Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Ναι, σε έχασα.



Ναι, σε έχασα
Κι ας προσευχόμουν κάθε μέρα να μείνεις κοντά μου
Κι ας κατάπινα με υπομονή τα ίδια μου τα δάκρυα
Κι ας μη μιλούσα για όσα με πείραζαν
Κι ας μην έδειχνα πόσο ζηλεύω
Κι ας προσπαθούσα να μη φανώ πιεστική
Κι ας αγαπούσα πιο πολύ απ' όσο μπορούσε ν'αντέξει η καρδιά μου
Ναι, σε έχασα.

Εδώ σε έχασα
Εδώ που σε βρήκα, εδώ είναι που σε έχασα
Βλέπεις, αγάπησα ένα σύννεφο
Ένα είδωλο, μια σκιά
Σαν την ωραία Ελένη του Ευριπίδη
Κι προσευχήθηκα πάνω απ' το ψωμί που έτρωγα
Και πάνω απ' το γάλα που έπινα
Να 'σαι γερός και όμορφος
Όπως σε πρωτογνώρισα
Κι ύστερα σώπαινα γιατί φοβόμουν
Μήπως σε χάσω
Κι όμως, σε έχασα.

Κι ύστερα τα συνηθισμένα
Άλλαξες εσύ, άλλαξα κι εγώ
Χαθήκαμε μεταξύ μας
Το παραμύθι μας πέταξε σ'άλλες παραλίες
Σ' άλλες θάλασσες, περισσότερο γαλάζιες
Ή ίσως χωρίστηκε στα δύο
Και δεν ήταν πια "μας"
Ήταν απλά ένα το δικό μου παραμύθι
Κι ένα το δικό σου, ολόδικό σου παραμύθι πια
Σε κάποια άλλη αγκαλιά
Σε κάποια άλλα μάτια
Σε δυο χέρια που δεν μοιάζουν στα δικά μου
Σε μιαν ακρογιαλιά που ταξιδεύεις πια χωρίς εμένα...

Και ναι, σε έχασα
Μου έλειπες, σε περίμενα ακόμα
Κι όλο σκεφτόμουν και θυμόμουν
Και θυμόμουν και σκεφτόμουν
Ώσπου έμαθα να ζω χωρίς εσένα
Και έπαψε να με πονάει τόσο πολύ
Η μαχαιριά της απουσίας σου
Συνήθισα να μην σε έχω στη ζωή μου
Ίσως μάλιστα αν έμπαινες ξαφνικά να με τρόμαζες
Κι αγάπησα τις μέρες γι'αυτό που ήταν
Και τις στιγμές γι'αυτά που έδωσαν
Κι εμάς γι'αυτό που είχαμε
Και τίποτα παραπάνω.

Κι ερωτεύτηκα τον έρωτά μας γι'αυτό που άντεξε
Μαζί με την αρχή
Αλλά και μαζί με το τέλος του
Λάτρεψα τα πράγματα που κάναμε μαζί
Ακριβώς γιατί τα κάναμε μαζί
Μα και με όλη την επίγνωση του τέλους τους
Με όλη τελικά την επίγνωση του χωρισμού μας
Τον οποίο κι αυτόν αγάπησα ακόμη
Με τον καιρό
Έγινε και τούτος κομμάτι της ιστορίας μας
Και τον χώρεσα κι αυτόν μες στην καρδιά μου.

Ναι, σε έχασα
Μα αυτό δεν θα 'πρεπε να με δυσαρεστεί
Γιατί δεν είναι βουβό:
Τη σιωπή μονάχα πρέπει να φοβόμαστε
Μα αυτό έχει μιλιά, έχει φωνή
Και στραγγαλίζει κάτι
Κάτι που 'ναι όμορφο
Μέσα απ' τα ασχημότερα βγαίνουν τα ομορφότερα:
Πως κάποτε σε είχα
Τούτο 'δω φωνάζει και χαμογελάει ως τα αυτιά:
Πως κάποτε σε είχα...

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Απόψε



Απόψε θα έρθω εκεί που κοιμάσαι
Να σε χαζεύω ν'αλλάζεις πλευρό
Και να σ'ακούω σιγανά ν' ανασαίνεις...

Απόψε θα έρθω εκεί που κοιμάσαι
Να σε σκεπάζω, μην κρυώσεις
Και να σε νιώθω να ονειρεύεσαι...

Απόψε θα έρθω εκεί που κοιμάσαι
Να σε αγγίξω, να σου ψιθυρίσω στ' αυτί
Και να ξαπλώσω στην άκρη του μονού σου κρεβατιού...

Απόψε θα έρθω να σου κάνω έρωτα
Όπως με ρώτησες σιγανά τότε - θυμάσαι;
Σε μια κατάφαση στηρίχτηκες και μ' έχεις κάνει τώρα κομμάτια...

Απόψε θα σε κάνω να με ξαναθυμηθείς
Θα φορέσω εκείνο τ'άρωμα που σε ζαλίζει
Εκείνο το κραγιόν που σε κάνει και τρελαίνεσαι...

Απόψε θα το μετανιώσεις που κοιμάσαι πια μόνος σου
Στη μονή σου ζωή
Δεν χωράνε λες δύο...

Κι όμως, στο μονό σου κρεβάτι
Χωράει λες κάποια σαν κι εμένα
Δεν μπορείς να τα 'χεις όλα καμάρι μου...

Κι απόψε θα 'ρθω πάλι με μια κατάφαση
Όπως τότε, που τη φώναζαν τα μάτια μου
Και θα σ'αφήσω πάλι να με "καταστρέψεις" γλυκά...

