Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Οι ποθητές εξαιρέσεις



Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω
πως δεν γίνονται όλες οι ιστορίες ποιήματα
μου πήρε χρόνια για να καταλάβω
πως όσο πιο γρήγορα λέγεται κάτι
τόσο πιο γρήγορα θα αναιρεθεί...

Μου πήρε τόσο καιρό να δω
αλήθειες που από την πρώτη στιγμή μου χτύπαγαν την πόρτα
και χρειάστηκαν τόσες ημέρες για ν' ανακαλύψω
πως κι οι πιο γαλάζιοι ουρανοί
κάποτε γεμίζουν μαύρα σύννεφα...

Άλλαξα δεκαπέντε διαφορετικούς εαυτούς
για να καταλήξω στο ποια τελικά είμαι
κόντεψα μάλιστα απ' τις πολλές παραλλαγές
να χάσω το αληθινό "εγώ" μου...

Μα τελικά
οι άνθρωποι που μας αγαπάνε
με κάποιον τρόπο θα βρουν τον δρόμο τους
και θα 'ναι στη ζωή μας
εκτός βεβαίως κι αν εμείς τους εμποδίσουμε...

Και τελικά
οι άνθρωποι που αγαπάνε
με κάποιον τρόπο θα βρουν τον δρόμο τους
και θα αποδεχτούν επιτέλους αυτήν την όμορφη σκλαβιά
αυτήν την γλυκιά στέρηση κάθε ελευθερίας
που 'ναι η ίδια η αγάπη τους...

Αυτή είναι και θα 'ναι η αιώνια φυλακή τους
έμαθαν όμως τόσα ως τρόφιμοί της
που δεν της κρατούν κακία
και όπως όλα τα ακραία πράγματα
κι άκρως αντίθετα μεταξύ τους
κάποια στιγμή συναντώνται
- όπως η αγάπη και το μίσος -
και γίνονται ένα
έτσι κι αυτή η σκλαβιά
γίνεται τελικά η ανώτερη όλων ελευθερία τους...

Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω
πως τελικά μοιρολατρούσα
και χρειάστηκε πολλή δουλειά με τον εαυτό μου
για να παραδεχτώ
πως ο κόσμος τελικά
σε ορισμένα θέματα
είχε δίκιο
και μπορεί να μην αναίρεσα την ατυχία για την οποία πάντα έκανα λόγο
ούτε απόψεις περί μοναξιάς και εγωισμού κι αγάπης
άριστα παγιωμένες
αλλά τι σημασία έχει να μένουν σταθερά κάποια (λίγα) πράγματα
όταν όλα τα άλλα αλλάζουν;

Μου πήρε χρόνια για να μετουσιώσω
την αθωότητα και τις καλές προθέσεις μου
σε ατέλειωτη καχυποψία απέναντι σε ό,τι έχει
- λέμε τώρα -
καρδιά και αναπνέει
και τώρα που το σκέφτομαι
δεν ξέρω τελικά ποιο απ' τα δύο με ωφέλησε περισσότερο
πότε ήμουν περισσότερο ευτυχισμένη...

Και μου πήρε όχι χρόνια
αιώνες (!)
για να ψυχολογήσω τους ανθρώπους
και τα ιδιοτελή τους κίνητρα
χωρίς ακόμη βέβαια να το 'χω καταφέρει πλήρως
απέκτησα όμως μια ιδέα παραπάνω πια
και δεν υπάρχει κάτι που να μην περιμένω
κάτι που να μου φαίνεται τώρα απίστευτο...

Όλα είναι πιθανά
και κάθε φορά που υψώνεις τα μάτια
και φωνάζεις
πως τίποτα δεν θα μπορούσε να πάει χειρότερα
με κάποιον τρόπο ο Θεός σου αποδεικνύει
πως πάντα κάτι υπάρχει που να μπορεί να πάει χειρότερα
και ίσως να μην έμαθα πώς ν' αλλάζω τέτοιες αποδείξεις Του
αλλά έμαθα τουλάχιστον να μην Τον προκαλώ...

