταίες γενικά της ζωής μου -
στριφογυρίζει στο μυαλό μου συνεχώς μια φράση σου
"Θα 'μαι κοντά σου".
Περιττό να αναφέρω πως δεν ήσουν
και ούτε τώρα που χρειάζομαι κάποιον όσο ποτέ
δεν είσαι.

Το περίμενα, που λες, να μου τη φέρεις
απλώς δεν περίμενα τόσο ξεδιάντροπα.
Το περίμενα να μην είσαι κοντά μου τις περισσότερες μέρες
απλώς δεν περίμενα να μην είσαι ούτε την τελευταία μου.
Το περίμενα να μη με θυμάσαι
απλώς δεν περίμενα να με ξεχάσεις.

Ήταν κάποτε ένας κήπος που έπαιζα μικρή
δεν πρέπει να 'ταν πραγματικός
εμείς σε διαμέρισμα μέναμε
μα έστω και στα όνειρά μου ήταν ένας όμορφος κήπος
και μάζευα παπαρούνες
- πάντα παπαρούνες
γιατί μ' άρεζε το κόκκινο.

Κι ήρθες εσύ
και μάλωνα για 'σένα μ' όλα τα παιδιά
και ήσουν το μόνο θέμα για το οποίο μπορούσα να προτάξω το ανάστημά μου
να επιβληθώ
να φωνάξω, να αγριέψω εν ανάγκη
μόνο για 'σένα.

Κι ύστερα ξυπνούσα στο τσιμέντο πάλι
αλλά δεν μ' ένοιαζε
γιατί υπήρχες εσύ
κι αν ακόμη δεν ήσουν μαζί μου.
Ώσπου κάποια μέρα έπαψες να υπάρχεις
*ή μάλλον, διόρθωση, αποκαλύφθηκε
πως απλά δεν υπήρχες ποτέ.

Όμως εγώ τις παπαρούνες μου χρόνια
για 'σένα τις μάζευα
και μου 'μεινε στα χέρια τόσο ανεκμετάλλευτο κόκκινο
που δεν τ' άντεξα και τώρα ίσως χαθώ.

Κι επειδή αύριο μπορεί στ' αλήθεια να αναχωρήσω
κι επειδή δεν είχα ευκαιρία
έτσι όπως τα καταφέραμε
να σου επαναλάβω αυτά που ήδη σου 'χω πει
- διότι περί επαναλήψεως πρόκειται -
γράφω αυτά τα δυο λόγια
για να τα θυμηθείς μόνος σου
χωρίς καν εγώ να τ' αναφέρω.

Πάντα μου θύμιζες τη μητέρα μου
πάντα η σχέση μου μαζί σου
η τρομακτική αγάπη που έτρεφα για 'σένα
μου θύμιζε αυτήν που είχα για 'κείνη.
Πάντα όταν μαλώναμε αισθανόμουν την ίδια ακόρεστη πίκρα
πάντα εγώ έκανα το πρώτο βήμα να μιλήσουμε ξανά
κι ας είχα πάντα εγώ το δίκιο.

Έτσι μάλωνα και μ' εκείνη
περίμενα και περίμενα να χτυπήσει την κλειδωμένη πόρτα μου
αναθάρρευα κάθε φορά που άκουγα βήματά της
να πλησιάζουν απ' το σαλόνι
μα ποτέ δεν χτυπούσε, ποτέ δεν ερχόταν
ποτέ δεν την πονούσε που δεν μιλούσαμε.

Κι εγώ έτρεμα κι έκλαιγα κι ευχόμουνα να μην υπάρχω
ώσπου μ' έπαιρνε ο ύπνος μες στα δάκρυα
και το πρωί μιλούσα πρώτη εγώ
πολλές ήταν οι φορές μάλιστα που ζήτησα ακόμη και συγγνώμη
απλά γιατί δεν άντεχα να μην χωράω στην αγκαλιά της.