Απόψε θα 'ρθω εκεί που κοιμάσαι
Να σε πάρω αγκαλιά σαν παιδάκι
Να σου χαϊδέψω τα μαλλιά και να κάνω πάλι τόσο σωστά

το μεγαλύτερό μου λάθος... 

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Μοναξιές...



  Δεν είναι δα και κανένα μεγάλο θέμα. Κάποιες νύχτες μονάχα την πιάνουν τα παράπονά της. Όσα δεν μίλησε όταν έπρεπε, την πνίγουν τώρα σαν μαύρη κλωστή αμετάπειστη. Κι αν δεν μιλάει ούτε σήμερα, δεν σημαίνει πως δεν έχει τίποτα να πει. Και σήμερα θέλει να παραπονεθεί. Ίσως περισσότερο από ποτέ. Όσα περισσότερα καταφέρνεις, τόσο πιο άδικα σου φέρονται. Και τον αγαπάει τον εαυτό της. Σαν τα μάτια της τον προσέχει. Απλώς μερικές φορές τον μισεί κι όλας. Πίσω απ' αυτό το κουρασμένο χαμόγελό της, πίσω από αυτήν την κομματιασμένη υπομονή, πίσω από αυτά τα κατακερματισμένα όνειρα, πίσω απ' αυτή την ραγισμένη καρδιά, εκείνη αναπνέει. Μερικές μέρες ζει κι όλας, ή ίσως να ζει και πάντοτε. Προσπαθεί σαν τρελή, σαν τελευταίος επιζών από ατύχημα, σαν ναυαγός που καλείται να διαιωνίσει με πάντα τρόπο το είδος μας. Χαρά στο είδος θα μου πεις! Μα ας είναι. Κι όσο αυτή προσπαθεί, είναι σαν να κολυμπάει και να πνίγεται σε μια μικρή λίμνη, σαν να την τραβάει το νερό προς τα κάτω κι αυτή να μην μπορεί να ξεφύγει... Κι ύστερα ξαφνικά, με κάποιον μαγικό κι απρόσμενο τρόπο, είναι και πάλι στην επιφάνεια. Κι από τη μία ανακουφίζεται, από την άλλη φοβάται. Την αγαπάει ο Θεός, δεν την αφήνει να πάθει κακό, είπαν. Ο Θεός την αγαπάει, κανείς άλλος δεν το κάνει. Κι είναι δύσκολο να ζεις πιο μόνος κι απ' τους ναυαγούς. Μέσα στον δικό της κόσμο, εύχεται μερικές φορές να 'ταν τρελή. Ίσως και να 'ναι. Ποιος να τη συνετίσει; Πόσο δύσκολο είναι να ζεις χωρίς να σ'αγαπάει κανείς! Ψάχνεις διεξόδους μες στη μοναξιά σου, κάνεις κάθε τι που σε παρηγορεί, κάθε μέρα προσπαθείς να μην τα παρατήσεις, κάθε μέρα ψάχνεις γι' ανθρωπιά. Περνούν τα χρόνια και πάλι μόνη μένει. Ξένη, μέσα σ'ανθρώπους που ούτε τόσο δεν την καταλαβαίνουν, ούτε τόσο δεν την ξέρουν. Κι εκείνοι που κάποτε κάπως την ήξεραν, θα την ξέχασαν πια. Πόσα χρειάζεται πια; Πόσα ζήτησε; Πόσα έχει ανάγκη; Είναι τόσα πολλά, που κανείς δεν δύναται να της τα δώσει; Είναι τόσο δύσκολα; Κι όπως τα αναρωτιέται αυτά, κανείς δεν είναι εκεί για να της απαντήσει. Ούτε ο Θεός της, που τόσο λένε ότι την αγαπάει! Μονάχα μια σκιά είναι εκεί. Μια σκιά, που πάντα μπροστά της την έβρισκε. Όταν γελούσε,ερωτευόταν, όταν ήταν ευτυχισμένη, όταν έκανε έρωτα, όταν, όταν, όταν... Πάντα μπροστά της. Και τώρα τη συνήθισε και δεν μπορεί να κάνει μακριά της. Κι έτσι ζει. Γυρίζει τα κλειδιά στην πόρτα, βλέπει στο σπίτι ανθρώπους που δεν μιλάνε καν μαζί της - ποτέ τους δεν τα κατάφεραν να συνεννοηθούν. Και καμιά φορά όσο σίγουρος και να 'σαι πως δεν θα 'ναι κανείς περήφανος για 'σένα, πως κανείς δεν σ'αγαπάει, δεν ξέρω, ίσως έχεις μια μικρή ελπίδα μέσα σου πως δεν είναι έτσι. Κι όταν επιβεβαιώνεται η κατά τ' άλλα σιγουριά σου, νιώθεις στο στόμα σου μια γεύση τόσο πικρή, τόσο αταίριαστη, τόσο ανάρμοστη. Τη συνήθισε και την πικρή τη γεύση, μαζί με τη σκιά την συνήθισε κι αυτή. Όλα τα 'χει συνηθίσει. 
  "Πάντα φοβόμουν μην μείνω μόνη μου στη ζωή. Το 'λεγα σ' άτομα που αγάπησα και 'κείνα μου 'λεγαν για αισιοδοξία. Μα σ'όλα αυτά τα χρόνια, σ' όλη αυτή την άλογη αγωνία, δεν είχα καταλάβει κάτι: Ήδη ήμουν μόνη μου. Με τους γονείς μου ήμουν μόνη μου, με τ'αδέρφια μου ήμουν μόνη μου, με τους φίλους μου, μ'αυτούς κι αν ήμουν μόνη μου! Λίγοι ήταν οι άνθρωποι που μ'έκαναν να μην αισθάνομαι ξένη... Κι όσοι το 'καναν αυτό, στο τέλος μ'άφησαν κι αυτοί μονάχη μου. Στην κυριολεξία! Ίσως να μην ήμουν αυτό που είμαι αν δεν τα 'χα περάσει όλα αυτά. Μα ανταλλάζει κανείς μια ξεχωριστή ύπαρξη, για μια ωραιότερη ζωή; Ιδού το ερώτημα που μέχρι και σήμερα δεν δύναμαι να απαντήσω. Είναι λες και μερικοί άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπήσουν πια κανέναν, όχι γιατί έχουν ήδη