Μου πήρε χρόνια για να μάθω
πως κι οι πιο όμορφες θάλασσες
κάποια στιγμή θα σε καταβροχθίσουν
πως και τα πιο ειλικρινή μάτια
κάποια στιγμή θα σου πουν ψέματα
πως και τα πιο ζεστά χέρια
κάποια στιγμή θα σε ρίξουν να πέσεις στο γκρεμό
πως και οι πιο "δικοί" σου άνθρωποι
κάποια στιγμή θα σε προδώσουν...

Μου πήρε χρόνια για να μάθω
πως και οι πιο ερωτευμένοι άνθρωποι
κάποια στιγμή θα γίνουν δύο ξένοι
και πως κι οι πιο "αλησμόνητες" αγάπες
κάποια στιγμή θα ξεχαστούν
για πάντα...

Κι όχι πως δεν τα 'χα φανταστεί όλα αυτά
απλώς τα είχα για μοναδικές, σπάνιες περιπτώσεις...

Αυτό που τελικά μου πήρε χρόνια για να καταλάβω
ήταν πως αυτά είναι οι κανόνες
κι όλα τ' άλλα
αυτά που ελπίζουμε να ζήσουμε
είναι απλά οι εξαιρέσεις...

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Τ' αναλφάβητα όνειρα - Νίκος Μυλόπουλος



Μελετώντας προσεχτικά του κορμιού σου τα λάμδα
Και τα δύο μετέωρα όμικρον στη βάση του στήθους
Επιμελώς εκπαίδευα τ' αναλφάβητα όνειρά μου
Ξόρκιζα έτσι το κακό καταργώντας τον θάνατο
Στοχαστής των ύστερων ερωτικών χρόνων
Ικέτης μιας πλανόδιας νυχτερινής προστασίας
Λάτρευα το υπέροχο άρωμα στο ύψιλον των περιπτύξεων
Διέτρεχα την ατέλειωτη γκάμα των ωρών πριν το ξημέρωμα
Με δυο φυλλαράκια μυρτιάς στων ματιών σου το λίκνισμα
Και με του φεγγαριού τη σκόνη στο σώμα σου απλωμένη
Ασύστολα να μ' ερεθίζει.


Από τη συλλογή "Όνειρα σε συνέχειες"


Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης - Οδυσσέας Ελύτης



Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη

Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.

Σ᾿ ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.


Από τη συλλογή "Προσανατολισμοί"


Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Τουλάχιστον κοιτάζουμε τον ίδιο ουρανό



Τουλάχιστον κοιτάζουμε τον ίδιο ουρανό
Τώρα που δεν μας ενώνει τίποτα
Παρά μονάχα η θύμησή μου
Πρόσεξε την κτητική αντωνυμία
"Μου"
Όχι κοινή.

Μηδαμινή
Σιωπηλή.

Τουλάχιστον κοιτάζουμε τον ίδιο ουρανό
Τα βράδια που έχει σύννεφα ίσως μοιραζόμαστε την ίδια ανησυχία
"Θα βρέξει;"
Ελπίζω τουλάχιστον να κουβαλάς ομπρέλα
Μαζί σου.

Η σιωπή σου
Όλη δική σου.

Τουλάχιστον κοιτάζουμε τον ίδιο ουρανό
Και το κοινό μας εξακολουθεί να είναι η ανοησία μας
Η ευπιστία μας
Πάντα μας χαρακτήριζε αυτή η αλαζονική διάθεση
Για κάτι εξώκοσμο
Ποτέ δεν ήρθε
Ποτέ σε 'μας.

Θα ζήσω και χωρίς να μ' αγαπάς
Να με κρατάς.