Και τώρα που εγώ θα φύγω πρώτη
κι εκείνη στέκεται ανήμπορη να μου σταθεί
νομίζω πως την καταλαβαίνω:
η αιώνια, βλέπεις, νοοτροπία της να με παραμελεί
δεν την αφήνει να 'ρθει τώρα κοντά μου.

Έτσι ήταν και μ' εσένα
δημιούργησα μόνη μου το μεγαλύτερο βάσανό μου
κατασκεύασα για 'σένα μια αγάπη τόσο δυνατή
που πολλές φορές με τρόμαζε.

Κι αυτό που με λυπεί περισσότερο απ' όλα
είναι πως ο θάνατός μου αυτός θα 'ναι περίπου ήρεμος
σχεδόν ήρεμος
κι αυτό γιατί δεν έχω συμφιλιωθεί με ένα πράγμα:
αυτό που δεν κατάφερα, βλέπεις, ποτέ ν' αποδεχτώ
είναι πως εγώ σ' αγάπησα
κι εσύ όχι.

Κι έτσι έζησα
- όσο πρόλαβα να ζήσω -
με τα ίδια αγκάθια πάντα
να με κατασπαράζουν λίγο-λίγο.

Τον ίδιο κίνδυνο νόμιζα πως κατόρθωσα να νικήσω
μόλις πριν λίγα χρόνια
κι ακόμη κι αν δεν το μοιράστηκα με κανέναν
εγώ ένιωθα περήφανη όσο ποτέ
που το κατάφερα.

Τώρα βέβαια δεν ξέρω αν ήταν καλύτερα τελικά που τα 'ζησα
αυτά τα τελευταία χρόνια
μ' όλα αυτά που έχουν γίνει
μα δεν έχει σημασία
αφού πιθανώς αύριο όλα θα 'χουν γίνει πια μια θολή ανάμνηση
- ίσως ούτε καν κι αυτή.

Αλλά κανείς δεν φταίει
μην δώσω την εντύπωση πως με αυτούς τους στίχους
αποδίδω ευθύνες
αρρώστησα και δεν φταις ούτε εσύ
ούτε εγώ
ούτε κανείς μας
γι' αυτό το άχαρο τέλος.

Τέλος πάντων, μακρηγορώ όπως πάντα,
να προσέχεις πολύ και να με ξεχάσεις
- περιττή παράκληση
αλλά αυτό εύχομαι.
Ελπίζω επίσης ποτέ να μην αισθανθείς όπως εγώ
και ποτέ να μη διαβάσεις αυτό που γράφω τώρα για 'σένα
από φόβο μήπως τύχει και πικραθείς.

Και τελικά η ζωή
στο σύνολό της
είναι ένας τεράστιος αποχαιρετισμός.
Αυτό που πονάει περισσότερο
είναι να μην έχεις μια στιγμή
μια τόση δα στιγμή
για να πεις
"Αντίο".

Το περίμενα να ζήσω μόνη μου
απλώς δεν το περίμενα και να πεθάνω μόνη...


Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Σε ξέχασα



Παίρνω βαθιά ανάσα 
και σκηνοθετώ απ' την αρχή την ιστορία μας.
Είναι σκοτεινά εδώ
δεν σε γνωρίζω και δεν με γνωρίζεις
κάνεις χώρο για να περάσω 
και με μια κίνησή σου αέρινη
μυρίζω το διακριτικό άρωμά σου
το νιώθω πια στα σίγουρα
πως θα 'σαι η γυναίκα της ζωής μου. 

Το ξέρω αυτό και το 'χω υπ' όψιν μου αργότερα
όταν συστήνομαι και ζητάω να μπω στη ζωή σου
μ' ένα ξεκίνημα απλό
μ' έναν καφέ
με μια κουβέντα
μ' ένα κάψιμο απ' τον ήλιο σ' ένα παγκάκι κάποτε
έτσι άλλωστε αρχίζει κάθε ανεπανάληπτος έρωτας. 

