Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Δύσκολη θέση



Με πνίγει λίγο πριν το στόμα μου
ένα κεφαλαίο σίγμα
γι' αυτό και γράφω αυτά τα λόγια απόψε... 

Αγάπη μου, έχεις δίκιο, σου οφείλω μια συγγνώμη!
Συγγνώμη που τις αμέτρητες φορές που με σκότωνες
εγώ διάλεγα ν' αποχωρήσω
και για λίγο καιρό έμενα μακριά σου
ενώ το βαθύ ψευτο-αντρίκιο εγώ σου προσέμενε
να μείνω
για να με σκοτώσεις λίγο ακόμη!

Συγγνώμη που δεν τα κατάφερα να βρω έναν τρόπο να μην πληγώνομαι
για να μη σου τη σπάω κι εσένα
και να μπορείς άνετα να κάνεις τη δουλειά σου
και συγγνώμη που κάθε φορά εγώ έσκυβα το κεφάλι
κι έφευγα
αντί να γυρίσω και το άλλο μάγουλο
μετά από κάθε σου σφαλιάρα!

Συγγνώμη που πήρα την ανόητη πρωτοβουλία να ενδιαφερθώ για τη ζωή σου
ενώ ήταν ξεκάθαρο πως δεν ήθελες να ανακατευτεί κανένας
και συγγνώμη αν σε έφερα σε δύσκολη θέση
με το να σου δείχνω πως σ' αγαπάω
ενώ εσύ ποτέ δεν θα μπορούσες να αισθανθείς το ίδιο...

Και συγγνώμη που σε σύγκρινα
συγγνώμη που μέχρι και σήμερα ακόμη σε συγκρίνω με όλους και με όλα
συγγνώμη που ίσως φτερνίζεσαι συχνά εξαιτίας μου
επειδή σε αναφέρω, ακόμη και σε στιγμές που δεν θα ΄πρεπε να το κάνω
και συγγνώμη αν σου προκαλεί φρίκη η σκέψη ότι κάποιος θα 'κανε τόσα πολλά για 'σένα
συγγνώμη αν σου χαλάει το τέλειο σχέδιο ζωής και απόλυτης ελευθερίας σου
το γεγονός ότι υπάρχει μια ανόητη που περιμένει να καταλάβεις
την τόσο ανεπιθύμητη αγάπη της!

Πραγματικά συγγνώμη, αγάπη μου!
Που φέρθηκα τόσο εγωιστικά και καταράστηκα κάποια μέρα
την ώρα και τη στιγμή που σ' ερωτεύτηκα
και συγγνώμη που ακόμη και σήμερα μερικές φορές
- το παραδέχομαι -
 εύχομαι να μη σ' είχα γνωρίσει ποτέ...

 Συγγνώμη που είμαι τόσο φριχτά εγωίστρια
που φτάνω να εύχομαι να μην υπήρχες
μόνο και μόνο για να τη βγάλω εγώ καθαρή
συγγνώμη για τη δειλία που δείχνω
για την αδυναμία μου που πάντα τόσο σιχαινόσουν
και συγγνώμη για τα δάκρυα που έχυσα για 'σένα
ώσπου να στεγνώσει το είναι μου
συγγνώμη που κάποτε έκλαιγα για 'σένα κάθε μέρα
ενώ εσύ δεν σπατάλησες ποτέ ούτε ένα δάκρυ σου!

Σίγουρα, θα 'ναι δύσκολο και για 'σένα να είσαι τόσο άκαρδος
σίγουρα θα κουράζεσαι κι εσύ με τόση ασπλαχνιά
δεν θα σου 'ναι κι ευχάριστο να είσαι τόσο εγωιστής
σίγουρα θα πονάς κι εσύ
έστω και λίγο 
τις ώρες που πονάς εμένα
σίγουρα θα πονάει κι εσένα κάπως η παλάμη σου
κάθε φορά που χτυπάς το μάγουλό μου
και σίγουρα θα κουράζονται κι εσένα κάπως τα δάχτυλά σου
κάθε φορά που μπήγεις το μαχαίρι στην καρδιά μου!
 