Τουλάχιστον κοιτάζουμε τον ίδιο ουρανό
Αυτόν τον ίδιο που μου κάνει παρέα μαζί με την ησυχία σου
Τα τελευταία χρόνια
Αυτόν τον ίδιο που χορταίνει τη δίψα μου για μια στάλα συναισθήματος
Κάποτε, βλέπεις, υπήρξα και ρομαντική
Ποτέ δεν το ξεπέρασα τελείως.

Κι είσαι αστείος
Έτσι όπως στέκεσαι μακριά μου είσαι γελοίος.

Τουλάχιστον κοιτάζουμε τον ίδιο ουρανό
Κι αν δεν μιλάμε πια ποτέ
Κι αν είμαι σ' άλλη αγκαλιά κι ερωτευμένη
Κι αν δίνεις τα φιλιά σου αλλού κι αλλού μοιράζεσαι
Εύχομαι έστω να 'χεις μνημονεύσει δυο αστέρια
Ως την αγάπη μας
Και δυο γκρίζα σύννεφα ως το τέλος το δικό μας.

Μισό το "σ'αγαπώ" μας
Ανίκητο το "εγώ" μας.

Τουλάχιστον κοιτάζουμε τον ίδιο ουρανό
Τα αξημέρωτα βράδια που έχει πανσέληνο
Τα παραπονεμένα μάτια σου αντανάκλαση
Στο θολωμένο άσπρο της
Η σκληρή καρδιά σου ένα μικρό ράγισμα
Στο αδιάλειπτο λευκό
Βλέπεις, και το πιο δυνατό γυαλί - το φεγγάρι -
Κάποτε ραγίζει.

Απόψε πάλι η σιωπή σου θα με κοιμίσει
Κι αύριο θα με ξυπνήσει.





Κι απόψε πάλι η σιωπή σου θα με κοιμίσει...
Κι αύριο θα με ξυπνήσει...

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Δεν αφήνεις τέτοιο κορίτσι να σου φύγει



Ιδέα έχεις πόσο σ' αγαπούσε;
Της μιλούσαμε και το βλέμμα της πλανιόταν κάπου αλλού
Το σώμα της
- Στερημένο από έρωτα
Εξαιτίας της μοιραίας συνήθειάς της να θυμάται -
Ήταν εκεί και μαζί δεν ήταν
Ιδέα έχεις πόσο σε λάτρευε;

Και άντεξε πολύ έτσι χώρια και ταυτόχρονα μαζί σου
Να σ'αγαπάει και να σε μισεί
Να σε θυμάται και να σε ξεχνάει
Μα πιο πολύ να θυμάται ένα από 'σένα:
Πως την άφησες να φύγει.

Δεν αφήνεις τέτοιο κορίτσι να σου φύγει
Δεν αφήνεις τέτοιο στήριγμα ζωής να σπάσει ανεπανόρθωτα
Έκανε, δεν λέω, προφανώς
Κι εκείνη το λάθος της ζωής της που "διάλεξε" εσένα
Μα έκανες κι εσύ μεγάλο λάθος
Που την άφησες.

Και ίσως ποτέ να μην την αγαπήσεις
- Σίγουρα βασικά
Αφού δεν θ' αγαπήσεις κανέναν σου ποτέ -
Μα κάποτε θα σκεφτείς πόση ήταν η ανοησία σου
Να κάνεις τόσα λάθη έχοντας κάνει τόσο λίγα σωστά
Να πεις τόσα άσχημα έχοντας πει τόσο λίγα ωραία
Να νιώσεις τόσο λίγα έχοντας τόσο πολλή αχαριστία
Να τη διώξεις τόσες πολλές φορές έχοντάς την κρατήσει τόσες λίγες...

Μα...αλήθεια, ανόητε
Ρώτα όποιον θέλεις
Δεν αφήνεις τέτοιο κορίτσι να σου φύγει.


Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Αθώος ένοχος - Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη


Ζεις στερημένος από την ηδονή της αμαρτίας.
Του πάθους, του άνομου.
Στην κρύα, επίπεδη καθημερινότητά σου
μπορείς ακόμα να ονειρεύεσαι.
Σημάδι ότι είσαι ζωντανός.

Ήθελες να ζήσεις ένα μεγάλο έρωτα
πριν γείρεις απ' τα χρόνια
όπως οι ήρωες στα μυθιστορήματα
όπως οι μελαγχολικές αέρινες γυναίκες
στο σινεμά.
Ήθελες τόσο να γίνεις ένας αθώος-ένοχος.
Να ψιθυρίζεις δήθεν συντετριμμένος

«Λυπάμαι τόσο,
δεν έπρεπε,
ήταν πάνω απ' τις δυνάμεις μου ...»

Να λυπάσαι τον εαυτό σου;
Όχι.
Να πανηγυρίζεις τον εαυτό σου.

Ήθελες ν' αποκτήσεις
ένα μπλε σημάδι στο λαιμό
ίχνος από ένα "λάθος"
που ποτέ δεν διαπράχτηκε.

Δαγκωματιά ενός ενείπωτου πόθου
ενός σπασμού
μιας δόσης από ένα μικρό θάνατο.
Ήθελες ...

«Ήταν ωραίο όσο κράτησε».
«Παρακαλώ ... τους τίτλους τέλους...»


Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Είσαι κάτι πέρα από 'μένα - Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη



Έρχεσαι από μακριά
περήφανος σαν άτι
πέρα απ' τους λόφους με τα διοσμαρίνια,
ντυμένος με δαμασκηνά φλογάτα πέπλα δειλινού,
μουσκεμένος απ' αγάπη ως το κόκαλο.

Έρχεσαι φορτωμένος μ' αόρατους πίνακες
π' αστράφτουν μύρια χρώματα
στα μάτια σου
- σα δυο κομμάτια από ζαφείρι -
που μόλις ξέπλυνε μια δάκρυνη βροχή.

Σαν από πάντα να με γύρευες
με συναντάς μετά από χρόνια.
Τρέμω.

Μ' ένα σου βλέμμα μοναχά
- που ξεχειλίζει λόγια ανείπωτα -
της τέχνης σου το θάμβος ξεδιπλώνεις.

Κίτρινα ασφοδέλια σε μπλε βάζο
ένα ταγκό του δρόμου στη Γρανάδα
νούφαρα αχνογάλαζα σε λίμνη κύκνων
μια ινδουιστική θεότητα στο Νταίπούρ,
μια κατακόκκινη παλλόμενη καρδιά σε βωμό Μάγιας.

Αντέχω.

Δεν μπορώ πια να πάω αλλού
μόνο σε σένα έρχομαι.
Καταπάνω σου πέφτω
δίχως φρένο κανένα.

Στο κορμί σου προσκρούω τυφλά
σαν το βρέφος που τη μάνα γυρεύει.

Κάποτε ήμουν κούπα δίχως ράγισμα κανένα,
τώρα για κοίτα
γέμισα πληγές.

Είσαι κάτι πέρα από 'μένα.

