Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Ύμνος για κάποια όμορφη



(...)

Αγάπη μου! Σκέψου τι όμορφη που είσαι
Λαμποκοπάς ολόκληρη κάτω απ' το φως που φέγγει
Τι κι αν είναι μια απλή λάμπα της γειτονιάς;
Εμείς θα κάνουμε πως είναι το φεγγάρι! 
Σκέψου τι όμορφη που είσαι...

Κι όταν τελειώνουμε στους δρόμους
Σαν τα σκυλιά με τ' ασυγκράτητο πάθος
Θα σβήνουν όλες οι λάμπες κι όλα τα φεγγάρια
Για να κρύψουν την υγρή μας γύμνια
Αγάπη μου! Σκέψου τι όμορφη που είσαι... 

Κι όταν ξυπνάς μέσα στα χέρια μου 
Ένα ιδρωμένο ξημέρωμα 
Αγάπη μου! Σου έχω πει πόσο όμορφη είσαι;
Αν πας ένα λεπτό να φέρεις δυο γουλιές νερό
Να ξεδιψάσω την ορμή μου, θα τ' ακούσεις πάλι... 

Τι κι αν το πάρκο μας δεν είναι παρά δυο χόρτα ξερά
Και πέντε ξεχασμένες πέτρες γεμάτες χώμα;
Τι κι αν το παγκάκι μας έχει μονάχα ένα ξύλο
Φαγωμένο απ' τα σκαλίσματα των ερωτευμένων ανά τους αιώνες;
Εμείς θα κάνουμε πως είναι ένα παλάτι, το κάστρο των εξάψεών μας...

Κι όταν μ'αγκαλιάζεις
Αχ, σου 'χω πει ποτέ πόσο όμορφη είσαι τότε;
Σκύβω κι αισθάνομαι την μυρωδιά των μαλλιών σου
Ολόμακρα, απαλά, σχεδόν μεταξένια
Αγαπημένα, σχεδόν όσο τα χέρια σου...

Για τα χέρια σου μη με ρωτάς καθόλου
Αυτά τα μικροκαμωμένα,παιδικά δάχτυλα
Πόσο γρήγορα μεταμορφώνονται σε ώριμα χέρια
Φορείς του πάθους σου
Στο στόμα, στο σώμα μου...

Κι ύστερα το ίδιο το σώμα σου στο σώμα μου
Ακόμη πιο όμορφο, πιο μαγικό
Πόσα ταξίδια έκανα
Κανένα σαν εκείνο πάνω στο τρανταγμένο κορμί σου
Να σου το ξαναπώ λοιπόν πόσο όμορφη είσαι;

Θα μπορούσα να μιλώ για 'σένα ώρες
Θα μπορούσα να μιλώ με 'σένα ώρες
Θα μπορούσα να ζω μαζί σου χρόνια
Αιώνες
Ζωές...

(...)

Αντ'αυτού ζω χώρια σου
Και μιλώ για 'σένα λίγο, κι αυτό από μέσα μου
Και μιλώ με 'σένα ακόμη λιγότερο, κι αυτό τόσο ανούσια
Και σ'αγαπάω, και πάλι μέσα μου
Και σε ζητάω, τόσες αμέτρητες φορές..

Κι αν ρωτήσεις ποιες φορές
Εύκολο να σου πω:
Τότε που οι ψηλές λάμπες
Είναι απλά λάμπες
Και δεν μοιάζουν με φεγγάρι...

Τότε που τα φαγωμένα παγκάκια
Είναι απλά άσχημα ξύλα
Και τα ξερά πάρκα
Δεν μοιάζουν ούτε τόσο με παλάτι
Τότε που οι εξάψεις έχουν σκοτωθεί από κάποια ρουτίνα...

Και προ παντός
Τότε που το ατάραχο σώμα μου
Είναι στεγνό και μόνο
Μόνο, κατάμονο και φυσικά μισό
Μισό, στεγνό και μόνο...

Τόσο τη θέλω μια υγρή
Μια ξαναμμένη στιγμή μαζί σου
Που σκαρφαλώνω στην αφόρητη λάμπα
Και την ανεβάζω στον ουρανό
Για να γίνει φεγγάρι, μπας κι έρθεις...

Τόσο σε θυμάμαι
Που ξηλώνω όλα τα παγκάκια
Και τα βάφω και τα  σουλουπώνω απ' την αρχή
Για να φτιάξω για 'σένα το πιο πανέμορφο παλάτι
Κι εκεί να σου ζητήσω να γίνεις γυναίκα μου...

Σε θέλω πλάι μου
Θέλω να σε παντρευτώ!
Σκέψου τι όμορφη που θα 'σαι
Με το λευκό σου νυχτικό
Στα σκαλοπάτια του μικρού μας παλατιού...

Μόνο σκέψου
Και δεν μπορεί, έτσι θα γυρίσεις κοντά μου
Θα μ'αγαπήσεις απ' την αρχή
Κι αν ποτέ δεν σου 'πα πόσο όμορφη είσαι
Είσαι πανέμορφη, στο λέω, αγάπη της ζωής μου...

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Γενικές κατηγορηματικές


Του πόθου τ' αγρίμι
Της αγάπης μαχαιριά
Του έρωτα σημάδι
Της καληνύχτας τα φιλιά
Των ματιών σου το χρώμα
Του χωρισμού η ώρα
Με γενικές εκφράζεται καλύτερα καμιά φορά η αγάπη.

Γιατί αυτή η ονομαστική μοιάζει τόσο άκαρδη
Και τόσο απρόσωπη, φτηνή
Σαν τις ψευτοπούδρες που 'χουν στα ψωρομάγαζα
Και με τι άλλη πτώση να πεις για την αγάπη σου;
Η κλητική προϋποθέτει κάποιον δέκτη.