αγαπήσει, μα γιατί έχουν χάσει αυτούς που κάποτε αγάπησαν. Οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο, δεν λένε; Κι αυτό θα έπρεπε να μας παρηγορεί; Ο Παράδεισος προϋποθέτει κι έναν θάνατο. Γιατί τίποτα αληθινό δεν αντέχει απλά να ζήσει; Στον αντίποδα τα ψεύτικα διαιωνίζουν διασκεδάζοντας το είδος τους και γελάνε όλα μαζί ειρωνικά σε 'μας τους ρομαντικούς. Και το αστείο είναι ότι δεν θα σταματήσει ποτέ τελικά να με πειράζει η μοναξιά. Τώρα δε που κατάλαβα πως ήδη τη βιώνω, πως δεν χρειάζεται να περιμένω να 'ρθει στην μετέπειτα ζωή μου, με τρομάζει ίσως ακόμη περισσότερο. Θα μπορούσαν να μ'αγαπήσουν μερικοί άνθρωποι. Θα μπορούσε να μ'αγαπάει περισσότερο η μαμά μου, ή ο άνθρωπος της ζωής μου, ή ... Δεν ξέρω ποιος άλλος, κάποιος θα μπορούσε να μ'αγαπάει περισσότερο. Φόβος; Όχι δεν φοβάμαι πια. Ούτε απογοητεύομαι. Μοναχά λυπάμαι. Πρώτα για τους άλλους, τους αχάριστους, τους άδικους, τους ασυγχώρητους που όμως εγώ συγχώρησα. Κι ύστερα λυπάμαι για 'μένα. Πιο πολύ απ' όλα λυπάμαι για 'μένα. Για τις στιγμές που δικαιούμουν και δεν έζησα, για τη στοργή που δικαιούμουν και δεν πήρα, για τα χρόνια που έχασα και για τα χρόνια που ακόμη χάνω. Για όλη την προσπάθεια που έκανα και πήγε στράφι. Κι ούτε οργή αισθάνομαι πια, για 'κείνα τα παιδιά που με κορόιδευαν, για όλους εκείνους τους φίλους που μ' έκαναν να κλάψω, για όλους εκείνους τους έρωτες που μου φέρθηκαν σκάρτα. Και τελικά ποιος δεν μου φέρθηκε έτσι; Όλοι σκάρτοι αποδείχθηκαν στη ζωή μου. Όλοι, όλοι, όλοι. Κι έτσι, άνθρωποι που ξέρεις γίνονται άνθρωποι που ήξερες. Άνθρωποι που αγαπάς γίνονται άνθρωποι που αγάπησες. Κι άλλοι πάλι μένουν άνθρωποι που αγαπάς, μα δεν μπορείς ούτε καν να τους προσέχεις, δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να μην πάθουν κακό, δεν μπορείς να τους προστατέψεις απ' τον κόσμο. Μετά από τόσα χρόνια γι'αυτά είναι που λυπάσαι κι όχι που δεν τους έχεις. Και δεν είμαι άλλη. Εγώ είμαι ακόμη. Εγώ, που γνωρίσατε. Κι αν όλα άλλαξαν κι αν όλοι άλλαξαν, εγώ έμεινα ίδια. Μετά από τόσο πόνο, θα ήταν άδικο να αλλάξω χαρακτήρα. Κι όσο περίεργο κι αν φαίνεται, ακόμη κλαίω τα βράδια. Ακόμη ονειρεύομαι μυστικά.. Ακόμη περιμένω ν'ανάψει το πράσινο για να περάσω τον δρόμο. Ακόμη πίνω τον καφέ μου σκέτο. Ακόμη φοβάμαι να περπατάω στην άκρη στο λιμάνι. Ακόμη κλαίω με τον "Τιτανικό". Ακόμη πηγαίνω μόνη μου στα ίδια μέρη κι ακούω την ησυχία. Ακόμη κάνω μία ώρα και τρία τέταρτα για να κοιμηθώ τη νύχτα. Ακόμη θέλω όσο τίποτα να κάνω οικογένεια. Ακόμη πιστεύω στην τύχη και στην ατυχία. Την δική μου ατυχία. Ακόμη υπερασπίζομαι άτομα που λατρεύω. Κι αν μου λείπουν κάποια πράγματα που είχα παλιά - η πίστη μου, η δύναμή μου, το αίμα μου - το παλεύω. Μάλλον έχυσε τόσο αίμα η καρδιά μου, που δεν έμεινε τίποτα άλλο. Ούτε τόσο, ίσα-ίσα να κάνω το όνειρό μου. Πάντως εγώ είμαι. Με όλα τα ελαττώματά μου. Ακόμη διακόπτω όταν μου μιλάνε. Ακόμη ζηλεύω. Ακόμη με παίρνει ο ύπνος καθώς στέλνω μηνύματα.  Ακόμη έχω παράπονα. Ακόμη έχω ανασφάλειες. Κι πάνω απ' όλα, ακόμη είμαι δυστυχισμένη. Ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος νιώθω πως είμαι κάποια βράδια. Κι αραδιάζω ανοησίες, όπως αυτά που λέω τώρα."
  Κι έτσι περνούν τα χρόνια. Βλέπετε, είναι άνθρωποι γύρω μας που κανείς δεν τους καταλαβαίνει. Ούτε κάτι απ' το μέσα τους, κάτι απ' τον σταυρό που σηκώνουν. Πόσο καιρό; Ούτε κι αυτοί θυμούνται. Μοιάζει σαν να 'ναι... Από πάντα. Ξένοι μέσα σε ξένους. Μόνοι μέσα σε μόνους. Πώς να αποποιηθείς της ταύτισης σ'αυτά που γράφεις, όταν φωνάζουν την αλήθεια; Μ' ένα παράπονο ζει, μ'έναν καημό. Που ό,τι κι αν κάνει, όσο κι αν προσπαθήσει, μόνη της δεν την πετυχαίνει την ευτυχία της. Πάλι γελάει, τα 'παμε αυτά, πάντα υπάρχει κάτι που μας κάνει να γελάμε. Μα η αληθινή χαρά δεν φαίνεται στο γέλιο της στιγμής. Ξέρετε πότε φαίνεται; Τα βράδια που γυρίζεις σπίτι σου, τις νύχτες που δεν σε παίρνει ο ύπνος. Τότε φαίνεται.