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Μία απ' τις παραστάσεις



  Και να 'μαστε εδώ, να συνειδητοποιείς πως ό,τι κι αν πίστεψες ποτέ σου, ήταν ένα ψέμα. Κι ακόμη και οι πιο όμορφες στιγμές, αυτές που χρόνια τώρα μνημονεύεις ως τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής σου, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια φενάκη, μια απάτη καλοτυλιγμένη με τον μανδύα μιας αλήθειας που ήθελες να πιστεύεις. Αλλά που δεν ήταν η πραγματικότητα. Και να σου τώρα που έζησες για να σου τα αναιρέσουν όλα. Και το μόνο που έμεινε τελικά απ' όλα αυτά είναι η πικρή γεύση της κοροϊδίας στο στόμα, αυτό το κακόγουστο αστείο που λέγεται υποκρισία, αυτό το θέατρο που, όπως όλα τα θέατρα, έλαβε τέλος και η παράσταση δεν θα παιχτεί ποτέ ξανά πια. Κι έμεινες εσύ, θεατής στην ιστορία της ίδιας της ζωής σου, να απορείς από πού σου 'ρθε και να προσπαθείς να το συλλάβεις. Και το αστείο, το γελοίο, αν θέλετε, είναι πως κανείς δεν πρόκειται να σε καταλάβει. Και δεν μπορείς και να ζητιανέψεις αυτή τη φορά λίγη κατανόηση. Δεν ξέρεις ούτε κι αν εσύ η ίδια μπορείς να σε καταλάβεις, έτσι κι αλλιώς. Κι ούτε να απευθυνθείς σε αυτό το τόσο γνώριμο στα γραπτά σου δεύτερο πρόσωπο μπορείς, δεν σου βγαίνει πια, δεν έχεις δύναμη να βάλεις την γραμματική κατάληξη που απαιτείται. Σε τέτοιες περιπτώσεις έτσι κάνουν οι άνθρωποι σαν εσένα, το ρίχνουν στις θυμοσοφίες και μιλούν γενικά κι αόριστα για κάτι το τόσο ειδικό και συγκεκριμένο. Δεν πειράζει, ας είναι. Ας είχες την ελπίδα πως απλά αλλάξανε τα πράγματα, κι όσο κι αν δεν ήταν και το καλύτερό σου, τουλάχιστον κάπως σε παρηγορούσε: προϋπέθετε, βλέπεις, ότι υπήρχαν. Ενώ αναιρώντας τα τώρα όλα, τίποτα δεν υπήρχε. Στο μυαλό σου ήταν όλα, σ' αυτήν την ξελογιάστρα κι άκαρδη φαντασία σου. Κανείς δεν άλλαξε, κανείς που ξέρεις, κανείς στον κόσμο ολόκληρο δεν άλλαξε ποτέ!! Όσοι είναι τώρα κάτι διαφορετικό, απλά τόσο καιρό προσποιούνταν. Δεν υπάρχουν αλλαγές, δεν υπάρχουν τροποποιήσεις... Καταπίεση της αλήθειας του καθένα υπάρχει, ψέμα υπάρχει, θέατρο υπάρχει, παραστάσεις καλοσχεδιασμένες, ανόητο κρυφτούλι μέχρι τελικής πτώσεως, που ενέχει τόσους κινδύνους κι