Συγγνώμη, καρδιά μου.
Συγγνώμη που η αγάπη μου
σε φέρνει κι εσένα σε δύσκολη θέση...!

 

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Οι ερωτευμένοι



Τα σοκάκια απόψε κλαίνε
τα νεκρά σώματα των προσφύγων που μαρτύρησαν
σε όλη τους τη ζωή
και πέθαναν σαν κοινοί θνητοί
κλαίνε.
Οι θάλασσες απόψε κλαίνε
αύριο θα 'χει στεγνώσει όλη η γη
ήρθε επιτέλους η πανσέληνος;
Όχι;
Ποιος θα μας βεβαιώσει τότε
πως ερωτευόμαστε;

Οι ουρανοί απόψε κλαίνε
είναι μια βροχή καυτή
αλμυρή
είναι μια βροχή που ποτίζει τα σπίτια
που κλείνουν μέσα τους ερωτευμένους
που κοιμούνται
αγκαλιά.

Απόψε κλαίνε.
Κι εκείνοι κλαίνε
χωρίς να το ξέρουν
όχι απαραίτητα από δυστυχία
μα ερωτευμένοι είναι
αν όχι τώρα
πότε θα κλάψουν;

Τώρα ξέρουν
τώρα όλα ξεκαθάρισαν
στάσου, βγήκε απόψε η πανσέληνος;
Αγαπήθηκε κανείς απόψε;
Γνώρισε κανείς αυτόν που θα τον κάνει
να βρει επιτέλους τον δρόμο του;

Τον δρόμο της ζωής του
τι αστείο που ακούγεται
ποιος να το φανταζόταν πως...
τα παράθυρα απόψε κλαίνε.
Αυτά τα ίδια που οι ερωτευμένοι κλείνουν τα βράδια
για να μην ακούγονται καθώς γίνονται ένα
κι όμως, απόψε,
αυτή την ώρα που εκείνοι έχουν αποκοιμηθεί,
εκείνα κλαίνε.

Τα σεντόνια απόψε κλαίνε
στηρίζουν πάνω τους τόση ευτυχία
τόσο κόκκινο έρωτα
τόσα σώματα που γνώρισαν επιτέλους το ένα το άλλο
κι όμως, τώρα κι εκείνα κλαίνε
κι όσο κι αν φαίνεται περίεργο
γι'αυτούς τους ερωτευμένους είναι που κλαίνε
γι'αυτούς ακριβώς τους ευτυχείς ερωτευμένους.

Απόψε οι έρωτες κλαίνε
όχι γιατί είναι οι ίδιοι άδικοι
και δεν μπορούν να το αντέξουν
μα γιατί κι αυτή ακόμη η αδικία τους
είναι τελικά γλυκιά.
Ναι, μετά από όλα αυτά
αυτό που μένει τελικά
έχει μια γεύση γλυκιά
τόσο γλυκιά
που σε κάνει να θέλεις
να κλάψεις.

Τόση ευτυχία
που θέλεις να πλαντάξεις στο κλάμα
τόσο πολύ μπήκαν τα πράγματα στη θέση τους
τόσο πολύ ήρθαν αυτά που περίμενες
τόσο πολύ έμαθες αυτά ακριβώς που ήθελες να μάθεις
τόσο πολύ σε χαροποίησαν
που το μόνο που θέλεις να κάνεις
είναι να κλάψεις!

Ποιος είπε τελικά
πως θα 'ταν δίκαιο;
Και ποιος καθόρισε ποτέ
τι είναι το δίκαιο;
Βγήκε η πανσέληνος
κι οι ερωτευμένοι είναι αυτοί που είναι
όπως τώρα είναι
με όποιον τώρα είναι
και κοιτάζουν το φεγγάρι
και κοιμούνται αγκαλιά.