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Μα πέρασε...



Μου θυμίζεις τις μέρες που λαχταρούσα να δω τα μάτια σου
Μετρούσα ένα-ένα τα βήματά μου να φτάσω στο παγκάκι
Στην γωνιά μας
Μου θυμίζεις όλα εκείνα τα απογεύματα 
Που χαμογελούσα απλά γιατί σε είχα
Μου θυμίζεις όλα εκείνα τα καλοκαίρια που σ'ερωτευόμουνα
Απ' την αρχή
Μου θυμίζεις όλα εκείνα τα τηλέφωνα
Όλα εκείνα τα ξαναμμένα βράδια
Όλα εκείνα τα "σ'αγαπώ"
Μου τα θυμίζεις κι αυτά όπως όλα τα ψέματα που λένε οι άνθρωποι
Εσύ μου θυμίζεις ό,τι δυνατό πρόλαβα να ζήσω...

Και μ'όλη αυτή τη θύμηση
Δεν πέρασε εύκολα
Τίποτα δεν περνάει εύκολα
Μονάχα οι στιγμές.
Πόσο πολύ σ'αγάπησα εγώ
Και πόσο λίγο μ'αγάπησες εσύ
Πονάω τόσο που το λέω, καρδιά μου
Μ'όλη την ωριμότητα να καταλάβω
Πως δεν φταις εσύ
Κανείς δεν φταίει
Κανείς μας.
Μ'όλη την κατανόηση
Την περίσσεια μου κατανόηση που ανόητα πάντοτε έδειχνα
Κι υποτιμήθηκε
Όπως κι εγώ υποτιμήθηκα
Ο έρωτάς μου
Αυτός ο ακατάπαυστος, λαβωμένος έρωτας
Που δάκρυζε κι έβγαινε κατακόκκινο αίμα
Που αργότερα μου στέρησε ο Θεός μου...

Σ' έχασα μου 'παν κάποτε
Εξαιτίας της τεράστιας κατανόησης που σου 'δειξα
Τα γνωστά:
"Δεδομένη"
Ξέρεις τώρα...
Ίσως να σ'αγαπούσα υπερβολικά για να τ'αντέξεις
Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν προσπάθησα να το μετριάσω
Γιατί να χάσω χρόνο σε πράγματα ανέφικτα;
Σ'έχασα μου 'παν εξαιτίας της υπέρμετρης υπομονής μου
Της ικανότητάς μου να συγχωρώ τα πάντα
Του χαμόγελού μου όταν ήθελα να κλάψω 
Για να μην σε στενοχωρήσω
Της ανιδιοτέλειας
Που μου στέρησες τη χαρά να μιλήσω γι'αυτά που πέτυχα
Επειδή έπρεπε να με νοιάξουν εκείνα που εσύ απέτυχες
Όλα εκείνα που συνέβαιναν τη λάθος στιγμή
Σε λάθος περίοδο
Όλα εκείνα που τελικά αντί να στερεώσουν τη σχέση μας
Την κατέστρεψαν...

Δηλαδή σ' έχασα επειδή σ'αγάπησα όσο κανείς;
Αστείο δεν ακούγεται;

Δεν πέρασε εύκολα
Χωρίς τα δάκρυά σου δεν σε λυπάται κανένας
Μα και μ'αυτά αμφίβολο είναι
Διψάς και κανείς δεν έχει λίγο νερό
Σέρνεσαι και κανείς δεν έχει ένα χέρι
Ξαγρυπνάς και κανείς δεν έχει ένα νανούρισμα
Αγαπάς και κανείς δεν έχει ένα μαχαίρι
Να το τελειώσει όσο είναι καιρός...

Δεν πέρασε εύκολα λοιπόν
Κι αν επιβίωσα
Το οφείλω στην ανθρώπινή μου φύση που τόσο μισώ
Δεν είναι πως ο άνθρωπος τείνει προς την πρόοδο,όχι
Μονάχα δεν ξέρει πώς να πάψει να ζει ξαφνικά
Δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα
Ίσως είναι και για καλό
Το μόνο καλό...

Κι έτσι στο τέλος πάντα κάτι μας ξανακάνει και χαμογελάμε
Πάντα κάτι μας δίνει ζωή κι ελπίδα
Πάντα κάτι μας δείχνει τον δρόμο
Πάντα κάτι μας θυμίζει πως πρέπει να ζούμε
Το χρωστάμε σε 'μας...

Δεν πέρασε εύκολα
Μα πέρασε
Έτσι λέω τουλάχιστον.
Καλή αντάμωση...