Αυτή τη φορά
θα τα κάνω όλα σωστά για 'σένα
αυτή τη φορά δεν θα σε σκοτώσω κατά λάθος
δεν θα σε πληγώσω
πληγώνοντας παράλληλα κι εμένα 
αυτή τη φορά δεν θα σε κατηγορήσω
για όλα όσα ο ίδιος δεν μπόρεσα να κάνω. 

Παίρνω ανάσα
και χρωματίζω την εικόνα που στο μυαλό μου σχεδίασα
με έντονο περίγραμμα 
για τα σκούρα μαλλιά σου
με καμπύλες για το χαμόγελο 
και τέχνη όση μπορώ να βάλω
για ν' αποδώσω κάπως την τόση ομορφιά σου. 

Τώρα σβήνω
σβήνω τις ατέλειες που μας κράτησαν χώρια
την πρώτη φορά
κι ελπίζω έτσι να σβήνω και τα χρόνια που χάσαμε
χαραμίζοντάς τα χώρια
αναλωμένοι σε ξένες αγκαλιές
που τελικά ποτέ δεν ήταν αυτό που ζητούσαμε. 

Και μας κατασκευάζω απ' την αρχή
εμένα δηλαδή κυρίως
αφού εσύ έτσι κι αλλιώς και πριν ήσουν τέλεια
το μόνο που ζητάω είναι να φερθείς τόσο μοναδικά
και σ' αυτή την δεύτερη προσπάθεια
και, θα δεις, τώρα θα πετύχει. 

Κι αν δεν πετύχει
έχω σημαδέψει ψηλά στον ουρανό ένα αστέρι
- πρόγονο των ματιών σου σίγουρα -
που θα σε κάνει να ξεχάσεις
να ξεχάσεις και να λυτρωθείς
γιατί μόνο τότε θα ευτυχήσεις
μετά από τόσο πόνο, αγάπη μου,
αν ξεχάσεις τα πάντα
για πάντα. 

Γιατί κι εγώ που ορκίστηκα να σε θυμάμαι
σε ξέχασα, αγάπη μου,
σε ξέχασα και έζησα αλλιώς
κι αυτό ήταν τελικά το θέμα
ούτε πως άλλαξα
ούτε πως δεν σου ταίριαζα
μα πως σε ξέχασα
σ' αναίρεσα ακόμη κι από παρελθόν μου
σαν να μην πέρασες ποτέ
σε πρόδωσα, το ξέρω, αγάπη μου. 

Και τελικά τώρα μονάχα κατάλαβα
πως κι αυτή η σκηνοθέτηση που είχα ξεκινήσει
δεν έχει αλήθεια μέσα της καθόλου
αφού δεν σε θυμάμαι πια, μάτια μου,
δεν σε θυμάμαι κι έτσι δεν μπορώ ούτε να σε ξαναδημιουργήσω.

Κι είναι λίγες οι στιγμές μας, αγάπη μου,
είναι λίγες οι στιγμές που ζήσαμε μαζί
είναι λίγη η ζωή που μοιραστήκαμε
για να μπορώ να σε θυμάμαι
για τόσο πολλή ζωή που απομένει.

Αφού εγώ ο ίδιος
που σ' είχα επιλέξει για αγάπη της ζωής μου
εγώ ο ίδιος τώρα επέλεξα να σε διαγράψω
έτσι, απλά
κι αυτό είναι που λέμε 
"Μαζί στα εύκολα και στα δύσκολα"
εγώ στα εύκολα
κι εσύ στα δύσκολα.

Σε ξέχασα, αγάπη της ζωής μου,
συγγνώμη, μα σε ξέχασα! 
Μακάρι να 'ταν αλήθεια όλες οι υποσχέσεις μου
μα πάνω απ' όλα να 'ταν αλήθεια η τελευταία υπόσχεσή μου
να σου βρω ένα αστέρι να σε βοηθήσει
να ξεχάσεις κι εσύ
μακάρι να μπορούσα να σου δανείσω λίγη απ' τη λήθη μου
να πάψεις να 'σαι πια τόσο δυστυχισμένη. 