Κι ερωτεύονται.

Γιατί αυτό κάνουν οι άνθρωποι.
Αυτό έκαναν πάντα.
Κι αυτή είναι η ιστορία του κόσμου:
Γεννήθηκαν
Ερωτεύτηκαν
και Πέθαναν.

Έτσι ήταν πάντα.

Και η ζωή είναι ένας κύκλος
που σε κάνει να ξαναερωτεύεσαι
ποιος να το φανταζόταν πως...
οι καθρέφτες απόψε κλαίνε.
Δεν μπορούν να αντέξουν τις αντικατοπτρίσεις τους
τους φαίνονται σαν ασαφή είδωλα
που κάποιο λάθος έγινε
και ξαπλώνουν τώρα μαζί.

Μα, δεν έγινε κανένα λάθος
όλα τελικά έχουν το λόγο τους που γίνονται
κι αν όχι - για 'μας που πιστεύουμε στο τυχαίο -
ας δεχτούμε απλώς πως οι καθρέφτες είναι ανίκανοι τώρα πια
ν' αλλάξουν τους ερωτευμένους.

Τα σοκάκια απόψε κλαίνε.
Η παραλίγο πανσέληνος φωτίζει τα δάκρυά τους
και τους κρατάει συντροφιά
κι αυτά ανίκανα να αλλάξουν μεταξύ τους τους ερωτευμένους
ικανά μόνο να τους νιώθουν να τα περπατούν πάνω στην υγρή τους λύπη
την σχεδόν λύπη
την μάλλον απορία
και να μένουν για πάντα σιωπηλά.

Οι θάλασσες απόψε κλαίνε.
Το ποιοι θα κολυμπούν μαζί στα νερά τους
ούτε με φουρτούνα δεν μπορούν να το μεταβάλουν
δέχονται απλώς τα σώματά τους μέσα τους
μέσα στην αλμυρή τους λύπη
την σχεδόν λύπη
την μάλλον απορία
ποιος να το φανταζόταν λοιπόν πως...
άκου: οι ουρανοί απόψε κλαίνε.

Κι οι ερωτευμένοι
ανίδεοι
σχεδόν ανίδεοι
έστω μερικοί από αυτούς
κοιμούνται κι απόψε αγκαλιά
χωρίς κανείς να μπορεί να αλλάξει
ποιοι και ποιοι είναι...

Τα μάτια που έχω τώρα δεν κλαίνε.
Τα παλιά μου μάτια, μ' αυτά που έβλεπα παλιά
μ' αυτά που σε έβλεπα παλιά
εκείνα ίσως απόψε να κλαίνε.
Όχι από λύπη.
Από ειλικρινή, ανιδιοτελή χαρά.
Χαρά για 'σένα.
Χαρά για 'μένα.
Χαρά για τους ερωτευμένους.

Δεν πιστεύω στον Θεό.
Δεν πιστεύω στο Δίκαιο.
Δεν πιστεύω στην Αλήθεια
-αλλάζει πολύ εύκολα.
Δεν πιστεύω ούτε καν στον Έρωτα.
Πιστεύω στο Τυχαίο.
Αυτό είναι μόνο τελικά
που έχει τη δύναμη ν' αλλάζει συνεχώς
τους ερωτευμένους...