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Και το κορίτσι μεγάλωσε...



Και το κορίτσι δάκρυσε 
Μα κανείς δεν κρατούσε τέτοιες ώρες μαντήλι
Μονάχα η αυγή το λυπήθηκε
Και άργησε κι άλλο να ξημερώσει

Κοιτούσε ψηλά 
Κι ύστερα κοίταζε στον καθρέφτη
Πόσο καιρό έκανε να το συνηθίσει
Πως ο καθρέφτης γράφεται με "φ" κι όχι με "υ"

Κι έβλεπε πως μεγάλωσε
Δεν είναι πια εκείνο το μικρό
Το ρομαντικό κορίτσι
Που περίμενε έναν πρίγκιπα για να την πάρει μακριά

Δεν πρόσμενε πια το άλλο της μισό
Εκείνο που θα νικούσε όλο τον κόσμο κι όλους τους συκοφάντες της
Και θα της προσέφερε τριαντάφυλλα κόκκινα
Και θα φόραγε μπλούζα ασορτί με τα παπούτσια της

Τα χρόνια περνούν σαν να βιάζονται μη χάσουνε το τρένο
Κι οι άνθρωποι όμως βιάζονται
Σαν είναι μικροί βιάζονται να μεγαλώσουν
Και σαν μεγαλώσουν τρέχουν για άλλα τόσα πολλά

Κι αυτή βιαζόταν
Μισούσε την αδυναμία της
Μισούσε τη μοναξιά της
Μισούσε όλον τον κόσμο κάποια εποχή

Κι ύστερα έμαθε ν'αγαπάει
Κι έτσι έπαψε να μισεί
Ακόμη κι εκείνους που τη μισούσαν
Τους συγχωρούσε κάθε μέρα όλους

Μικρή ήταν βέβαια ακόμη
Κι αν είχε κάποια εικόνα της αδικίας στον κόσμο
Τίποτα δεν ήξερε ακόμη
Απ' το "μεγαλείο" της

Κι αγάπησε
Αγάπησε να ζει όπως αυτή επέλεξε
Αγάπησε τον δικό της κόσμο
Τα βιβλία, τις μουσικές, τα ενθύμιά της

Αγάπησε τον έρωτα 
Το παρελθόν, τα χρόνια που πέρασαν 
Αγάπησε και τη μοναξιά ακόμη
Κάποια εποχή

Και τώρα αγαπάει
Όλα όσα αγάπησε τ'αγαπάει ακόμη
Και περισσότερα
Και περισσότερο

Κι αν λένε πως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός
Ίσως να είναι κι έτσι
Ίσως πάλι και κάθε μέρα αυτά που αγάπησες
Να σου λείπουν ακόμη περισσότερο

Και μεγαλώνει
Και μεγαλώνουμε
Και ίσως να ξεχνάμε, ίσως να θυμόμαστε
Ίσως να αγαπάμε, ίσως να ερωτευόμαστε

Γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι:
Αυτά που λένε πως δεν μπορούν να ζήσουν χώρια τους
Μετά από λίγα χρόνια τα θυμούνται και χαμογελούν
Μια χαρά λοιπόν ζουν και μακριά τους

Κι επιβιώνουμε
Πάντα επιβιώνουμε, ακόμη κι αν κάποια στιγμή
Νομίζαμε πως η καρδιά μας θα σπάσει 
Απ' τον πόνο

Κι όμως, τι πάθαμε;
Πάλι γελάσαμε
Πάντα κάτι θα μας κάνει να γελάμε
Πάντα κάτι θα μας δίνει δύναμη να ζούμε

Και το κορίτσι λοιπόν 
Που τόσο φοβόταν πάντα για το μέλλον
Για τα όνειρά του
Μεγάλωσε πια

Κι αν αγάπησε κάτι πολύ
Ήταν τα όνειρά της
Κι αυτά πάντα μας κάνουν να χαμογελάμε
Όσο "ακατόρθωτα" κι αν μοιάζουν να 'ναι

Μεγάλωσε 
Όπως μεγαλώνει κάθε σπουργίτι που 'χει πληγωθεί πολύ
Όπως μεγαλώνει κάθε δεντράκι που 'χει ξεριζωθεί κάμποσες φορές
Όπως μεγαλώνει κάθε κορίτσι που 'χει αγαπήσει πολύ

Κι αν άφησε πίσω κάποια πράγματα
Αν ποτέ δεν ξεκαθάρισε καταστάσεις που την πείραξαν πολύ
Για καλό το έκανε
Για ν'αποφύγει τη ρήξη και την αποστροφή

Κι αν δεν έχει και πολλούς να 'ναι περήφανη για 'κείνη
Ίσως κανέναν
Ξέρει πως είναι η ίδια περήφανη για όλους τους
Και χαμογελά γιατί στ' αλήθεια το χαίρεται που μεγάλωσε

Κι άφησε αστερόσκονη να πέσει στο κρεβάτι της
Για να γυαλίζει μια ζωή όπως στα δεκαπέντε της
Κι άφησε τα μαλλιά της μακριά για να θυμάται κάτι απ' τα καλοκαίρια της
Κι ήρθε επιτέλους η αυγή για να την καμαρώσει

Αυτοί λοιπόν είναι οι καλύτεροι φίλοι της
Αυτοί την αγαπούν 
Η αυγή, τ'αστέρια, τα όνειρά της
Αυτοί είναι που πάντα την σηκώνουν όταν πέφτει

Κι είναι αστείο:
Αυτά ακριβώς είναι που κάποτε
Άθελά της
Παραμέλησε

Αλλά, βλέπεις, έτσι είναι η αγάπη
Δεν κοιτάζει μήπως την παραμελήσεις ποτέ
Στο συγχωρεί κι αμέσως το ξεχνά
Δεν την νοιάζει και τόσο που μεγάλωσες πια