Κι ύστερα γενικές κατηγορηματικές .
Όπως λέμε
Η κοπέλα είναι ασύγκριτης καλαισθησίας
Ή το λουλούδι είναι μυρωδιάς ονειρικής
Ή τα δάκρυα είναι αστέρευτου πόνου.

Κι ύστερα τίποτα.
Όταν σου αδειάζουν το μέσα από αισθήματα
Σώνεται το μελάνι σου
Μαζί με κάθε εγκαρτέρηση, κάθε προσμονή.

Κι ύστερα δημιουργείς καινούριες λέξεις
Σύνθετες, δικές σου
Πρώτο συνθετικό το μέσα σου
Και δεύτερο κάτι που σου 'ναι ξένο.
Πρώτο συνθετικό όσα έζησες
Και δεύτερο όσα δεν πρόφτασες να ζήσεις.

Και οι γενικές κατηγορηματικές δεν παύουν να σε προσδιορίζουν
Εσένα, το μέσα, το έξω σου
Ακόμη και τις σταγόνες που χύνουν τα μάτια σου.

Οι γενικές κατηγορηματικές δεν παύουν να σε εκφράζουν
Τα λόγια, τις σκέψεις, τις αμαρτίες σου
Τη ζωή, τον έρωτα, τον θάνατό σου...

Γιατί αν με ρωτήσεις να σου πω
Ολόκληρη η ιστορία του κόσμου αυτή είναι:
Γεννήθηκαν, ερωτεύτηκαν και πέθαναν.

Ποιος δύναται να δώσει καλύτερο ορισμό;
Όλη η ιστορία της ζωής μου αυτή είναι:
Γεννήθηκα, ερωτεύτηκα και πέθανα.

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Μου είπανε ν' αλλάξω όνειρο.


Από μικρή είχα ένα όνειρο
Να κάνω μια οικογένεια 
Και να 'χω τρία πανέξυπνα παιδάκια
Να τους μαθαίνω το σωστό και το λάθος
Το δίκαιο και το άδικο
Το όμορφο και το άσχημο.

-Γιατί ο κόσμος συχνά το μπερδεύει το όμορφο
Και ονομάζει εύκολα "άσχημο" 
Το διαφορετικό-

Από μικρή λοιπόν το ήθελα.
Μα φαίνεται πως αν υπάρχει Θεός
Αυτό είναι το έργο Του: 
Παρακολουθεί εκ του ασφαλούς τα όνειρα του καθενός μας
Και έτσι, χωρίς λόγο και ιδιαίτερη σκέψη
Ρίχνει μια με το αριστερό του χέρι
Και τα διαλύει. 

Μου είπανε ν' αλλάξω λοιπόν όνειρο. 
Μου είπανε ν' αποκτήσω κάτι πραγματοποιήσιμο για τα μέτρα μου
Μου είπαν να συμβιβαστώ, να προσαρμοστώ.
Κι είναι αλήθεια αστείο αν το σκεφτείς:
Ο συμβιβασμός είναι ακριβώς αυτό το πρώτο βήμα για την εγκατάλειψη του ονείρου.
Και πού μου λένε να προσαρμοστώ;
Πώς να προσαρμοστώ στο άδικο;

Από μικρή είχα ένα όνειρο
Μόνο και μόνο για να μεγαλώσω και να χρειαστεί να το αλλάξω
Κάτι, κάποιος, κάποια δύναμη ανώτερη
Να μου επιβάλει αυτή την καταναγκαστική μεταβολή
Που τόσο φοβόμουν
Που τόσο δεν μου αξίζει. 

Γι'αυτό μου είπανε ν' αλλάξω όνειρο. 
Μ'αγαπάνε, μάλλον, και μου το είπανε
Μα, αυτό είναι αγάπη;
Αλήθεια αναρωτιέμαι...
Να μου λένε να αποδεχθώ την ανικανότητα,
Την αδυναμία μου;

Κι αν κάποτε με στοίχειωνε απλά το "Φοβάμαι"
Τώρα η φράση που γράφει το κουρασμένο μου μέτωπο
Είναι χειρότερη:
"Δεν μπορώ"
Δεν μπορώ, δεν μπορώ, δεν μπορώ. 
Κι άντεξα να πονέσω για πολλά μέχρι τώρα
Μ' αυτό δεν ξέρω αν το αντέχει το μέτωπο,
Η καρδιά, το είναι, η ψυχή μου. 

Μου είπανε ν' αλλάξω όνειρο
Δεν μ'αγαπάνε, έτσι λέω εγώ
Κανείς δεν μ'αγαπάει εμένα
Το συνήθισα πια. 
Μα να μου λένε να μεταβάλω αυτό που πάντα ήθελα
Δεν το 'χω ακόμη συνηθίσει. 
Συνήθισα την απόρριψη
Συνήθισα αυτόν τον δείκτη του χεριού στραμμένο προς το μέρος μου
Συνήθισα την απώλεια
Συνήθισα ακόμη και τον φόβο. 
Μα να ζω χωρίς όνειρα
Πώς να το συνηθίσω; 

Όχι πως εθελοτυφλώ
Μακάρι να μπορούσα να εθελοτυφλήσω! 
Το ξέρω
Το ξέρω πως πια δεν μπορώ... 
Κι ούτε πια ψάχνω αιτίες.
Τόσο πολύ φοβήθηκα γι'αυτές
Που έμαθα να 'μαι ευγνώμων ακόμη και για την δυνατότητά μου
Ν' αναπνέω. 
Έμαθα να λέω "ευχαριστώ" απ' αυτόν τον Θεό
Που εγώ ονομάζω άδικο
Που μ'άφησε και μ'αφήνει να ζω
Να υπάρχω. 

