Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Η ομορφιά της αποχώρησης



Ήσουν όμορφος.

Πάντα ήσουν όμορφος
από τότε που σε θυμάμαι...
Άνοιγες κι έκλεινες την πόρτα,
μπαινόβγαινες στο σπίτι σαν περιστέρι
που δεν τιθασεύεται
κι έμοιαζες με τις Κυριακές,
με τις αργίες
και με τον Μάη...

Κι εγώ σε χάζευα.
Δεν ήξερα να λέω ωραία παραμύθια,
δεν σκαρφιζόμουν ποτέ λόγια
που λεν' οι ποιητές
και οι τρελοί
κι οι απελπισμένοι...
Έστεκα μόνο και σε χάζευα
με πόσο φόβο
μήπως φύγεις...

Δεν υπήρχε ποτέ περισσότερος φόβος
σ' όλη τη ζωή μου
από τότε που σ' είχα:
Φοβήθηκα, βέβαια, κι αργότερα
μήπως δεν ξαναγαπήσω
και μήπως μείνω πάντα μόνη
και μήπως υπάρχει στον κόσμο
για πάντα
το κακό κι η αδικία κι η φτώχεια,
φοβάμαι, βέβαια, και σήμερα
για τα ίδια "μήπως" περίπου και πάλι,
μα σαν τότε που σ' είχα στη ζωή μου
δεν φοβήθηκα ποτέ περισσότερο...

Γιατί,
όσο να 'ναι,
όταν έχεις τα πάντα
φοβάσαι περισσότερο απ' όταν
δεν έχεις τίποτα
κι εγώ είχα τα πάντα
κι αν κάτι με πληγώνει όσο τίποτα
είναι τούτο:
που ακόμη και στην ευτυχία μου
έκλαιγα κάθε μέρα
γιατί φοβόμουνα πως θα τη χάσω...

Κι ακόμη και τις πιο λευκές μέρες,
ακόμη και τις νύχτες που τις στόλιζαν
τα πιο μελίρρυτα "Σ'αγαπώ" απ' τα δικά σου χείλη
θυμάμαι πως με πλάκωνε
η ανασφάλειά μου...
Η μάλλον όχι,
δεν ήταν αυτή που έφταιγε περισσότερο:
η σιγουριά μου ήταν,
η σιγουριά μου
πως θα σ' έχανα...

Κι αυτό που με πονάει;
Πως το 'ξερα,
απ' την πρώτη στιγμή το 'ξερα
πως θα μ' αφήσεις... 

Ήσουν όμορφος. 
Πάντα ήσουν όμορφος... 
Όταν ερχόσουν να με πάρεις απ' το σπίτι
και με περίμενες στην είσοδο 
κι έμοιαζες μάλιστα σχεδόν σαν να λαχταράς
κι όταν πάλι καθόμασταν δίπλα-δίπλα
έχοντας ξεμείνει από λόγια
και με κοιτούσες μες στα μάτια
κι έμοιαζες μάλιστα σχεδόν σαν να μ' αγαπάς 
κι εκείνα τα δευτερόλεπτα πριν με φιλήσεις
κι εκείνα τα δευτερόλεπτα που με φιλούσες
κι εκείνες τις αστραπιαίες στιγμές που σ' έβλεπα 
κάπου ανάμεσα στα πόδια μου
να μου κάνεις έρωτα και να γελάς
κι εκείνες τις ώρες πριν με πάρει ο ύπνος
που σ' έβλεπα να κοιμάσαι και ν' ανασαίνεις απαλά
κι έμοιαζες μάλιστα σχεδόν σαν να μ' ονειρεύεσαι
κι εκείνα τα πρωινά που με ξυπνούσες
ή σε ξυπνούσα
και πίναμε καφέ στο μπαλκόνι 
κι όταν ήξερα πως ήθελες να βάλεις τα κλάματα,
μα τα κρατούσες,
κι εγώ σε χάιδευα κι έλεγα ό,τι μου περνούσε απ' το μυαλό
για να σε κάνω να νιώσεις πιο καλά
κι εσύ τότε γελούσες,
σφιγμένα,
μα γελούσες 
κι έμοιαζες μάλιστα σχεδόν σαν να με εκτιμάς 
κι όταν πάλι μ' έπαιρνες αγκαλιά και μ' έριχνες στη θάλασσα
κι όταν σε τάιζα στο στόμα και σε λέρωνα 
κι όταν μ' έπιανες απ' το χέρι στις βόλτες μας
κι έβλεπα το προφίλ σου από χαμηλά
τότε που το αριστερό σου μάτι απ' την γωνία μου ήταν ίσο με τον ήλιο 
ίσο, βέβαια, σε μέγεθος
μα ανώτερο, σίγουρα, σε λάμψη κι ομορφιά... 