 
 

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Η ανελεύθερη



  Πάντα έλεγα πως αγαπάς αληθινά μόνο όταν αγαπάς χωρίς λόγο. Μα, τελικά, αν με ρωτήσεις γιατί σ' ερωτεύτηκα, θα μπορούσα να σου απαριθμήσω μία-μία τις αιτίες που μ' έκαναν να σ' ερωτευτώ τόσο απάνθρωπα, τις βασανιστικές αιτίες που επέβαλαν την αγάπη και μαζί τη φυλακή μου, όλες αυτές τις γλυκόπικρες αιτίες που ήρθαν και σκέπασαν τη ζωή μου με ένα βαθύ μπλε, ίσως θαλασσί, πέπλο και την άλλαξαν για πάντα...
  Στην αρχή σ' ερωτεύτηκα για τα χέρια σου. Ήταν στ' αλήθεια τα πιο όμορφα αντρικά χέρια που είχα δει. Καθαρά, όμορφα χέρια, που έκλειναν μέσα τους κάθε αγκαλιά που ονειρευόμουν από τόσο δα παιδάκι. Κι ύστερα ήταν η μυρωδιά σου. Είχε ένα χρώμα πορτοκαλοκόκκινο, η μυρωδιά σου ήταν όλα όσα φαντάστηκα συμπυκνωμένα σε μια αίσθηση, η μυρωδιά σου ήσουν εσύ! Και μετά τα μαλλιά σου... Ποιος άλλος θα μπορούσε ποτέ να 'χει μαλλιά σαν τα δικά σου; Σε κανέναν πλανήτη. Σε καμία αιωνιότητα. Μ' αγκάλιαζες και έχωνα το πρόσωπό μου πίσω στον λαιμό σου, χανόμουν στα μαλλιά σου, ήθελα να ρουφήξω όσο το δυνατόν περισσότερο απ' τη μυρωδιά τους. Γιατί τα μαλλιά σου μύριζαν σαν τον Θεό... Και ο Θεός ποτέ δεν θα με πρόδιδε. Έτσι δεν είναι; Και πιο πολύ απ' όλα, πιο πολύ ακόμη κι απ' το άρωμά σου, σ' ερωτεύτηκα για τα μάτια σου. Αυτά τα μάτια είχαν πάντα, από τότε που σε θυμάμαι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μαζί σου, και, τώρα που το σκέφτομαι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου γενικά - μιας και από τότε που θυμάμαι να υπάρχω, ήμουν παράφορα ερωτευμένη μαζί σου -, είχαν πάντα λοιπόν αυτή την κρυστάλλινη όψη, σαν χίλια μικρά κομμάτια από γυαλί που με αιχμαλώτιζαν μ' ένα απλό βλέμμα σου, αυτό το απρόσμενο μελί τους, αυτή η θανατηφόρα κι απάνθρωπη επιρροή που ασκούσαν πάντα επάνω μου... Βλέπεις, τα μάτια σου κουβαλούσαν πάντοτε την καλή πλευρά της ψυχής σου... Πάντοτε.
  Μα, όπως είπα, αυτές οι ίδιες οι αιτίες που με έκαναν να σ' ερωτευτώ, γρήγορα μετουσιώθηκαν σε ατσάλινα, γκρίζα κάγκελα: τα κάγκελα μιας φυλακής, τα κάγκελα της φυλακής μου, εκείνης που μόνη μου, ή μάλλον παρέα με τις αδυναμίες μου - κυρίως εσένα -, δημιούργησα. Η ειρωνεία είναι πως τόσα χρόνια έλεγα πως ήμουν μόνη, άρα και ελεύθερη. Δεν μ' άρεζε ποτέ η ελευθερία, γιατί η ανόητη νόμιζα πως συνεπαγόταν την μοναξιά. Κι έτσι, όταν οι επίδοξοι "θαυμαστές" με ρωτούσαν για πιθανή σχέση που θα