Μα είναι φορές που σκέφτομαι πως ίσως να 'ταν καλύτερα
Να μην το έκανε. 
Γιατί ίσως είναι χειρότερο να ζεις χωρίς σκοπό
Από το να μη ζεις καθόλου. 
Κι αν απ' την άλλη πέθαινα
Ποιος θα λυπόταν;
Ποιος θα 'χυνε τα πολύτιμα δάκρυά του
Για μια ύπαρξη τόσο αδιάφορη;
Αν έγραφα ένα τελευταίο γράμμα πριν κλείσω τα μάτια μου
Αναρωτιέμαι αλήθεια, 
Θα έκανε κανείς τον κόπο να το διαβάσει;

Για όλα αυτά και γι' άλλα τόσα
Μου είπανε ν' αλλάξω όνειρο. 
Μα εγώ δεν το 'κανα
Κι ούτε έψαξα να βρω
Αν ήταν επειδή δεν μπορούσα 
Ή απλώς δεν το 'θελα. 
Άλλωστε τι σημασία έχουν όλα όσα θέλω και δεν μπορώ;
Αμελητέα, μπροστά στο όνειρο που θα μείνει όνειρο. 

Αν κάποιος κάποτε μ' αγαπούσε
Θα μπορούσα τώρα να κλάψω στην αγκαλιά του. 
Αν κάποιος κάποτε μ'αγαπούσε
Θα μπορούσε η καρδιά του να χωρέσει κάτι απ' τον πόνο μου. 
Αν κάποιος κάποτε μ'αγαπούσε 
Θα μου 'λεγε τώρα να ελπίζω καλύτερα σε ένα θαύμα
Παρά ν' αλλάξω όνειρο. 
Αν κάποιος κάποτε μ'αγαπούσε
Θα τα 'βαζε με τον Θεό για την τόση αδικία Του. 

Μα κανείς δεν μ'αγαπάει εμένα
Κι ούτε το θαύμα θα γίνει
Αφού το θαύμα της ζωής απέχει απ' τις δικές μου δυνατότητες. 
Από μικρή είχα ένα όνειρο
Και μεγάλη το ίδιο όνειρο έχω. 
Κι ακόμη κι αν μου πάρουν μακριά κάθε ικανότητα
Κάθε γόνιμη τριανταφυλλιά
Κάθε παιδικό καροτσάκι
Κανείς δεν θα μου πάρει αυτό το όνειρο
Αυτό το "θέλω"
Κι ας μείνει πάντα "θέλω"
Κι ας μείνει πάντα όνειρο...


Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Η συνέχεια της παύσης της ιστορίας μας...


Τα κάναμε θάλασσα, αλήθεια
Μα, τι πιο όμορφο απ'τα γαλανά νερά
Κι ας έχουν κύματα:
Χωρίς αυτά δεν θα 'χε αξία η νηνεμία...

Χάσαμε στην αγάπη, αλήθεια
Μα, τι νόημα θα 'χαν τα παιχνίδια
Αν δεν υπήρχαν οι ηττημένοι;
Χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχαν οι κανόνες...

Κάποιοι άνθρωποι στη ζωή σου
Είναι σαν εκείνα τα ρούχα που παρατάς στο δοκιμαστήριο
Τα φοράς για λίγο, τα κοιτάζεις, τα νιώθεις πάνω σου
Μα πολύ γρήγορα τα αποχωρίζεσαι...

Κι αν τα ρέστα μας ήταν μετρημένα στο ένα δάχτυλο
Τι πιο ανέμελο απ' το άδειο πορτοφόλι;
Μ' όσα ρούχα προλάβαμε και αγοράσαμε
Και μ' αυτά είμαστε πάντα χαρούμενοι...

Εσύ σαφώς ήσουν ομολογώ περίεργος
Ήρθες, έφυγες, ξανάρθες, ξανάφυγες
Χορτάσαμε πισωγυρίσματα και μεγάλα λόγια!
Στην αγάπη χρειάζονται πράγματα απλά...

Τα κάναμε όλα περίπλοκα, πράγματι
Ή μάλλον εσύ τα έκανες έτσι
Έτσι σε βόλευαν, για να μπορείς να φύγεις ύστερα
Ελαφρυμένος κάπως απ' τις ενοχές...

Μα η αλήθεια τόσο εύκολα δεν θάβεται
Ούτε με τις στάχτες, ούτε με τις υπεκφυγές σου
Κι αν δεν μιλάω, μην νομίζεις εσύ πως δεν ξέρω
Όλα τα ξέρω, μα κάνω τη χαζή...

Κάποιοι λοιπόν άνθρωποι στη ζωή σου
Είναι σαν τα ρούχα που παρατάς στο δοκιμαστήριο
Μα, κάποιοι άλλοι
Είναι σαν εκείνο το αγαπημένο τζιν σου...

Κι αν είναι αυτό άδικο
Ποιος είπε ποτέ πως δεν θα 'ταν;
Όλα τα ρούχα ποτέ κανείς δεν τ'αγόρασε
Όσα ρέστα και να 'χε στο καφετί πορτοφόλι του...

Κι αν εσύ στη ζωή μου
Ήσουν κάτι παραπάνω από φορεμένα στο σώμα μου ρούχα
Είναι που δεν σε πούλησα ποτέ
Είναι που δεν σε άλλαξα ποτέ μου σαν πουκάμισο...