απλά τους παραβλέπει, και κάποια στιγμή μοιραία αποκαλύπτεται η πραγματικότητα που λάμπει σαν χρυσό φλουρί μέσα στα σκουριασμένα σύρματα όλων όσων έχτισες πάνω στα ψέματα, και καθηλώνεσαι και προσπαθείς να τη συλλάβεις. Και τελικά δεν υπάρχουν παραλλαγές του ίδιου ανθρώπου, όπως νόμιζες, δεν υπάρχουν διάφορες πλευρές του, πιθανώς αντιφατικές μεταξύ τους, όπως μάλλον σε βόλευε να πιστεύεις, δεν υπάρχουν πολλοί εαυτοί: Τελικά πάντα ένας εαυτός του ήταν: ο άλλος. Απλώς εσύ άργησες πολύ να το μάθεις. Απλώς εσύ τελευταία πάντα μαθαίνεις ό,τι περισσότερο σε αφορά. Ίσως και γιατί μόνο εσύ πιστεύεις τόσο ότι σε αφορά. Κι όλοι οι υπόλοιποι απλώς δεν μπορούν να εξηγήσουν την τόση υπερβολή σου. Κι ούτε κι εσύ η ίδια έχεις πολλά πρόσωπα και πολλούς χαρακτήρες κι ας έδειξες τελευταία κάμποσους: μία είσαι, κι όλα τ' άλλα είναι οι παραστάσεις σου, όπως οι παραστάσεις που όλοι οι άνθρωποι καθημερινά δίνουν. Μία απ' τις παραστάσεις. Από τις πολλές. Μάσκες που κατασκευάσαμε με προσοχή στην εντέλεια, για να ταιριάζουν γάντι στο ένοχο πρόσωπό μας. Δεξιοτέχνες, σωστοί γλύπτες! Κι έτσι ζήσαμε, ώσπου ήρθε μια μέρα που αποκαλύφθηκαν όλα. Κι όσα ήταν τα ωραία λόγια, όσα ήταν τα μετανιωμένα λόγια, όσα ήταν αυτά που άκουσες και σ' έκαναν να χαμογελάσεις, τόσα ακριβώς ήταν και τα ψέματα! Όσα αγάπησες, τόσα ήταν και τα ψέματα! Ας είναι. Πρώτη φορά που μίσησες τόσο πολύ την αλήθεια. Και πρώτη φορά που ξαφνικά κατάλαβες πως δεν ήταν ούτε αυτή ο εχθρός σου, ούτε ο χρόνος, όπως πάντα λανθασμένα νόμιζες, ούτε ο εαυτός σου, ούτε οι αλλαγές, ούτε καν η ανυπαρξία αμοιβαιότητας που τόσο σου έχει στοιχίσει: Ένας άνθρωπος είναι ο εχθρός σου, ένας άνθρωπος γεννήθηκε για να 'ναι πάντα εχθρός σου, κι ας είσαι, κι ας μην είσαι κι εσύ δικός του εχθρός, δεν έχει καμία σημασία, ένας και μόνο συγκεκριμένος άνθρωπος γεννήθηκε για να σου κάνει κακό, γεννήθηκε για να σε καταστρέψει και να φύγει και να σου μάθει να σιχαίνεσαι και να γίνεσαι κάτι άλλο, ή, πιο σωστά, να αποκαλύπτεις κι εσύ αυτό που πάντα τελικά ήσουν. Και τελικά λάθος έκανες: δεν σου 'κανε περισσότερο κακό απ' ό,τι καλό στη ζωή σου αυτός ο άνθρωπος...Σου 'κανε μόνο κακό. Μόνο.


Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Δώσε μου ένα κομμάτι ανάσταση



  Τώρα που οι καρδιές κρυώσαν και το κεράκι έλιωσε, τώρα που ζύγωσε η ώρα της αιώνιας αποχώρησης - ή μάλλον που έχει ήδη φτάσει, απλά της βάζουμε τη μάσκα του προσωρινού, με μιαν ελπίδα ίσως πως δεν θα κρατήσει για πολύ -, τώρα που οι άνεμοι ησύχασαν και μας αφήνουνε ν' ακούσουμε ολοκάθαρα τις νεκρώσιμες καμπάνες της αγάπης μας, δώσε μου ένα κομμάτι ανάσταση, για να λυτρώσω κάπως τις ψυχές μας. Έτσι κι αλλιώς χαμένος δεν θα βγεις, πρώτα τη δική σου θ' αναστήσω μ' όσο άγιο φως μου μένει, κι ύστερα θα κοιτάξω την δική μου. Δώσε μου μονάχα ένα κομμάτι ανάσταση, που εσύ την έχεις όλη, για να ζεστάνω κάπως κι εγώ την καρδούλα μου απ' τα τόσα βαριά λόγια και τις συγχωρέσεις τις ανείπωτες. Δώσε μου μια στιγμή εξιλέωσης, όχι χάρισμα, απλά επιστροφή δανεικών, αφού τόση έχω σπαταλήσει στο παρελθόν εγώ για 'σένα. Κι αυτή τη στιγμούλα, θα δεις, θα την αναγάγω στο άπειρο και θα στη δώσω πίσω στο τριπλάσιό της. Μονάχα δώσε μου την τώρα που την έχω ανάγκη και δεν έχω τίποτα, σαν χαρτοπαίκτης που χρειάζεται κάτι λίγα για να ποντάρει και να πιάσει την καλή. Μονάχα που εγώ σίγουρα θα την πιάσω, δεν είμαι θολωμένη απ' το πάθος μου εγώ, ψύχραιμη είμαι κι απόλυτα λογική. Δώσε μου, λοιπόν. Πριν με πετάξεις γι' ακόμη μια φορά έξω από τη ζωή σου, κάνε μου ένα ύστατο δώρο. Στο κάτω-κάτω μου το χρωστάς, από ευγένεια και μόνο οφείλεις... - ω, συγγνώμη, τίποτα ποτέ δεν μου χρωστάς εσύ. Εγώ είμαι αυτή που χρωστάω θυσία ολόκληρη ζωή και πάλι δεν είναι αρκετή. Εγώ είμαι αυτή που σ' έχω αναστήσει χωρίς να 'ναι της ώρας και σ' έχω βάψει κόκκινο χωρίς να το ζητήσεις - μα, αυτό ήταν το λάθος μου: χωρίς να το ζητήσεις. Δώσε μου λοιπόν ένα κομμάτι ανάσταση, να μη σβήσει το φως απ' το καντήλι μας. Γιατί αν σβήσει, πού να τρέχεις μετά να βρεις λαμπάδες να μοιραστούν το φως τους μαζί σου; Δύσκολοι καιροί για να πάρεις και να δώσεις, δύσκολοι για να φωτίσουνε τα αισθήματα κι οι άνθρωποι που τείνουν να τα αποκτήσουν.
  Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε κάνει εκείνο το πρώτο Πάσχα, όταν ήμουν μικρή, το πώς από ένα κεράκι ανάβουν εκατομμύρια λαμπάδες και φωτίζεται η νύχτα, το πώς η φλόγα είναι σαν την αγάπη: αντί να λιγοστεύει, όταν τη μοιράζεσαι, πολλαπλασιάζεται. Γι' αυτό δώσε μου τώρα ένα κομμάτι ανάσταση, πριν οι μέρες φύγουνε για πάντα και μας αφήσουν μόνο μια πικρή αίσθηση όλων αυτών που ξεστομίσαμε κι όλων αυτών που κρατήσαμε μέσα μας για πάντα. Δώσε μου την ανάσταση που δικαιούμαι, το κομμάτι της που μου αντιστοιχεί στη μοιρασιά, πριν να 'ναι πολύ αργά για όλους μας. Μ' όλες τις αναμνήσεις σου που αντέχεις να 'χεις ακόμη, μ' όλες αυτές που χρόνια με τα χρόνια θα σβήσουν και θα ξεχαστούν για πάντα, νιώσε με έστω για λίγο για δικό σου άνθρωπο, παραδέξου έστω πως δεν ήμουν πάντα μια ξένη, έστω κι αν τώρα αυτό είμαι, και κάνε μου μια χάρη, από σέβας, αν θες, στο παρελθόν που μοιραστήκαμε, όπως μοιράζονται χιλιάδες πιστοί το άγιο φως της ανάστασης. Πριν γίνουμε δυο ολότελα άγνωστοι για όλη την υπόλοιπη ζωή μας, πριν πέσουν τα πυροτεχνήματα απ' τον ουρανό να μας κάνουν ολοκαύτωμα - πόσο τα φοβόμουν πάντα -, πριν λησμονηθεί κι η τελευταία ανάμνηση του έρωτα που τολμήσαμε να πούμε πως είχαμε, πριν η ιστορία μας ξεχαστεί για πάντα, δώσε μου ένα κομμάτι ανάσταση, στο κάτω-κάτω έτσι, για να πω πως κάτι μ' ωφέλησες κι εσύ στη ζωή μου...