Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Αυτογνώστες Εραστές



  Οι μέρες κυλούσαν κι εμείς αγαπιόμασταν
  όπως κάθε άνθρωπος που αξίζει να λέγεται άνθρωπος
    και όχι ον υποταγμένο στην χαμένη προσωπικότητα,
      σεξουαλικότητα
    και τελικά στον χαμένο απ' τις πολλές παραλλαγές
      εαυτό του.

(...)

  Και ξέρεις, ποτέ δεν περίμενα 
    πως το φανερά και μάταια υπερεκτιμημένο παρελθόν 
    θα μπορούσε τόσο απότομα ποτέ να αναχθεί σε ένα απλό
  απωθημένο. 
  Πως αυτό που συσκότιζε τη ζωή μου
  αυτό το σχεδόν ξεπέρασμα
    θα μετουσιωνόταν σε τετελεσμένη υπόθεση 
  απλά και μόνο αν μου διδόταν η ευκαιρία να ξεδώσω εξαπατώντας το
    όπως και αυτό εξαπάτησε εμένα. 
    Γιατί τούτο μόνο δύνανται να πράξουν αυτά τα άλογα
    καθότι το στοιχείο Χ στη μετρική της αρχαίας
    τα ουδέτερα στοιχεία που κανείς δεν μπορεί να χαρακτηρίσει τελικώς
  διότι και εκείνα επέτρεψαν, ή μάλλον επιδίωξαν, να αφεθεί το πρόσωπό τους ανερμήνευτο
  αδυνατώντας, προφανώς, κι οι ίδιοι να σηκώσουν τούτο το βάρος της ερμηνείας του. 
    Ας μείνει τώρα λοιπόν κρυμμένο πίσω απ' το δάχτυλό του
  όπως πάντα ήταν
  κι όπως απ' το πολύ κρύψιμο ξέχασε να φανερωθεί ακόμη και στον εαυτό του
  διότι κι αυτό πάντοτε έτσι ήτανε:
     ον υποταγμένο στην χαμένη προσωπικότητα,
      σεξουαλικότητα
    και τελικά στον χαμένο απ' τις πολλές παραλλαγές
      εαυτό του.

(...)

  Οι μέρες κυλούσαν κι εμείς αγαπιόμασταν 
  όπως κάθε άνθρωπος που αξίζει να λέγεται άνθρωπος
    με τα αποσιωπητικά να μην σημαίνουν τίποτε άλλο 
    παρά μόνο αυτές τις βαθυστόχαστες παύσεις μεταξύ των σκέψεων
    και των ταχύρρυθμων αναστεναγμών μας
  όπως όλων αυτών των φυσιολογικών ανθρώπων που ξέρουν να φανερώνουν το εγώ τους
    άφοβα. 

(...)


  Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι τις φιγούρες εκείνες της λογοτεχνίας που με τρόμαζαν
    τον Κόμη Όλαφ, τον Χήθκλιφ
    κι ακόμη-ακόμη κι εκείνον τον Κρέοντα 
  σατανικές φιγούρες που σκορπούσαν δυστυχία στους γύρω τους
    αυτούς που μισούσαν
    μα κι εκείνους ακόμη-ακόμη που "αγαπούσαν" 
    αν υπήρχαν τινές
  και το τρομακτικό σχετικά μ' αυτούς δεν ήταν τελικά οι ιδιοτελείς βλέψεις τους
  μα στο τέλος-τέλος το πόσο δυστυχισμένοι ήταν οι ίδιοι. 
  Κι αυτό τώρα, το μάταια βιωμένο,
    δυστυχισμένο όσο και οι τρεις μαζί
    ίσως και όσο όλοι οι ήρωες των βιβλίων μου που είχαν κακό τέλος
    κι ακόμη πιο κακή ζωή. 
  Γιατί το χαμένης προσωπικότητας υποκείμενο
  κούρασε τελικά το αντικείμενο κοροϊδίας του.  

(...)

  Και οι μέρες κυλούσαν κι εμείς αγαπιόμασταν
    αφού μετά από τόσες συναναστροφές και τόσους που απλά ήθελαν να "αδειάσουν"
    επικαλούμενοι άλλοι έρωτα κι άλλοι ούτε καν μπαίνοντας στον κόπο
  μάθαμε πια να διαχειριζόμαστε την αγάπη
     κι αφού μετά από τόση απόρριψη
     και τόσες ανασφάλειες που μας γέννησαν άτομα ανασφαλή
  μάθαμε πια να δεχόμαστε την αγάπη και να μην την φοβόμαστε
     ως κάτι αδύνατο, για πάντα ξένο κι αλλοτινό. 


(...)

  Τόσοι άνθρωποι ένα πρόβλημα
  το αυτό πρόβλημα
    να μην θέλουν, ό,τι κι αν γίνει, να δώσουν
  κι εμείς, όπως ο Νέος Εξωμερίτης που περιέγραψε με ακρίβεια ο Ρήγας,
  έτοιμοι για τόσες θυσίες και τόσες αλλαγές. 
  

Γιατί έλαμπε, λοιπόν, τόσα χρόνια ο ήλιος
χωρίς να σ' έχω ακόμη γνωρίσει;
Γιατί το φεγγάρι γινόταν μια φορά το μήνα ολόγιομο
γιατί υπήρχαν αστέρια στον ουρανό
γιατί πήγαινα εκδρομές
γιατί βουτούσα στη θάλασσα
γιατί κοιμόμουν τα βράδια
γιατί ξυπνούσα το πρωί;

Μάλλον χρειάστηκε να γίνουν όλα αυτά 
για να μάθω να ζω κι έτσι να σε γνωρίσω!
Άλλο λόγο δεν βλέπω
μόνο ξέρω ποια είμαι
και λέω στον κόσμο ποια είμαι
και ξέρεις ποιος είσαι 
και λες στον κόσμο ποιος είσαι κι εσύ
- κι αυτό, πίστεψέ με, είναι σημαντικότερο 
απ' όσο ακούγεται
αφού, ως σωστοί Αυτογνώστες Εραστές
είμαστε ομολογουμένως άγιοι νέας εποχής
και οι ηθικότεροι εν τω κόσμω άνθρωποι.


  Κι οι μέρες κυλούσαν κι εμείς αγαπιόμασταν όπως ο Αδάμ κι η Εύα 
    και κοροϊδεύαμε τον καιρό που περνούσε με βόλτες
    και χάδια και φιλιά κι αγκαλιές και γλυκόλογα
    και κάθε μέρα κάναμε έρωτα για να θυμόμαστε ότι είμαστε Ένα
    και να μην θελήσουμε ποτέ να χωριστούμε.
  Όπως ο Αδάμ κι η Εύα, 
  ο Ρωμαίος κι η Ιουλιέτα,
  η Μαρία και ο Χρήστος,
  ο Λευτέρης και η Δήμητρα,
    όπως αυτοί, αλλά όχι όσο αυτοί,
    γιατί εμείς αγαπιόμασταν - πιθανώς λόγω συνήθειας
    και προϋπηρεσίας -
      έτι περισσότερο. 

  Οι μέρες κυλούσαν κι εμείς αγαπιόμασταν
  περίπου όπως ο Αδάμ κι η Εύα
    γυμνοί, ολόγυμνοι χωρίς τίποτε πια να κρύψουμε
    μες τον αιώνιο παράδεισό μας...