Ίσως για 'σένα βέβαια
Να 'μουν αυτό ακριβώς το κουρελιασμένο πουκάμισο της πλάκας
Που το φοράς για ένα καλοκαίρι, άντε δυο
Κι ύστερα πέταμα...

Κι αν είναι άδικο κι αυτό ακόμη
Ποιος είπε ποτέ πως δεν θα 'ταν;
Έτσι που κείτομαι στο ξύλινό σου πάτωμα
Ξέρω το άδικο καλύτερα κι από το πρόσωπό μου...

Τα κάναμε όλα λάθος, μπορεί
Μα τι σημασία θα 'χε αν όλα γίνονταν σωστά;
Θα με βαριόσουν ίσως ακόμη γρηγορότερα!
Όχι πως γλίτωσα τώρα πολλά, πήρα απλώς μια μικρή παράταση...

Κι εσύ σαφώς ήσουν παιδάκι μου αλλόκοτος
Ήθελες, δεν ήθελες, ξανάθελες, ξανά δεν ήθελες
Χόρτασα, καμάρι μου, αμφιταλαντεύσεις και καφέδες μαζί σου!
Αν μ'αγαπούσες θα 'θελες πάντα να μ'έχεις κοντά...

Και η συνέχεια πάντα αναμενόμενη
Όσο προβλέψιμος έχεις καταντήσει τώρα πια κι εσύ
Εγώ θα γράψω δυο τρεις ανοησίες
Κι εσύ θα γεύεσαι του Ιούδα το φιλί...

Κι εγώ θα γράφω και θα γράφω
Και για τα ίδια τα φιλιά σου θα γράφω
Βέβαια, σαφώς, αδιαμφισβήτητα
Αν μ'αγαπούσες τώρα δεν θα 'γραφα τίποτα απ' όλα αυτά...

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Πάνε τώρα χρόνια...


Πάνε τώρα χρόνια που προσμένω να μου αφιερώσεις μια σου λέξη
Ή έστω μια τελεία, ένα ασήμαντο σημείο στίξης.
Πάνε τώρα χρόνια που γράφω την αγάπη μου 
Σε μια έγκλιση ευκτική επαναληπτική
Και περιμένω να τη διαβάσεις
Ελπίζοντας πως έτσι θα γυρίσεις.
Πάνε τώρα χρόνια που κλείνω το βράδυ τα μάτια μου
Και κατευθείαν βλέπω τα δικά σου μάτια.
Πάνε τώρα χρόνια που ξυπνάω το πρωί
Κι έχω το πρόσωπό σου πρώτη μου σκέψη κι επιθυμία.

Όταν σε γνώρισα ήμασταν απλά δυο παιδιά
Σ' ερωτεύτηκα
Στην αρχή στα ψέματα, για πλάκα
Δεν θέλω να σε παντρευτώ, σου έλεγα
Δεν θέλω μαζί σου να κάνω παιδιά
Και να 'χουμε ένα σπίτι με μια μεγάλη αυλή
Και να μαζευόμαστε κάθε Κυριακή να φάμε
Κι ύστερα η μύτη μου μεγάλωνε απ' το ψέμα!
Μα εσύ την λάτρευες τη μύτη μου
Την χάιδευες απαλά 
Όπως την χάιδευε η μαμά μου για να με πάρει ο ύπνος 
Όταν ήμουνα μικρή...
Όταν σε γνώρισα ήμασταν απλά δυο ανόητα παιδιά
Που 'μοιαζαν να περιμένουν για πολύ καιρό το ένα το άλλο
Δυο ζευγάρια από χέρια που ήταν φτιαγμένα για να ενωθούν.

Και τώρα μεγαλώσαμε...
Κάποιοι θα πουν πως πάψαμε να αγαπιόμαστε
Κάποιοι θα φανταστούν πως ξεχάσαμε ο ένας τον άλλον
Κάποιοι θα υποθέσουν πως δεν συναντιόμαστε...
Μα τι ανόητοι! 
Εμείς βρισκόμαστε κάθε βράδυ
Έχουμε το σταθερό μας ραντεβού
Κάποιες φορές αργά τη νύχτα
Κάποιες λίγο πιο νωρίς
Κλείνω τα μάτια μου για λίγο
Κι αμέσως εμφανίζεσαι!
Με σηκώνεις και με χορεύεις στο δωμάτιο
Στο μπαλκόνι
Στον ουρανό
Και χορεύουμε ως τα ξημερώματα
Εκείνο το τραγούδι που εδώ και χρόνια 
Εγώ ονομάζω "δικό μας"
Κι ας το ακούν τόσες χιλιάδες ακόμη ερωτευμένοι...

Πάνε τώρα χρόνια που χορεύω μαζί σου κάθε βράδυ...
Κανονικά δεν θα 'πρεπε να λέω πως μου λείπουν τα φιλιά σου
Γιατί τα γεύομαι κάθε νύχτα 
Όταν σκύβεις και ακουμπάς τη μύτη σου στη μύτη μου
Καθώς χορεύουμε
Κι ύστερα ενώνονται τα χείλη μας
Και τα χέρια μας που τόσο ταιριάζουν το ένα μέσα στ' άλλο
Και τα σώματα
Κι οι καρδιές μας.,.
Πάνε τώρα χρόνια που έτσι απλά
Με τον δικό μας τρόπο
Είμαστε ακόμη μαζί... 

Κι αν κάποιοι πουν πως πάψαμε να αγαπιόμαστε
Είναι που δεν έχουν κοιτάξει καλά μέσα στα μάτια μας
Κι αν κάποιοι φανταστούν πως ξεχάσαμε ο ένας τον άλλον
Είναι που δεν έχουν διαβάσει τα ποιήματά μου
Κι αν κάποιοι υποθέσουν πως δεν συναντιόμαστε
Είναι που δεν έχουν έρθει τις νύχτες στα όνειρά μου...