Μα, αυτά τα λόγια τα λένε όσοι νοιάζονται
κι εγώ απορώ που τα ξεστόμισα
αφού είπαμε πως σε ξέχασα
πώς γίνεται να σε νοιάζει κάποιος
που δεν θυμάσαι καν ποιος είναι;

Δεν σε θυμάμαι, αγάπη μου,
κι αυτά τα λόγια που 'πα ήταν και τα τελευταία μου για 'σένα
που δεν θυμάμαι καν ποια είσαι
απλώς τα βράδια κάτι όνειρα μου υπενθυμίζουν
πως τέλος πάντων κάποτε ήσουν κάποια
κάποτε ήσουν σημαντική
μόνο αυτό γυρνάει πού και πού στο νου μου
που κατά τ' άλλα σ' έχει ξεφορτωθεί. 

Αντίο λοιπόν
νυν άγνωστη που δεν μου λέει καν κάτι τ' όνομά σου
δεν θα πετύχει τελικά
ούτε να μας ξανασκηνοθετήσω
έτσι το 'πα, να δείξω κι εγώ λίγο ποιητής
πού να τρέχω να ψάχνω έντοντα περιγράμματα
για αναμνήσεις τόσο θολές
όσο η δική σου; 


Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Το αίσθημα της αδικοχαμένης ζωής



  Την πλήγωναν τόσα πολλά. Για την ακρίβεια, όλη η ζωή της την πλήγωνε... Γιατί δεν ήταν ζωή: μια αναμονή ήταν, τόσα χρόνια μια αναμονή για κάτι άλλο. Ανάλωσε έτσι όλα τα χρόνια της, περιμένοντας κάτι, κάτι που δεν ήρθε. Και έφτασε να νιώθει πως ζει μόνο γι' αυτά που περιμένει να 'ρθουν, για τίποτα άλλο, για τίποτα που έχει να κάνει με το τώρα, για τίποτα απ' αυτά που τελικά ζει... Μόνο που δεν είχε καταλάβει πως ο χρόνος δεν μένει να σε κοιτάει, μα προχωράει και φεύγει και χάνεται. Κι όταν πια το κατάλαβε κι αυτό, ήταν αργά, κι όχι γιατί είχε τελειώσει όλος της ο χρόνος, μα γιατί της είχε γίνει πια συνήθειο να ζει περιμένοντας, της είχε γίνει νοοτροπία και ήταν πια αδύνατο να το αλλάξει. Κι έτσι συνέχισε να το κάνει... Να κάνει αυτό που τόσο καλά ήξερε: να περιμένει...
  Και τα χρόνια πέρασαν... Ή μάλλον, αυτή πέρασε από αυτά. Αυτή πέρασε και έφυγε... Μεγαλώνοντας, όλα έγιναν πια μια θολή ανάμνηση και τίποτα δεν θύμιζε αυτό που ήταν κάποτε. Όλα άλλαξαν κι όλα έμειναν ίδια. Κι άλλες φορές έψαχνε αυτό που θα της άλλαζε τη ζωή με τόσο ζήλο, τόση δύναμη, που έλεγε πως δεν μπορεί, είναι αδύνατο να θέλεις κάτι τόσο δυνατά και τελικά να μην συμβαίνει. Άλλες πάλι συνειδητοποιούσε πως όλα αυτά τα χρόνια σ' όλους και σε όλα το ίδιο έψαχνε, το ίδιο ένα και μοναδικό πρόσωπο αναζητούσε στο πρόσωπο του καθενός. Κι άλλοτε αποδεχόταν την μοίρα της, άλλοτε πάλευε μέχρι τελικής πτώσεως μαζί της. Άλλοτε έλεγε πως είναι η μόνη φίλη της κι άλλοτε ορκιζόταν πως επρόκειτο για αιώνια εχθρό της. Μια διαρκής πάλι, αυτό ήταν η ζωή της, εκτός από μια ατέρμονη αναμονή.
  Και κανείς δεν ήταν σαν Αυτόν. Και κανείς δεν την γέμιζε, μα δεν ήταν αυτό το χειρότερο: αυτό που της στοίχιζε περισσότερο ήταν ότι όλοι την άδειαζαν, όλοι απομυζούσαν ό,τι της είχε απομείνει και εξαφανίζονταν, όλοι ρουφούσαν όσα αποθέματα είχε και χάνονταν για πάντα. Κι αυτό τελικά ήταν που σε πορεία χρόνου την εξάντλησε, αυτό ήταν τελικά που δεν άντεξε, αυτό ήταν που την αποτέλειωσε. Κι όχι απλώς δεν βρήκε το εξιδανικευμένο παρελθόν της αναβιωμένο στο μέλλον της, αλλά δεν βρήκε και κανένα μέλλον άξιο προσοχής, σε όποια χρονική βαθμίδα γενικώς δεν βρήκε καμία μορφή ευτυχίας. Κι όχι μόνο δεν ήρθε αυτό που περίμενε, μα με τα χρόνια ξέχασε κι η ίδια τι ακριβώς περίμενε, τι ζητούσε... Γιατί όταν κανένας δεν σου φέρεται όπως σου αξίζει, στο τέλος ξεχνάς κι εσύ η ίδια τι αξίζεις...
  Και τώρα ξαπλώνοντας βλέπει τα λεπτά στο ρολόι να διαδέχονται το ένα το άλλο, τα δευτερόλεπτα να τρέχουν και να της θυμίζουν πόσο πολύς είναι ο χρόνος - λάθος έκανε τελικά πως ήταν λίγος ο καιρός που είχε - αμέτρητος είναι ο καιρός, θεόρατος ο χρόνος και μαζί του θεόρατη κι η μοναξιά της. Άπειρο τελικά αυτό το αίσθημα της αδικοχαμένης μάχης, του αδικοχαμένου ολόκληρου πολέμου, της αδικοχαμένης τελικά ζωής...