είχα, απαντούσα "Είμαι ελεύθερη.". Και μόνο τώρα κατάλαβα πως όλα αυτά τα χρόνια που ζούμε χώρια, άλλοτε σαν δυο φίλοι που κρύβουν πίσω απ' το χιούμορ ένα περίεργο μυστικό του παρελθόντος, άλλοτε σαν δυο παλιοί γνωστοί, κι άλλοτε πάλι σαν δυο σχεδόν άγνωστοι που απλά έχουν συστηθεί ένα καλοκαίρι - θέλω να πιστεύω ποτέ σαν δυο εχθροί -, όλα αυτά τα χρόνια δεν υπήρχε ούτε μία μέρα, ούτε μια στιγμή που να ήμουν στ' αλήθεια ελεύθερη. Ήμουν φυλακισμένη, σκλαβωμένη όσο ποτέ πίσω απ' τα γκρίζα, αστραφτερά κάγκελα της θεόρατης αγάπης που έτρεφα για 'σένα, μιας αγάπης που με τον καιρό με ξεπέρασε, ξέχασε πως εγώ τη δημιούργησα κι άρχισε να με καταδυναστεύει. Και το όμορφο ροζ χρώμα της έγινε ένα σουβλερό κόκκινο κι ύστερα ένα μπορντό, που θύμιζε αίμα ξεραμένο, και κυριαρχούσε πια στα πάντα για πάντα. Έτσι λοιπόν, ακόμη και με δυνάστη τα ίδια μου τα αισθήματα, ελεύθερη δεν ήμουν. Και ούτε θα μπορέσω ποτέ ξανά να είμαι. Γιατί το μπορντό της αγάπης μου, της ανώφελης ίσως αγάπης μου, δεν πρόκειται ποτέ πια να ξεβάψει. Κι έτσι με τα πολλά κατάλαβα πως η μοναξιά και η ελευθερία δεν είναι δύο καταστάσεις που ταυτίζονται. Κι αυτό γιατί αν κάποτε ήμουν πραγματικά ελεύθερη, ήταν όταν ήμουν μαζί σου... 
  Το παιχνίδι βέβαια με τις αιτίες δεν σταματάει εκεί. Αναζητώντας τις μαύρες αιτίες που σ' έκαναν να μου φερθείς τόσο άσπλαχνα, η ζυγαριά αποπειράται συνεχώς να καταλήξει ανάμεσα στην έλλειψη αμοιβαιότητας και στο σκάρτο του χαρακτήρα σου. Χρόνια πίστευα το πρώτο. Έλεγα πως με πονούσε, όπως πονάνε όλα τα πράγματα που αργά ή γρήγορα ανακαλύπτουμε πως δεν είναι στο χέρι μας, όμως τελικά ίσως και να με βόλευε. Όχι για 'μένα φυσικά, μα ήταν ένα καλό πάτημα για να μην μπορώ ποτέ να σε κατηγορήσω: Τι φταίει εκείνος που ποτέ δεν μ' αγάπησε; Μήπως κι εγώ δεν έχω σταθεί ανίκανη να ανταποκριθώ στην αγάπη άλλων; Όχι, άκυρο, εμένα δεν μ' αγάπησε ποτέ κανείς ούτως ή άλλως. Μα, τέλος πάντων, μου άρεζε να τα αποδίδω όλα σ' αυτή την έλλειψη του αμοιβαίου, γιατί, στο κάτω-κάτω, δεν φταίνε οι άνθρωποι για τα πάντα! Για τα περισσότερα ναι, μα όχι για όλα. Μα, δυστυχώς, αυτά που έκανες ξεπέρασαν αυτήν μου τη θεωρία. Ή μάλλον, τη διέψευσαν ολοκληρωτικά. Στάθηκα πιστή σ' αυτή, ναι, όσο μπορούσα. Μα κάποια στιγμή λύγισα. Κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, κατέληξα στο μαύρο, πιο μαύρο ακόμη κι απ' τις αιτίες της φυγής σου, συμπέρασμα πως για όλα έφταιξε τελικά το σκάρτο του χαρακτήρα σου. Στάθηκα πιστή σε 'σένα, ναι, όσο μπορούσα. Στάθηκα πιστή στην ανάμνησή σου, χρόνια με παίδευε. Κι αυτό γιατί ήταν η ανάμνηση του ανύπαρκτου. Στάθηκα πιστή στο παρελθόν μας. Μα κάποια στιγμή λύγισα... 