Πάνε τώρα χρόνια που όταν γυρνώ στην όμορφη πλατεία
Της συνοικίας που ζούμε
-Αυτή που σου 'πα τότε "Δεν θα την ξέρεις"
Και τι σύμπτωση! Έμενες κι εσύ εκεί...- 
Έχω το νου μου μήπως σε δω να περπατάς 
Για να σε χαιρετήσω 
-Θα είναι, βλέπεις, αγένεια να μην το κάνω
Μετά από τόσο χορό την προηγούμενη νύχτα...-
Πάνε τώρα χρόνια που είμαι τόσο ερωτευμένη μαζί σου
Μ' έναν έρωτα όπως εκείνους τους πρώτους μήνες
Ίσως και μεγαλύτερο
Μ' έναν έρωτα βέβαια απελπισμένο
Και κουρασμένο, υποδουλωμένο στην πιο ακατάσχετη απόγνωση
Ανυπεράσπιστο, λαβωμένο
Ίσως και χωρίς εκείνο το πρώτο πάθος του 
Μα με την ωριμότητα του απείρου...
Πάνε τώρα χρόνια που αγαπάω να με χορεύεις στο μπαλκόνι μου...
Κι ύστερα έρχονται κάτι ανόητοι να μου πουν
Πως μ' έχεις, τάχα, ξεχάσει... 

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

"Λαχταρώ"


Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και να 'μαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και να 'μαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και το 'να σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ό,τι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ό,τι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ό,τι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο,
Τον ακατάλυτο,
Τον ακατάσβεστο,
Τον μεταρσιωτικό,
Τον ψυχαναλυτικό,
Τον άνευ όρων, τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
Έρωτά μου για 'σένα. 

                Από τον Ποιητικό Μονόλογο "Crave" της Sarah Cane
                     


Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Θα μπορούσα να σε μισώ...



Θα μπορούσα να σε μισώ
Γιατί κάθε φορά που σε κοιτάζει λάμπει
Όσο μαζί μου δεν έλαμψε ποτέ.
Θα μπορούσα να σε μισώ
Γιατί ιδρώνει όταν του λες ένα "γεια"
Περιμένει υπομονετικά να ακούσει μια σου λέξη
Έναν φθόγγο βγαλμένο από τα χείλη σου
Αυτά τα χείλη σου που τόσο λαχταρά
Όσο τα δικά μου δεν τα λαχτάρησε ούτε στα πρώτα χρόνια.
Θα μπορούσα να σε μισώ
Γιατί τον κάνεις πάντα να γελάει
Του δίνεις το έναυσμα να ονειρεύεται
Και μες στα όνειρά του αυτά έχει κι εσένα
Εκεί που εμένα δεν μ' είχε ούτε όταν με πρωτογνώρισε.
Θα μπορούσα να σε μισώ
Όχι γιατί είσαι όμορφη
Μα γιατί είναι εκείνος πιο όμορφος από ποτέ
Όταν είναι πλάι σου
Με μάτια που λάμπουν
Και με μια καρδιά γεμάτη
Τόσο γεμάτη όσο δεν ξανά ήταν ποτέ
Τόσα χρόνια πια που τον ξέρω...

Θα μπορούσα να σε μισώ
Μα προτιμώ να σ' ευχαριστήσω
Γιατί εκείνος σ' έκανε να 'σαι το υπέρτατο αγαθό
Κι εσύ για αντάλλαγμα τον έκανες ευτυχισμένο
Γιατί εκείνος σου 'δωσε όσα τόσο καιρό κρατούσε
Σου 'πε όσα για χρόνια είχε μέσα του
Σου άνοιξε όσα αισθήματα είχε καλά κρυμμένα
Από όλους εμάς τους κοινούς θνητούς
Που 'χουμε, ξέρεις, αισθήματα
Και ζηλεύουμε
Και απελπιζόμαστε
Κι αγαπάμε
Κι ύστερα αγαπάμε περισσότερο
Κι ακόμη περισσότερο
Γιατί όταν αγαπάς κι υποφέρεις αυτό κάνεις:
Αγαπάς περισσότερο.
Γι'αυτό και σ'αγαπάει μάλλον τόσο
Σε περιμένει καιρό τώρα
Και τραγουδάει και κλαίει και υπάρχει για 'σένα
Κι εσύ για αντάλλαγμα υπάρχεις στον κόσμο
Έτσι αισθάνεται...

Θα μπορούσα να σε μισώ
Γιατί έχεις τον καλύτερο ρόλο σε ένα έργο,
Σε μια ζωή όπου τόσο προσπάθησα να τρυπώσω
Μα δεν το κάνω
Γιατί αντ' αυτού σ'ευχαριστώ
Που του 'δωσες λίγη χαρά
Την δική σου χαρά
Και τώρα ζεις μες στο μυαλό του
Σαν να μην γνώρισε ποτέ κανέναν άλλον
Σαν να 'σουν εσύ η αρχή και το τέλος
Κι όλο το ενδιάμεσο
Σαν να 'μεινες μαζί του
Σαν να τον αγάπησες ποτέ
Σαν να 'σαι ο άνθρωπός του...

Θα μπορούσα να του θυμώσω
Μα τόσο που λάμπει όταν μιλά για 'σένα
Δεν μπορώ να το κάνω... 

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Απόψε που όλα με περιμένουνε...