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Μη με κοιτάς σαν ξένη


Έμαθα
και συνήθισα, αν θέλεις,
να ζω με την απουσία σου...
Συνήθισα στον πόνο
και πια δεν με πονάει τόσο
συνήθισα τα βράδια να αισθάνομαι πιο μόνη από κάθε άλλοτε
συνήθισα να συνδέω το κάθε μου πρόβλημα μαζί σου
συνήθισα να σε βλέπω να προχωράς
και να 'χεις φύγει μίλια πια μακριά μου
συνήθισα τα πάντα
να σε βλέπω με άλλους
να σε νιώθω να νιώθεις πολλά
όχι για 'μένα 
συνήθισα να μου λες λόγια που δεν αξίζω
συνήθισα να φεύγεις
συνήθισα να έρχεσαι
και να ξαναφεύγεις
και να ξαναέρχεσαι
συνήθισα να με πετάς απ' τη ζωή σου
μετά να μπαίνω πάλι σ' αυτήν
μετά ξαφνικά πάλι να με διώχνεις
συνήθισα, σου λέω τα πάντα
εκτός από ένα πράγμα...

Μη με κοιτάς σαν ξένη.

Να 'χεις στο βλέμμα σου εκείνο το κενό
σαν να συναντάς τυχαία μια παλιά γνωστή
ή μάλλον ακόμη χειρότερα
σαν μια άγνωστη που γνωρίζεις για πρώτη φορά
με στέρηση βεβαίως κάθε παραμικρού ψήγματος ενθουσιασμού... 

Μη με κοιτάς σαν ξένη.