Ναι, σ' όλες αυτές τις στιγμές,
μα και σε πολλές άλλες
που - να με συγχωρείς -
δυστυχώς τώρα που πέρασαν τα χρόνια τις ξέχασα,
ήσουν πράγματι όμορφος... 

Ήσουν όμορφος. 
Πάντα ήσουν... 
Μα
ομορφότερος από ποτέ
ήσουν τη στιγμή εκείνη ακριβώς
που άνοιγες την πόρτα
κι έφευγες... 

Το 'χουν αυτό, ξέρεις, 
οι άνθρωποι:
να 'ναι ομορφότεροι από ποτέ
τη στιγμή αυτή 
που 
τόσο άσχημα, 
απάνθρωπα,
κυνικά 
ανοίγουν την πόρτα
και φεύγουν... 


Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Μικρή εξομολόγηση ασήμαντου έρωτα


Δεν είμαι ερωτευμένη μαζί σου.
Κι όμως, ακόμη και τώρα,
που ο έρωτάς μου για 'σένα είναι τόσο μικρός
τόσο απειροελάχιστα ασήμαντος και λίγος,
αυτός ο έρωτας είναι μεγαλύτερος
απ' ό,τι θα είναι ποτέ ο έρωτάς μου
για οποιονδήποτε
άλλο.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Αγαπούσε - Νίκος Κυριακίδης


Αγαπούσε, σπάνια μεν, αλλά αγαπούσε -
ποιός νοιάζεται για τη διάρκεια.
Την είδαν στο κήπο
μιλούσε χωρίς να κινεί τα χείλη
του εξηγούσε τα μπερδέματά της
του έδινε κάποιες απ’ τις αγωνίες της
γινόταν πολύ μικρούλα.
Περίμενε να την πιάσει εκείνη
η γλυκιά κούραση
αυτή του λεωφορείου στο σχόλασμα
να τα δικαιολογεί, όλα,
να τα εξηγεί, όλα.
Πού πήγαν οι θυμωμένοι;
Πόσο υπομονή ακόμη έχουν οι ανυπόμονοι;
Κρατιέται από κάποια μεσημέρια.
Έχει ανάγκη να θαρρεί
πως βρίσκεται στη μέση.
Μισούσε βουβά
περίμενε να το πει κάποιος άλλος
με λόγια, με αιτίες, με σχόλια.
Τον άκουγε και χαμογελούσε.
Χωρίς να κινεί τα χείλη.


Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Μου άρεζε...