  Με 'μας ήταν πάντα έτσι: εγώ σε πλήγωσα μία φορά, κάποτε, κι εσύ με πλήγωνες για όλα τα υπόλοιπα χρόνια. Μα, αν με ρωτήσεις για ποιο πράγμα σου έχω θυμώσει, αυτό δεν βρίσκεται σε καμία από τις φορές που με πλήγωσες. Παραδόξως, βρίσκεται στη μία και μοναδική φορά που σε πλήγωσα εγώ, τότε. Ναι, αν σου έχω θυμώσει για κάτι, είναι γιατί με διάλεξες. Γιατί από όλες τις ίσως δυνατότερες, ίσως λιγότερο επιρρεπείς στο να αγαπήσουν πιο πολύ κι απ' τη ζωή τους και να στοιχειώσουν ακριβώς αυτή την υποτιμημένη ζωούλα τους με αυτή την αγάπη, κοπέλες, εσύ διάλεξες εμένα. Αν εγώ σε έβρισκα πρώτη, αν εγώ ήμουν αυτή που σε είχε τότε ερωτευτεί, αν εγώ σε κυνηγούσα τότε, αν εγώ σε είχα φιλήσει μια νύχτα με εκείνον τον πρωτόγνωρο ενθουσιασμό ενός ερωτευμένου παιδιού, αν εγώ ήμουν αυτή που σου έλεγε πως χρόνια περίμενα κάποιον να μ' αγαπήσει, τότε θα 'ταν όλο το "φταίξιμο" σε 'μένα. Όμως, δεν ήμουν εγώ. Εσύ ήσουν. Εσύ ήσουν αυτός που, δεν ξέρω για ποιον λόγο, ένα καλοκαίρι ζεστό, σαν αυτό και σαν κάθε καλοκαίρι, φαινομενικά αθώο, σαν αυτό και σαν κάθε καλοκαίρι, άπλωσες το δάχτυλό σου και διάλεξες εμένα, καθορίζοντας έτσι, χωρίς να το έχεις προβλέψει ίσως, χωρίς να το ξέρεις και σίγουρα χωρίς να το φαντάζεσαι, για πάντα τη ζωή μου. Εσύ ήσουν αυτός που με διάλεξε, πανάθεμά σε! Με διάλεξες, για να σε αγαπήσω... 
  Και ίσως, όσο κι αν έλεγα πάντοτε το αντίθετο, μέσα μου τελικά να είχα την βαθιά, αναιτιολόγητη πίστη πως μπορεί κι εσύ, με τον δικό σου τρόπο και για κάποιες στιγμές μόνο, να μ' αγαπούσες. Και ίσως αυτό που με πλήγωνε κάθε φορά να 'ταν η διάψευση αυτής ακριβώς της καλά κρυμμένης ελπίδας μου. Ίσως πάλι και να πίστευα πάντα, όπως άλλωστε κι έλεγα, πως δεν μ' αγάπησες ποτέ σου κι ούτε επρόκειτο να μ' αγαπήσεις, κι αυτό που με σκότωνε κάθε φορά να 'ταν αυτή ακριβώς η σκληρή επιβεβαίωση αυτής μου της αντίληψης. Τι διαφορά θα 'χε, αλήθεια;
  Έλεγα πως αγαπάς αληθινά μόνο όταν αγαπάς χωρίς λόγο. Έλεγα πως τόσα χρόνια ήμουν ελεύθερη. Έλεγα πως για όλα ευθυνόταν η έλλειψη αμοιβαιότητας. Έλεγα πως εγώ σε είχα πληγώσει τότε, που με διάλεξες. Έλεγα πως μπορεί κι εσύ, με τον δικό σου τρόπο και για κάποιες στιγμές μόνο, να μ' αγαπούσες. Έκανα λάθος... __