  Απόψε όλα περιμένουν εμένα για να κλείσουνε τα μάτια τους. Ακόμη και τ' αστέρια καθυστερούν να σβήσουν κι έτσι φαίνονται ολοκάθαρα. Οι δρόμοι άδειοι, τους περπατώ και τραγουδάω δυνατά, τώρα που κανένας δεν με βλέπει. Δυο τρία αμάξια μονάχα πέρασαν κι αυτά κατά λάθος: Κάτι θα ξέχασαν, κανένα κρασί στο ψυγείο, ίσως ένα κραγιόν, ίσως κάποια ξεχασμένη ευτυχία. Κι εγώ συνεχίζω να περπατώ και να περπατώ, και τελικά - μέσα στην τόση ερημιά - συναντώ πολλούς. Ίσως να τους προσέχω ακριβώς εξαιτίας αυτής της ερημιάς. Βλέπω λοιπόν δυο σκυλιά που κυνηγιούνται, δυο λουλούδια που φλερτάρουν, δυο πουλιά που αφουγκράζονται την ησυχία, δυο δέντρα που γέρνουν απαλά το ένα πάνω στο άλλο. Και μέσα σ' όλα αυτά τα επίγεια, που αλλιώς ίσως να μην τα 'χα καν προσέξει, ξαφνικά νιώθω πιο μόνη από πριν: Ανάμεσα σ' όλα αυτά τα "δύο", είναι φανερό πως στη δική μου περίπτωση κάτι λείπει. Προσπερνώ όμως, γιατί τέτοιοι συλλογισμοί δεν ταιριάζουν τέτοιες ώρες στο ταλαιπωρημένο μου μυαλό, και φτάνω σε μια άλλη οδό. Εκεί λοιπόν ένα αυτοκίνητο, μικροκαμωμένο, μαύρο - ή γκριζωπό, δεν είμαι τώρα σίγουρη - αναβοσβήνει τα πορτοκαλί φώτα του με επιμονή. Σαν να φωνάζει κάτι, σαν να περιμένει κάποιον να το προσέξει. Επιτέλους λοιπόν, βλέπω κάτι που είναι "ένα"... Το πλησιάζω, μα η πρόσκαιρη ανακούφισή μου αναχαιτίζεται σύντομα, καθώς βλέπω μια μακριά κοτσίδα από κοκκινωπά μαλλιά και πάνω τους να στέκει - σχεδόν μετέωρο - ένα ζευγάρι ανδρικά χέρια. Στιγμή πάθους, αποχαιρετισμού, ποιος ξέρει; Έτσι κι αλλιώς δεν απέχουν και πολύ αυτές οι δύο φαινομενικά αντίθετες καταστάσεις, ειδικά μέσα σ' ένα μικροκαμωμένο, στριμωγμένο μαύρο ή τέλος πάντων γκριζωπό αυτοκίνητο. Προσπερνώ και το αυτοκίνητο και πλησιάζω σπίτι. Πριν στρίψω στη γωνία για το σπίτι μου, στέκομαι πάντα λίγο και κοιτώ το δρόμο, την πολυκατοικία, έναν καθρέφτη που 'χουν καρφώσει στον τοίχο απέναντι (ποτέ δεν μπόρεσα να το ερμηνεύσω, το μόνο που σκέφτομαι είναι πως κάποιος κάποτε θέλησε να στέκεται απέναντι και να μπορεί να βλέπει μέσα απ' τον καθρέφτη τι γίνεται στον δρόμο που υψώνεται προς τα πάνω! Γιατί όμως απλά, δεν στάθηκε μπροστά στο δρόμο, εκεί καταρρίπτεται η εξήγησή μου και απλά κοιτάζω τον εαυτό μου και φτιάχνω τα μαλλιά μου που πετάνε.). Ένα αυτοκίνητο,  παλιό και βραδυκίνητο, περνάει και γεμίζει τα πρασινωπά φύλλα του κτηρίου με σκόνη. Σκέφτομαι πάλι το ίδιο, πως θα ξέχασαν οι ηλικιωμένοι κάτοχοί του κανένα κρασί στο ψυγείο, ή ίσως ένα κραγιόν, ίσως κάποια ξεχασμένη ευτυχία. Κι έπειτα στρίβω για το σπίτι μου, βγάζω τα παπούτσια μου ήδη από το ασανσέρ και ψάχνω νευρικά τα κλειδιά μου. Ποτέ δεν τα βρίσκω εύκολα, ίσως γιατί είναι απογυμνωμένα και καχεκτικά, χωρίς κανένα μπρελόκ, κάποιο μικροσκοπικό αρκουδάκι ή κάτι τέτοιο. Μα δεν πιστεύω να πειράζει, γιατί κι αυτά είναι δύο μαζί, ένα για την είσοδο και ένα για το σπίτι. Φαντάζομαι ότι όσοι ζουν σε μονοκατοικία θα 'χουν ένα κλειδί, εκτός κι αν έχουν κάποια εξωτερική πόρτα, μα και πάλι, αυτές συνήθως δεν κλειδώνουν με τέτοια κλειδιά, παρά μονάχα μ' έναν ψευτοσύρτη. Μπαίνω στο σπίτι, πατώ στα κενά από τα χωρίσματα στα λευκά πλακάκια, γυρνώ το νερό στο καφτό και βγάζω τα ρούχα μου. Κάποτε μ' έπνιγε το τόσο καυτό νερό, τώρα με χαλαρώνει. Ίσως γιατί έχω τόσα άλλα να με πνίγουν. Κι ύστερα ξαπλώνω και κάνω την δυσκολότερη δουλειά όλης της μέρας: Επιχειρώ να αδειάσω το μυαλό μου. Η απόπειρα βέβαια αυτή, πρέπει να το πω αυτό, είναι ατελέσφορη. Σχεδόν πάντα. Τι σχεδόν δηλαδή; Πάντα. Μα ίσως μια μέρα με πολλή υπομονή να το καταφέρω. Μετά κοιτάζω μια τελευταία φορά το νεκρό τηλέφωνο, κοιτάζω το ρολόι και πάλι το τηλέφωνο και ξανά το ρολόι. Οι άνθρωποι που κοιμούνται λίγο ανακαλύπτουν πως όταν δεν κοιμάσαι, δεν ζεις τίποτα πιο ενδιαφέρον από αυτούς που κοιμούνται! Μη σου πω, αυτοί μπορεί να δουν και κανένα όνειρο, που σίγουρα θα 'ναι πιο περιπετειώδες από το "τικ-τακ" ενός πορτοκαλί ρολογιού!
  Απόψε λοιπόν όλα περιμένουνε εμένα για να κλείσουνε επιτέλους τα μάτια τους. Ακόμη και η Παναγία στην εικόνα πάνω απ' το άκαρδο κρεβάτι μου με κοιτάζει πιο επίμονα από άλλες νύχτες. Κι εγώ αισθάνομαι ενοχές που τα κρατάω όλα ξύπνια εξαιτίας της δικής μου ξαγρύπνιας, μα δεν τους το ζήτησα εγώ! Εγώ από έναν ζήτησα να με περιμένει κι εκείνος δεν το 'κανε. Τι χρωστάω λοιπόν να απολογούμαι στα αστέρια; Ας λάμψουν κι αυτά μια νύχτα, ας νικήσουνε τα θολά σύννεφα! Και χάρη τους κάνω λέω εγώ! Κι όλα τα "δύο" της γειτονιάς, όλα τα "δύο" του κόσμου, όλοι όσοι ξέχασαν κάποιο κρασί στο ψυγείο, ή ένα κραγιόν, ή μια παρατημένη ευτυχία, όλοι με περιμένουν και με κοιτάζουν με την ίδια επιμονή. Μα εγώ δεν έχω ταίρι και δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια και να κοιμηθώ. Θα πρέπει να περιμένουν λίγο ακόμη. Εγώ το κρασί μου δεν προλαβαίνω να το βάλω στο ψυγείο και γι' άλλη μέρα - στάλα δεν σώνεται -, το κόκκινο κραγιόν το 'χω πάντα μαζί μου... Στην ευτυχία λίγο τα χαλάμε, μα η δική μου δεν είναι παρατημένη. Εξαφανισμένη είναι εδώ και μερικά χρόνια. Άρα δικαιολογούμαι.
  Απόψε που όλα με περιμένουνε, κι ας μην είδα αστέρι να πέφτει - κανένα, φαίνεται, δεν τολμάει να ξεκολλήσει απ' την μπλε παλέτα και να πέσει στην άσχημη γη -, κάνω μια ευχή, κι ας μην σώσει ποτέ της να γίνει. Κι ύστερα κλείνω τα μάτια μου, κάνοντας τη χάρη όλων αυτών των αδιάκριτων "δύο" που 'χουν τα μάτια κολλημένα πάνω μου, και έχω κι εγώ δικαίωμα να ονειρευτώ. Μπορεί να μη με περίμενες, να μην ήπιες μαζί μου το κρασί, να μην έβγαλες με τον τρόπο σου το κόκκινο κραγιόν μου, κι ακόμη μπορεί να μην μου βρήκες τη χαμένη μου ευτυχία, μπορεί να έφυγες και να 'σαι τώρα ποιος ξέρει πόσα χιλιόμετρα μακριά, μα να σ' ονειρευτώ νομίζω πως ακόμη το μπορώ... 