  Μου άρεζε πολύ που υπήρχε στον κόσμο κάποιος σαν εσένα, που μάλιστα έλεγε πως μ' αγαπάει... Μου άρεζε πολύ να σου χαϊδεύω τα μαλλιά... Μου άρεζε να σε κοιτάω στα μάτια χωρίς να μιλώ, μέχρι να με ρωτήσεις με απορία "Τι είναι;", μου άρεζε να κρατάω το χέρι σου σε ανύποπτο χρόνο, μου άρεζε να περπατάω πλάι σου έστω και στις πιο απλές διαδρομές... Μου άρεζε να 'μαι περήφανη για 'σένα και να μιλάω με καμάρι για τη σχέση μας, μου άρεζε μόνο και μόνο να συλλαβίζω το υγροπρόφερτο όνομά σου, μου άρεζε να σε φωνάζω μ' αυτό κι εσύ να γυρνάς και να ρωτάς τι θέλω... Μου άρεζε να σε ταΐζω στο στόμα, να σου χαϊδεύω την κοιλιά, να ακουμπάω στο στέρνο σου το μέτωπό μου... Μου άρεζε να κοιτάζω μέσα από το μπλουζάκι σου, κάθε φορά σαν να 'τανε να ανακαλύψω κάποιον θησαυρό, μου άρεζε να σε μυρίζω κι ύστερα να λέω και να ξαναλέω πόσο ξεδιάντροπα υπέροχα μυρίζουν πάντα τα μαλλιά σου και πόσο μπορώ να μεθύσω με τ' άρωμα στο λαιμό σου... Μου άρεζε να μου μιλάς και για τους πιο απλούς προβληματισμούς σου ακόμη κι εγώ να σε προσέχω λες και μου λες το πιο σημαντικό σου μυστικό, και μου άρεζε να με εμπιστεύεσαι να σε περάσω απ' το δρόμο χωρίς να κοιτάς... Μου άρεζε όταν παραδεχόσουν πόσο πολύ σ' αγαπάω και μου άρεζε όταν μου ζητούσες να προσέχω, μου άρεζε όταν ξεκινούσες την πρότασή σου με το "Εμείς", μου άρεζε όταν με σύστηνες στους γνωστούς σου ως το κορίτσι σου και μου άρεζε να με φωνάζεις με τ' όνομά μου... Γιατί στα χείλη σου το όνομά μου ήταν ασφαλές... Δεν κρεμόταν μετέωρο, δεν προσέμενε τίποτα άλλο, δεν χρειαζόταν συμπλήρωση, ήταν απόλυτα ολοκληρωμένο και γεμάτο αγάπη, ήταν όμορφο τ' όνομά μου στο στόμα σου...
  Κι ύστερα μου άρεζε να τα συγκρίνω όλα μαζί σου και να τα βρίσκω ελάχιστα... Ή, μάλλον, δεν μου άρεζε: Το είχα συνηθίσει. Μου άρεζε να μιλάω για 'σένα και για όλες εκείνες τις αστείες στιγμές μας, για όλες τις ρομαντικές στιγμές που ζήσαμε, μου άρεζε να σε αναφέρω, ακόμη και σε συζητήσεις άσχετες με φίλες... Μου άρεζε να υπάρχω για να θυμάμαι όσα ζήσαμε, για να τα ξαναζώ μέσα απ' τη θύμησή τους, για να τα διηγούμαι σε άτομα καινούρια στη ζωή μου, για να τα γράφω σε ποιήματα και να τα διαβάζω μονάχη μου ξανά και ξανά... Μου άρεζε ακόμη και να κλαίω γι' αυτά... Μου άρεζε, τελικά, ακόμη και να κλαίω για 'σένα... Να περνώ απ' τα μέρη που τ' αποτυπώματα απ' τις πατημασιές μας ακόμη δεν έχουν ολότελα εξαφανιστεί, να ακουμπάω με τα χέρια μου απαλά τους τοίχους που είχαν στηρίξει το πάθος μας κάτι βράδια του καλοκαιριού, να κάθομαι στα ίδια παγκάκια που ανταλλάξαμε τόσα υγρά φιλιά... Μα ο χρόνος είναι φίλος με τη λήθη. Και κάποτε οι αλήθειες λάμπουν σαν