Μοναχά να 'σαι καλά την νοιάζει
Μοναχά να χαμογελάς
Ακόμα και μ' εκείνα που κάποτε έλεγες πως δεν θα ζούσες μακριά τους
Ακόμα και μ'αυτά που σε πονάνε μέχρι και σήμερα

Και το κορίτσι δάκρυσε
Μα κανείς δεν κρατούσε τέτοιες ώρες μαντήλι
Μονάχα η αυγή το λυπήθηκε
Και άργησε κι άλλο να ξημερώσει


Και το κορίτσι μεγάλωσε
Μα κανείς δεν κρατούσε τέτοιες ώρες λίγη αγάπη
Μονάχα τ'αστέρια το λυπήθηκαν
Κι έλαμψαν λίγο παραπάνω εκείνη τη νύχτα

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Τραγούδια, όταν τα χρόνια έχουν περάσει...

                           
Παίζουν τυφλόμυγα στο δρόμο τα παιδιά
κι είν οι μορφές τους τρομαγμένα περιστέρια
μου έδειχνες το Σείριο μια βραδιά
μα εγώ δεν είχα μάτια για άλλα αστέρια.

Τα χρόνια πέρασαν, περνάμε άλλη φάση
κι αν σε προσπέρασα, δεν σε έχω ξεπεράσει
όχι, δεν είναι η μοναξιά που με πειράζει
μόνο το βλέμμα ενός παιδιού που με κοιτάζει.

Πόσο σου μοιάζει, πόσο μου μοιάζει
Πόσο σου μοιάζει, πόσο μου μοιάζει.

Ποιον ξεναγείς απόψε στα άστρα του ουρανού σου;
Και με τα παραμύθια σου ποιον ξεγελάς;
Αυτά που τώρα τα θυμάσαι και γελάς
σου 'κλέβαν κάποτε τον ύπνο και το νου σου.

Τα χρόνια πέρασαν, περνάμε άλλη φάση
κι αν σε προσπέρασα, δεν σε έχω ξεπεράσει
όχι, δεν είναι η μοναξιά που με πειράζει
μόνο το βλέμμα ενός παιδιού που με κοιτάζει.

Πόσο σου μοιάζει, πόσο μου μοιάζει
Πόσο σου μοιάζει, πόσο μου μοιάζει...


                        