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Πάντα τον καφέ μου τον έπινα σκέτο



Πάντα τον καφέ μου τον έπινα σκέτο
Δοκίμαζα την γλύκα του μέσα απ' την πίκρα που οι άλλοι έβλεπαν
Και γλείφοντας τα χείλια μου την έκανα δική μου
Και χάριζα στους δίπλα μου όση ζάχαρη μου έφερναν.

Αν αυτό που θες είναι κάτι να σε γλυκάνει, έλεγα,
Μην παίρνεις καφέ: Φάε καλύτερα μια πάστα!
Τι το θέλεις το γάλα, πώς σ'αρέσουν οι άσπροι κόκκοι της ζάχαρης;
Αν την απόλαυση την ψάχνεις στον καφέ, τότε μάτια μου βράσ'τα! 

Πάντα τον καφέ μου τον έπινα σκέτο
Έβλεπα το χρώμα του σκούρο, σχεδόν μαύρο
Κι ήξερα τι αγόρασα και τι πληρώνω!
Είχα μυαλό, δεν περίμενα τη γλύκα στο ποτήρι να 'βρω! 

Και καθώς κατάπινα το φαρμακερό νερό του
Μ'άρεζε να αισθάνομαι πως υπάρχουν πίκρες στον κόσμο μεγαλύτερες
Μ'άρεζε να 'ναι μαύρο το ποτήρι
Να ξέρω πως απ'τις δικές μου, υπάρχουν στενοχώριες ακόμη βαθύτερες. 

Πάντα τον καφέ μου τον έπινα σκέτο
Έτσι έμαθα κι έτσι συνήθισα κι έτσι μ'αρέσει
Μέσα απ' την πίκρα του έβγαινε η πιο ασύλληπτη γλύκα
Για 'μας που στη ζωή μας έχουμε πονέσει. 

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Έτσι λέει...