τον ήλιο που μπαίνει απρόσκλητος απ' το παράθυρο εκείνα τα πρωινά που δεν θέλεις να ξυπνήσεις... Να ξυπνήσεις για ν' αντικρίσεις έναν κόσμο πάλι άδειο απ' την εικόνα που 'χες φανταστεί για 'σένα... Άδειο και λειψό. Έναν κόσμο λίγο, αφού λίγη είναι κάθε ζωή χωρίς τον έρωτα. Μισή. Όπως εγώ... Και περνάει ο καιρός και συνεχίζω να σ' αγαπάω και να γράφω για 'μας έχοντας πια εξαντλήσει όλες τις σημαντικές στιγμές μας και να ψάχνω πια στ' ασήμαντα που ζήσαμε τι προλαβαίνω ακόμη να θυμίσω, πριν ξεχάσω κι εγώ η ίδια για πάντα... Κι όσο κι αν μου 'πεσαν βαριές μια-δυο κουβέντες σου, αποφασίζω πως σε θέλω στη ζωή μου κι έτσι η πιο αρχαία προφητεία βγαίνει αληθινή κι ολόσωστη: Η οργή θα φύγει κι η αγάπη θα μείνει... Για πάντα...
  Εκείνα τα βράδια είναι που σε συγχωρώ, εκείνα τα βράδια μυστικά σε εξιλεώνω, χωρίς να το ζητάς, όταν κλαίω σιγανά, σχεδόν αθόρυβα, και σε ζητάω στη ζωή μου... Εκείνες είναι οι νύχτες που ξέρω πως σ' έχω συγχωρήσει... Τόσο πολύ σ' αγαπάω, που συνήθως σ' έχω ήδη συγχωρήσει για κάτι που μου κάνεις τη στιγμή εκείνη που μου το κάνεις... Χαμογελάω με μια ανεπαίσθητη πικρία, μα σε συγχωρώ. Και ξέρω πως ποτέ δεν θα σου κρατήσω κακία, κι ούτε μπορώ, κι ούτε το προσπαθώ, κι ούτε το ελπίζω... Μου άρεζε κάποτε να λέω "Αγάπη είναι να συγχωρείς τα ασυγχώρητα"... Ομολογώ πως κάποτε το είχα πάρει πίσω, κι είπα, όσο κι αν σ' αγαπώ, ποτέ δεν θα σου συγχωρήσω κάποια πράγματα. Μα, όπως πάντα, επανήλθα τελικά στην αρχική μου θεωρία... Γιατί απ' αυτές τις θεωρίες τελικά ποτέ δεν θ' απαλλαχτώ, κι ακόμη κι αν τις απαρνούμαι μια στο τόσο, πάλι σ' αυτές γυρίζω, πάλι αυτές εμπιστεύομαι... Μοιάζουν με 'σένα οι παλιές, εφηβικές μου θεωρίες: Πάντα γυρίζω πίσω σ' αυτές... Πάντα γυρίζω πίσω και σε 'σένα... 
  Μου άρεζε να "καυχιέμαι" για την ανιδιοτελή αγάπη που σου έδειξα... Μου άρεζε να περιμένω πότε θα μου ζητήσεις να κάνω τα πάντα για 'σένα, για να σου αποδείξω πως θα τα έκανα... Και μου άρεζε να περιμένω, να περιμένω, ακόμη και σίγουρη πως ποτέ πια δεν θα γυρίσεις... Μου άρεζε, τελικά συμπεραίνω, να δυστυχώ για 'σένα... Μου άρεζε αυτή η πικρή γεύση της ανάμνησης, την είχα συνηθίσει... Κι όσο κι αν κατηγορούσα τα αισθήματα και την καρδιά μου, που δεν με άφηναν να σε "ξεχάσω", τελικά μου άρεζε να σε θυμάμαι... Κι όσο κι αν έλεγα πως θέλω κι εγώ να προχωρήσω, χωρίς τη βαριά σκιά σου πάνω απ' τον ουρανό της ζωής μου, τελικά μου άρεζε να μένω πάντα πίσω... Μου άρεζε, τελικά, που κόλλησα στο παρελθόν και κατέστρεψα κάθε πιθανότητα κάποτε να ξεκολλήσω... Μου άρεζε, την ανόητη, που σ' αγαπούσα πιο πολύ κι απ' τη ζωή μου... Ακόμη, φαίνεται, μου αρέσει...


Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Ξέρω για 'σένα


Ξέρω για 'σένα
από ποιο πλευρό σ' αρέσει να κοιμάσαι
πόσο γρήγορα σε παίρνει ο ύπνος τα βράδια
τα αγαπημένα φαγητά σου, αυτά που σιχαίνεσαι
τα βιβλία που διαβάζεις στον ελεύθερο χρόνο σου...

Ξέρω για 'σένα
τι σε πλήγωσε κάποτε, όταν ήσουνα μικρός, και το θυμάσαι για πάντα
τι σ' έχει κάνει, σπάνια, να κλάψεις
ποια αβέβαιη ονειροπόληση σε ταλανίζει και πονάς
πόσο καλά κρύβεις τα αισθήματα και τις αδυναμίες σου...

Ξέρω για 'σένα
τι, όσο και να ειρωνεύεσαι με χιούμορ, δεν το ξεπέρασες ποτέ σου
και τι φαντάζεσαι για 'σένα στο μέλλον
σε ποια χώρα, ποια ήπειρο, ποιο σπίτι σε βλέπεις μετά από σαράντα χρόνια
με ποια οικογένεια και ποια κυριακάτικη σύναξη...

Ξέρω για 'σένα
τον πρώτο σου, παραμελημένο κι άτυχο, έρωτα
κάτι καλά κρυμμένα, απόρρητα σχεδόν, μυστικά για το είναι σου
κάτι παράπονα για το άδικο και κάτι ποιήματα παραχωμένα
τα λάθη που 'χεις παραδεχτεί κι αυτά που ποτέ δεν παραδέχτηκες...

Ξέρω για 'σένα
ότι κι εσύ, όπως όλοι μας, φοβάσαι κάποια πράγματα, κι ας μην τα φωνάζεις
ότι έχεις περισσότερα αισθήματα απ' όσα δείχνεις
ότι καταλαβαίνεις περισσότερα απ' όσα λες
ότι είσαι πολλά περισσότερα απ' όσα φαίνεσαι...

Ξέρω για 'σένα
ότι έχεις κι εσύ καρδιά και γι' αυτό θα 'θελες πολύ
- ως ένδειξη, έστω, ευγνωμοσύνης -
να μ' αγαπήσεις λίγο
μα και πως, δυστυχώς, δεν τα κατάφερες...

Ξέρω για 'σένα
πως και να τα 'χεις ακόμη καταφέρει
- δεν θέλω να 'μαι πάντα εγώ η δύσπιστη -
μ' αγαπάς μόνο λίγο
κι εγώ σ' αγάπησα πολύ περισσότερο...

Ξέρω για 'σένα
πολλά
που προσπάθησες, ίσως, να κρύψεις
που επέλεξες ή δεν επέλεξες
πολλά που σε κάνουν να είσαι...εσύ...

Ξέρω για 'σένα
όλα όσα μ' έκαναν κάποτε να σ' ερωτευτώ
και πολλά περισσότερα που τα 'μαθα αφού σ' ερωτεύτηκα
μερικά που, εν ώρα αδυναμίας, μου εκμυστηρεύτηκες
κι άλλα που τα κατάλαβα μόνη μου και δεν τα 'πες εσύ ποτέ σου...

Ξέρω για 'σένα
τόσα...

Ξέρω για 'σένα
όσα 
ούτε εσύ δεν ξέρεις... 


Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Να τη χαϊδεύετε την «καλημέρα» σας...κυρίως το λάμδα της - Νίκη Παυλίδου


Να τη χαϊδεύετε την «καλημέρα» σας,
κυρίως το λάμδα της...

Oσο για το μεσημέρι, μην το ενοχλείτε παρακαλώ
Μυρίζει σιωπή και καρπούζι
Έχει χαιρετήσει την καλημέρα σας τη χαϊδεμένη
Με δάκρυ αχάιδευτο και στραγγισμένο
Στρογγυλοκάθεται σε σύννεφο γεμάτο κραυγές
Κοιτάζει την καραμούζα του αστεριού απέναντι
Να αναγγείλει την άφιξη της νύχτας και να εξαφανιστεί
Δεν αντέχει τον οργασμό της
Μόνο τον χαιρετισμό της...