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Σύγκριση αναπόφευκτη



  Η αλήθεια είναι πως μαζί σου έμαθα τόσα περιπετειώδη, συναρπαστικά πράγματα! Έμαθα πώς γίνεται να ταξιδεύεις χωρίς να κουνιέσαι ούτε τόσο απ' τη θέση σου. Έμαθα πώς είναι να τρως παγωτό το χειμώνα, να μην παίρνεις μαζί σου ομπρέλα όταν κλαίνε τα σύννεφα, να αφουγκράζεσαι τη θάλασσα και να την αγαπάς, σαν να 'ναι τα όνειρά σου, να μισοβλέπεις τις ταινίες στο θερινό σινεμά, να σκας στα γέλια σε στιγμές που πρέπει να μείνεις πολύ πολύ ήσυχος κι ύστερα να το σκέφτεσαι όλο αυτό και να γελάς ακόμη περισσότερο, να κλαις από χαρά και να γελάς από τη λύπη. Περπατώντας με στις λεωφόρους, μου 'μαθες την ανοησία του να περιμένεις το φανάρι: Πριν ακόμη πατήσεις το πόδι σου στο πεζοδρόμιο, έχει ανάψει πάλι κόκκινο και τρέχεις. Εσύ μου 'μαθες να μη χάνω τόσα λεπτά απ' τη ζωή μου κάθε μέρα περιμένοντας! Και γυρίζοντας μαζί μου τα σοκάκια της συνοικίας μας, μου 'μαθες πώς είναι να τρέχεις να προλάβεις ένα λεωφορείο που σε αγνοεί επιδεικτικά. Τρέχεις ώσπου να το χάσεις από τα μάτια σου, ακόμη κι αν είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα το προλάβεις. Μα δεν σ'αγάπησα γι'αυτά που μου 'μαθες, ίσως γι'αυτά να σ' ερωτεύτηκα και να δέθηκα μαζί σου τόσο πολύ. Γιατί, όπως λένε, η μεγαλύτερη αγάπη είναι αυτή που την αισθάνεσαι χωρίς λόγο, έτσι απλά, τυχαία.
  Κι ήταν κάτι μέρες που ένιωθα την καρδιά μου να χτυπά τόσο δυνατά, φοβόμουν μήπως μου συμβεί κάτι, μήπως απ' την τόση ένταση δεν αντέξει πια και σταματήσει. Μα αυτή χτυπούσε δυνατότερα. Κι εγώ  χαλούσα τα μισά νυχτολούλουδα απ' την διπλανή πολυκατοικία - εκείνη με τα πράσινα κάγκελα - γιατί δεν μ' έπαιρνε ο ύπνος τα βράδια δίχως τη μυρωδιά τους. Κι ακόμη κι αν μου 'κλέβαν μπόλικο απ' το οξυγόνο μες στο δωμάτιο, ανέπνεα καλύτερα από ποτέ εκείνες τις μέρες. Μύριζε ο αέρας καλαμπόκι, όπως εκείνο που προσπερνούσαμε τα δειλινά στις βόλτες μας και ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον αν πεινάει. Φαινόταν ο ουρανός καταγάλανος, όπως η θάλασσα που με πετούσες τα μεσημέρια εκείνα του καλοκαιριού και εγώ τσίριζα, μα αντί να φύγω μακριά σου, πάλι από 'σένα κρατιόμουν. Πάντα: Εσύ με έριχνες να πνιγώ κι εγώ από 'σένα γύρευα να κρατηθώ. Πόσο αγαπούσα, μάτια μου, εκείνες τις μέρες!
  Μα ήταν και κάτι άλλες μέρες που η καρδιά μου χτυπούσε τόσο αργά, σαν χαλασμένο πικ-απ που κολλάει η βελόνα του. Κι εγώ πια δεν φοβόμουν μην δεν αντέξει απ' την ένταση, ούτε μη σταματήσει φοβόμουν. Απλά τη λυπόμουν, μαζί με 'μένα τη λυπόμουν. Θλίψη ένιωθα, ούτε οργή, ούτε μίσος, ούτε τίποτα. Απέραντη, ακατάσχετη, ατέρμονη θλίψη. Κι η μύτη μου γέμιζε αίμα κι ούτε την άντεχε τη μυρωδιά απ' τα νυχτολούλουδα. Έκλεινα τα παράθυρα, τα σφράγιζα και τα διπλοκλείδωνα, μην τυχόν τολμήσει κάτι να μ' ενοχλήσει. Ούτε ο ήλιος με το εκνευριστικό του φως, ούτε κι ο ουρανός με το ανυπόφορο γαλάζιο του. Κι όμως και πάλι, όλα σε θύμιζαν. Κι έσφιγγα με τα χέρια μου τ' αυτιά μου, να σταματήσει η φωνή σου ν' αντηχά. Και φώναζα πως σε μισώ, όχι γιατί το ένιωθα, μα μήπως και τ' ακούσει η μορφή σου κι εξαφανιστεί απ' το σπίτι μου. Και περνώντας δίπλα απ' τα καλαμπόκια ούτε σκεφτόμουν αν πεινάω κι αν έφαγα σήμερα κι αν έφαγα χθες κι από πότε έχω να φάω. Μόνο το χρέος του Θεού να σε φέρει πίσω σκεφτόμουν, τίποτα άλλο. Κι έχανα τα λεωφορεία ακόμη κι όταν με περίμεναν και περίμενα το φανάρι ακόμη κι όταν ήταν ήδη πράσινο. Κι έψαχνα το χέρι σου, ακόμη κι όταν μ' έπνιγες. 
  Και μετά τελείωναν κι αυτές οι μέρες και γύριζες, γύριζες πίσω σε 'μένα, κοντά μου. Κι έτρεχα να περιποιηθώ τον από καιρό παρατημένο εαυτό μου κι έτρωγα για να μη με μαλώνεις που τόσο καιρό το παραμέλησα κι ίσα που προλάβαινα να ζητήσω συγγνώμη απ' τα μωβ νυχτολούλουδα, που τώρα ακουμπούσα προσεκτικά στην στεγνή από αίμα μύτη μου. Και σε τάιζα την πανακότα που πάντα σ' άρεζε κι εσύ με πέταγες πάλι στη θάλασσα, για να τσιρίζω και να σε κυνηγάω μετά! Κι άνοιγα διάπλατα τα παραθυρόφυλλα, μην τυχόν και στερηθώ ούτε μια αχτίδα απ' τον πανέμορφο ήλιο.
  Πάντα έτσι ζούσαμε. Από καταβολής του κόσμου ερωτευμένοι. Παθιασμένοι, ανόητοι ίσως. Πάντα μαζί. Κι όταν χωριζόμασταν, ακόμη πιο μαζί.
  Τώρα κοιτάζω τα νυχτολούλουδα αδιάφορη: Δεν μ'ενοχλούν, μα ούτε και προσδοκώ τη μυρωδιά τους. Κι ίσως ακόμη να μπορούσα να πω πως με ενοχλεί λίγο ο θόρυβος όταν ακούω να φτιάχνονται τα καλαμπόκια. Κι αυτή η μυρωδιά τους... κάπως αλλιώτικη σαν να μου φαίνεται. Τώρα τα λεωφορεία δεν είναι και τόσο συναρπαστικά. Με το που τρέχω σταματάνε, σαν να κατανοούν με όλη τους τη συμβιβαστικότητα την καθυστέρησή μου. Και έχω χάσει τελικά πολλά λεπτά απ' τη ζωή μου περιμένοντας ν' ανάψει το πράσινο στο φανάρι: Φοβάμαι βλέπεις, έτοιμοι μοιάζουν όλοι να με πατήσουνε. Τώρα στη θάλασσα κανείς δεν με πειράζει. Θα 'πρεπε να χαίρομαι για την ελευθερία μου να αργήσω να μπω στο νερό όσο θέλω. Θα 'πρεπε να χαίρομαι γενικώς για την ελευθερία μου.
  Τώρα, βέβαια, ούτε κι η ελευθερία μοιάζει τελικά τόσο συναρπαστική. 

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Λίγες σταγόνες για την υστεροφημία



Κι όλα τα όνειρα που ανήκουν πια στο παρελθόν
-όπως να σ' έχω
να ξυπνώ μαζί σου 
να σε παντρευτώ-
τ' άφησα πίσω μου

Βλέπεις, ξέφυγες απ' τις Ερινύες
κι απ' την θανατοποινίτισσα συνείδησή σου
πώς θα μπορούσα να σε κατηγορήσω εγώ;
Πώς να μην γλυτώσεις από 'μένα;
Τ' άφησα λοιπόν όλα πίσω μου

Κι ίσως αν ήσουν λίγο λιγότερο ανόητος
να καταλάβαινες τη βασική επισήμανση
που υπογραμμίζει με κόκκινο τώρα η καρδιά μου:
δεν είναι πως σε έβαλα πάνω απ' τα όνειρά μου
είναι πως εσύ είσαι ό,τι ονειρεύτηκα

Έστω ήσουν. 