Ίσως, βέβαια, το συνηθίσω κάποτε κι αυτό
σίγουρα θα το συνηθίσω
μα είναι που πιστεύω πως δεν έχεις το δικαίωμα
τόσα, βλέπεις, περάσαμε μαζί
και απορώ και πώς το καταφέρνεις... 


Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Οι αιώνες του "χώρια"



  Καμιά φορά μετά από τόσες ώρες μιλάω, μόνη μου ασφαλώς, μόνο και μόνο για να σιγουρευτώ πως η φωνή μου ακόμη ακούγεται, πως ακόμη έχω φωνή. Μάλιστα μου κάνει εντύπωση η τόση σταθερότητα και ψυχραιμία της, μετά απ' όλα αυτά που έχουν γίνει, ύστερα από άπειρους λόγους να 'ναι μια φωνή τρεμάμενη κι αβέβαιη. Αυτά που λέει, βέβαια, την προδίδουν. Πάει κι έρχεται ο Θεός και σε 'μένα πάλι καταλήγει... Μου μιλά για τις ανησυχίες Του - ναι, μέχρι κι ο Θεός έχει τους φόβους του -, προσπαθεί να  μου εξηγήσει τους λόγους που μετά από τόσες αδικίες εις βάρος τόσων ανθρώπων, ακόμη θεωρείται δίκαιος. Τόσα χρόνια, ποτέ Του δεν τα καταφέρνει. Δεν με πείθει ούτε τόσο και, ίσα-ίσα, κάθε φορά που φεύγει, πιστεύω ακόμη περισσότερο πως είναι άδικος. Πως δεν είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι όλα γίνονται για κάποιον λόγο: μια σύμβαση ανθρώπινη είναι, δημιουργημένη στο όνομα της αδυναμίας μας, για να 'χουμε μια ελπίδα πως δεν μας παρασέρνει η Τύχη στους δικούς της δρόμους. Για να 'χουμε πίστη σε κάτι που, κακά τα ψέματα, τελικά δεν υπάρχει...
  Να μοιάζει όλη σου η ζωή με μιαν ατέλειωτη αναμονή. Και, τελικά, να είναι όλη σου η ζωή μια ατέλειωτη αναμονή: μια προσδοκία ενός τηλεφωνήματος, μια προσμονή για κάτι καλύτερο, είτε άμεσα, είτε για το μακρινό μέλλον, δεν έχει σημασία, πάντα κάτι περιμένουμε, είμαστε πάντα ανίκανοι να αρκεστούμε στα νυν έχοντα, πάντα αναμένουμε κάτι και πάντα ούτε αυτό το κάτι - αν ποτέ του έρθει - είναι αρκετό και ύστερα προσμένουμε κάτι άλλο κι αυτό είναι η ζωή. - Και το αστείο είναι ότι, τελικά, δεν τηλεφώνησε ποτέ. - Ή περιμένουμε να τηρηθούν υποσχέσεις. Υποσχέσεις δύο ειδών: αυτές που μας έδωσαν ύστερα από παράκλησή μας - σαν να 'χαμε διαισθανθεί τρόπον τινά το τέλος και νιώσαμε ξαφνικά μια ανασφάλεια, μια ανάγκη να μας υποσχεθούν κάτι, για να ΄χουμε στους αιώνες του "χώρια" που θ' ακολουθήσουν κάτι να περιμένουμε - κι αυτές που μας έδωσαν με δική τους πρωτοβουλία, μάλιστα, θα 'λεγα, με μια σιγουριά, μια μάλλον άστοχη μεγαλορρημοσύνη: "Να το θυμάσαι, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ μου!" Και δεν ξέρεις ποια απ' τις δύο αυτές κατηγορίες πονάει περισσότερο, ποια σου στοιχίζει τώρα, που φυσικά καμία απ' τις υποσχέσεις δεν τηρήθηκε, πιο πολύ. - Και το αστείο είναι πως, τελικά, σε ξέχασε. -