Κι αφού χαϊδέψαμε την καλημέρα και το λάμδα της
Ας αφήσουμε στην ησυχία της την καληνύχτα
Είναι για τους τολμηρούς, δεν γουστάρει μίζερους και πολλά
Ταμπλό, ξαμολιέται αλήτικα με φεγγαρόφετες στα δόντια
Και αστραπόνυχα στα χέρια να ζωγραφίζουν καταιγίδες σε
Μοναδικό καμβά...





Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Ξεχασμένες πριγκίπισσες: 2. Η αγνώριστη Σταχτοπούτα


Άλλο ένα αταίριαστο γοβάκι
αστραφτερό και όμορφο
μα αταίριαστο όσο δεν πάει
η μία κακιά αδελφή με τ' όνομα Αχαριστία
την άλλη - την ακόμη χειρότερη -
τη λένε Αδιαφορία
κι οι δυο μαζί αφόρητα κακοσχεδιασμένες.

Πάλι το γοβάκι δεν ταίριαξε
πίσω στις στάχτες και στα κάρβουνα
πάλι πίσω στο από χρόνια σβησμένο τζάκι
που όμως ακόμη καπνίζει
και γεμίζει με γκρι κόκκους τα χέρια μου
το γκρι της ειρωνείας
σαν τη στάχτη που αφήνει η μεγάλη φωτιά του έρωτα
όταν σβήνει για πάντα.

Πάλι γινήκανε μεσάνυχτα
κι η στρογγυλή παραμυθένια άμαξα
έγινε κολοκύθα
πάλι το φόρεμά μου έγινε χίλιες δυο κουρελιάρικες κλωστές
πάλι ο πρίγκιπας μ' έχασε απ' τα μάτια του
κάπου εκεί στα εκατόν εικοσιδύο σκαλιά του κάστρου
πάλι κάποιο ύπουλο σχέδιο σκάρωσαν η Αχαριστία κι η Αδιαφορία
και το γοβάκι δεν μου ταίριαξε.

Πίσω με το χαλασμένο φτυαράκι μου
να συμμαζεύω τ' ασυμμάζευτα
και να προσμένω τα παλάτια
πίσω πάλι με την ανάμνηση ενός χορού
- ακόμη περιμένω -
τα πόδια σου που άγγιζαν τα γόνατά μου ελαφρά
- ακόμη περιμένω -
να τρεμοπαίζουν πάλι στα μάτια μου κάπου πίσω απ' τις στάχτες
πάλι προσμένω μεταμόρφωση
μπας και μ' ερωτευτείς.

Μπούκλες ολόμακρες και δυο μάτια μαύρα αμύγδαλα
- ακόμη περιμένω -
το σταχτοκόριτσο σε περιμένει
να εξορίσεις τη μητριά της
κι αν πάνω στο χορό κοίταξες λίγο πίσω απ' τη γαλάζια μεταμφίεση
τότε μπορείς
έστω και ως υπηρέτρια
τώρα να την αναγνωρίσεις
εκείνη εκεί η ασήμαντη πάλι σε περιμένει
να εξορίσεις όλα της τα βάσανα.

Άλλο ένα αταίριαστο γοβάκι
πάλι πίσω στην μοναξιά της στάχτης μου
- ακόμη περιμένω -
περιμένω να ξεχάσεις την επιφάνεια
τα διαμαντένια σκουλαρίκια
τα λευκά γάντια, τα καλοχτενισμένα μαλλιά
να θυμηθείς τα μάτια, το χαμόγελό μου
- πώς αλλιώς θα μ' αναγνωρίσεις
με τα κουρέλια τώρα; -
άλλος ένας χορός που πήγε στράφι
- ακόμη περιμένω -
προσμένω εσένα
το σωστό, το ταιριαστό γοβάκι
προσμένω να γίνει η στάχτη που χρόνια μαζεύω
φλόγα πελώρια κι έρωτας η μοναξιά
προσμένω εσένα
προσμένω έστω μια ακόμη μεταμφίεση
μπας και μ' ερωτευτείς
- ακόμη περιμένω -
προσμένω μια ακόμη μεταμφίεση
μπας και μ' αναγνωρίσεις.