Μα τώρα όλα τα όνειρα που ανήκουν πια στο παρελθόν
-όπως να σ' έχω
να ξυπνώ μαζί σου
να σε παντρευτώ-
τα 'χω πια αφήσει πίσω μου

Άλλωστε να μην συγχωρείς κάποιον 
που έχεις για άνθρωπο 
όλης της πολυσήμαντης, μικρούλικης ζωής σου
είναι σαν την παρθενογέννηση στην Τέχνη:
απλά δεν γίνεται

Δύσκολο - αλήθεια - να κουβαλάς ένα όμορφο παρελθόν
σαν να 'σαι απόγονος κάποιου μεγάλου ονόματος
κάτοχος μιας τεράστιας κληρονομιάς
που δυστυχώς δεν θυμάσαι μονάχα εσύ:
το ξέρουν όλοι, όλοι θυμούνται αυτά που έζησες

Μα κάθε μνήμη αρχέγονη
είναι ένα όπλο για το αίμα που τρέχει απ' το μέλλον μας
κι αν το κρύψουμε καλά κάτω απ' τον κόρφο μας
εκεί που κάτι χτυπά αργά και σταθερά
ώσπου να πάψουμε ν' αναπνέουμε

Αν λέω το κρύψουμε καλά
ίσως και να μας χρησιμεύσει κάπου
ίσως - πού ξέρεις - και να μας φανεί πολύτιμο
ίσως και να μας λυπηθεί ο Θεός όταν φτάσουμε πάνω
και να μας μπάσει στον Παράδεισο

Γι'αυτό και γράφω και σβήνω και ξαναγράφω
για να φυλάξω κάπου την ομορφιά του κόσμου
γιατί υπάρχει ομορφιά στον κόσμο:
μόνο που λίγοι μπορούν και τη θυμούνται
και για να τη μεταβιβάσω στους δικούς μου απογόνους

Κι όταν ακουμπώ στο λευκό χαρτί
ξέρω πως το χέρι μου είναι προέκταση του θείου αισθήματος
του έρωτα
πιστός του φίλος όταν λιώνει μες στο πάθος
μα ακόμη πιο πιστός όταν σβήνει και προσπαθεί απελπισμένα να διασωθεί σε δέκα λέξεις

Γι'αυτό ό,τι έκανα κι ό,τι θα κάνω
ό,τι ονειρεύτηκα κι ό,τι τόλμησα
δεν είναι παρά μια προσπάθεια να διαιωνίσω κάποια ελπίδα:
εκείνη που 'χει το παρελθόν για τη συνέχισή του
κάτι να με θυμούνται τα παιδιά του αύριο και να ερωτεύονται

Γι'αυτό όσα έζησα κι ό,τι θυμάμαι
ό,τι προσπάθησα κι ό,τι κατάφερα
δεν είναι παρά συνεχείς απόπειρες κάτι απ' το φως να μείνει 
λίγες σταγόνες για την υστεροφημία μου
λίγο νερό για ν' αραιώσω το αίμα του μέλλοντος

Όλα τα υπόλοιπα τ' άφησα πίσω μου
Έτσι θα μ'άρεζε να ζω
Σαν από πάντα ερωτευμένη μ' όσα αξιώθηκα να κάνω
Σαν από πάντα ολόψυχα δοσμένη 
Σ' ό,τι θα μ' αξιώσει το είναι μου να ζήσω και στο μέλλον 

Κι όταν θα λέω για τα όνειρα που ανήκουν πια στο παρελθόν
-όπως να σ'είχα
να ξυπνούσα μαζί σου 
να σε παντρευόμουνα-
θα χαμογελώ που αν και τ' άφησα πίσω μου

Δεν υπέπεσα στο μεγαλύτερο του κόσμου λάθος:
να τα ξεχάσω
γιατί μονάχα τότε πεθαίνει αγάπη μου ο άνθρωπος:
όταν ξεχνιέται 
κι όταν ξεχνά

Κι έτσι, για λίγες μόνο ακόμη σταγόνες για την υστεροφημία μου
θα αποκάλυπτα με μεγάλη χαρά την μεγαλύτερή μου ανακάλυψη:
είναι ωραίο να αγαπιέσαι
γλυκό σαν μέλι!
Μα σαν το ν'αγαπάς δεν έχει

Κι όταν θα κλείσω πια τα μάτια μου
δεν θα 'μαι πάλι σίγουρη 
τι θα 'χω αφήσει να θυμούνται τα παιδιά μου
και τα παιδιά τους
και τα παιδιά των παιδιών τους

Μα η σιγουριά για το μέλλον
είναι σαν να μη συγχωρείς αυτόν που έχεις για άνθρωπό
όλης της πολυσήμαντης, μικρούλικης ζωής σου
είναι σαν την παρθενογέννηση στην τέχνη:
απλά δεν γίνεται


Γι'αυτό ό,τι έκανα κι ό,τι θα κάνω
ό,τι ονειρεύτηκα κι ό,τι τόλμησα
δεν είναι παρά μια προσπάθεια να διαιωνίσω κάποια ελπίδα:
εκείνη που 'χει το παρελθόν για τη συνέχισή του
κάτι να με θυμούνται τα παιδιά του αύριο και να ερωτεύονται

Γι'αυτό όσα έζησα κι ό,τι θυμάμαι
ό,τι προσπάθησα κι ό,τι κατάφερα
δεν είναι παρά συνεχείς απόπειρες κάτι απ' το φως να μείνει 
λίγες σταγόνες για την υστεροφημία μου
λίγο νερό για ν' αραιώσω το αίμα του μέλλοντος