  Διαβάζεις και διαβάζεις και περιμένεις επιτέλους να βρεις μέσα από τα βιβλία σου το νόημα της ζωής, περιμένεις ν' ανακαλύψεις αυτό που θα σε κάνει έστω και λίγο ευτυχισμένη... Προσδοκάς να σου φανερωθεί επιτέλους αυτό το κάτι που κρύβεται πίσω απ' τις αράδες των λέξεων και εν τέλει ζητάς απ' τη λογοτεχνία σου να εκπληρώσει το χαμένο χρέος της ανθρωπότητας απέναντί σου. Και φυσικά κι εκείνη στέκεται ανήμπορη να το καταφέρει. Στους αιώνες του "χώρια" απ' τους οποίους διέρχεσαι κανείς δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να σε βοηθήσει. Κι ύστερα, σε μιαν απελπισμένη σου προσπάθεια να βρεις λίγη ανακούφιση για την καρδιά σου, αλλάζεις για λίγο τρόπο ζωής. Και ψάχνεις πια απάντηση στα ξενύχτια, στην άρνηση κάθε παραμικρού ψήγματος ρομαντισμού και, τελικά, στην απόλυτη άρνηση κάθε αντίληψης που μέχρι τώρα είχες, κάθε τρόπου σκέψης σου, κάθε τρόπου ζωής σου. Μα ούτε εκεί βρίσκεις αυτό που έψαχνες και μένεις έτσι αλλαγμένη πλήρως και, για ακόμη μια φορά, δυστυχισμένη. Κι άντε να βρεις πάλι τον παλιό σου εαυτό...
  Κι όποιος γνωρίζεις σε απογοητεύει, αυτό είναι η ζωή. Από τον πιο ασήμαντο, ως τον πιο σημαντικό, από τον άντρα που δεν είδες παρά μόνο μια νύχτα, ως τον άντρα που ονειρεύτηκες για πατέρα των παιδιών σου, από 'κείνον που ξέχασες μέσα σε λίγες ώρες, ως εκείνον που θυμάσαι κάθε πρωί με το που ξυπνάς μέχρι και το βράδυ πριν σε πάρει ο ύπνος, από εκείνους που πέρασαν ως τον Έναν που αγάπησες, όλοι θα σε απογοητεύσουν. Και δεν ξέρεις πια τι σ' έχει πειράξει περισσότερο: η μία σου μεγάλη απογοήτευση, ή όλες αυτές οι μικρές απογοητεύσεις στο σύνολό τους, που μοιάζει τώρα πια θεόρατο; Ή αλλιώς, τι σε πληγώνει πιο πολύ: εκείνος ο Ένας που σε άφησε, που δεν κατάφερε ποτέ να σ' αγαπήσει, ή που δεν σε αγάπησε κανένας άλλος; Και τι θα 'θελες τώρα, αν σε ρωτούσαν, πραγματικά: Να σ' αγαπήσει Εκείνος, ή να σ' αγαπήσει κάποιος άλλος, κάποιος απ' τους αμέτρητους που γνώρισες έπειτα; Πώς θα όριζες εσύ την ευτυχία σου; Και, αν είχες βρει κάποιον άλλον να σ' αγαπάει, θα είχες ακόμη τα ίδια αισθήματα για κάτι το τόσο παλιό; Κακά τα ψέματα, αν δεν είχες δοκιμάσει όλες αυτές τις "μικρές" απογοητεύσεις, θα κατέληγες πάλι να κλαις για την "μεγάλη" απογοήτευσή σου; Αν δεν υπήρχαν όλες αυτές οι αφορμές να λυπηθείς καθημερινά για άλλα πράγματα, θα λυπόσουν τόσο συχνά για 'Κείνον; 
  Ζω στους αιώνες του "χώρια". Και το μόνο που ξέρω, είναι πως δεν ξέρω πια αν είναι αυτό που με πειράζει περισσότερο, ή όλα τα υπόλοιπα...