  Τελευταία το μυαλό της κουράστηκε κάπως. Όταν μιλάει, λέει δυνατά το κόμμα και την τελεία, για να 'ναι σίγουρη πως δεν θα παρεξηγηθούν τα λόγια της. Αλλά όσα κόμματα και να βάλεις ανάμεσα απ' τις λέξεις, το "Ακόμα σε σκέφτομαι, μου λείπεις ακόμα" δεν αλλάζει. Το "Σ'αγαπάω" δεν αλλοιώνεται, το "Γύρνα σε 'μένα" δεν φθείρεται ούτε τόσο. Μάλλον έχει αποκτήσει κακές "συνήθειες" και είναι τώρα δύσκολο να τις αλλάξει: Συνήθισε να εξωραΐζει τις στιγμές που κάποτε έζησε, να εξιδανικεύει το παρελθόν της, να ζει γι'αυτό. Και τώρα πώς ν' αλλάξει; Αυτό φαντάζει δυσκολότερο. Μόνο μια διάρρηξη υφίσταται το παρόν της: Κάποια μικρά παραθυράκια, για να παίρνει οξυγόνο και να μην ασφυκτιά στον κλοιό της μοναξιάς. Το ξέρει πως έχει φτάσει εδώ και καιρό το πλήρωμα του χρόνου, το γνωρίζει πως πέρασαν τα χρόνια, όπως τελειώνουν οι καραμέλες απ' τη χούφτα ενός παιδιού. Τόσο απλά, τόσο γρήγορα. Και αυτή είναι ακόμη εδώ... Γιατί; Ούτε κι αυτή το ξέρει πια. Το "μπορώ" και το "θέλω" είναι πολύ κοντά, σχεδόν όσο η λέξη "ευτυχία" με την λέξη "τύχη". Δεν ήθελε λοιπόν; Δεν μπόρεσε; Τι σημασία έχει; Οι καραμέλες τέλειωσαν κι η χούφτα είναι άδεια...
  Κι όμως, εκείνη περιμένει στο ίδιο σημείο, αμετακίνητη. Κι αν τα λόγια της συχνά παρεξηγούνται - αν τα ίδια αυτά που αισθάνεται παρεξηγούνται - αν οι προθέσεις της φαντάζουν ανόητες, δεν την νοιάζει και τόσο. Κι είναι η μόνη που εκτός απ' τα αβγά, βάφει και τη ζωή της. Ατέλειωτο κόκκινο, μπας και καλύψει τη μονότονη - σχεδόν εκνευριστική - λευκότητα. Ξέρει, βέβαια, πως είναι απλή μπογιά. Πως θα ξεβάψει, όπως ξεφτίζει μέχρι κι η αγάπη - κι ας άργησε να το παραδεχτεί. Μα, ό,τι μπορείς να καλύψεις, λένε, κάν' το. Ας είναι για λίγο. Πόσα κόμματα λοιπόν να βάλεις στο "Μ'αγάπησες πολύ λίγο", για να μην είναι τόσο πικρό; Και πόσες τελείες για να αποτυπώσεις την μεγαλύτερη και παρατεταμένη της μέχρι τώρα ζωής σου παύση;
  "Σ'αγαπάω, έτσι λέω εγώ. Κι αποποιούμαι κάθε ταύτιση κι έχω το ελεύθερο να γράφω ό,τι θέλω. Λέω, λοιπόν, πως είμαι η πιο τρελή, η πιο ανόητη κοπέλα που υπάρχει, κολλημένη μέχρι τελικής πτώσεως, αξιοθρήνητη, παρανοϊκή, με μια εμμονή που 'χει αναχθεί σε αυτοσκοπό, σίγουρα κουραστική και γραφικότατη και δεν ξέρω αν ποτέ θα "συμμορφωθώ", μα, δεν υπάρχει μέρα που να σ'αγαπάω λιγότερο. Έτσι λέω εγώ. Πως τίποτα δεν ζητάω, τίποτα δεν περιμένω, τίποτα δεν ελπίζω, αλλά μιλώ και βάζω και κόμμα και τελεία και το γράφω και σε χαρτί αν θες, πως σ'αγαπάω."
  Όταν ακουμπάει κάποιος τα μαλλιά της, αποτραβιέται και κλείνει τα μάτια για να μην της έρθει κάτι παλιό στο μυαλό: Πολύ αργά. Άλλαξε, της λένε, άλλαξαν κι αυτά που αισθάνεται. Μα τίποτα δεν άλλαξε, απλά έπαψε να μιλά για αυτά. Αρνείται να επαναλάβει τα ίδια για πολλοστή φορά. Κι έτσι βάζει όλα τα κόμματα κι όλες τις πικρές τελείες της μέσα στο μυαλό της και τις αρχειοθετεί ξανά και ξανά. Βάζει σε σειρά τα γεγονότα, λες και θ' αλλάξουν ή θα ξανασυμβούν. Κάθε κόμμα και μια παύση, καθόλου οριστική κι ίσως μάλιστα βραχύχρονη, κάθε τελεία κι ένα τέλος απροσδόκητο. Μα σε μια ιστορία, πάρτε για παράδειγμα ένα παραμύθι, μπορεί οι τελείες να 'ναι πολλές, μα η οριστική, η αμετάκλητη είναι μία. Σ'εκείνη την τελευταία πρόταση. Και, δυστυχώς, σε μερικές ιστορίες αυτή πρόταση απέχει λίγο απ' την "Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα"...
  "Το ξέρω ότι τελειώσαμε για πάντα, ολοκληρωτικά - πιο ολοκληρωτικά δεν γίνεται! - το ξέρω πως οι ψυχές μας δεν είναι γραφτό να είναι μαζί, το ξέρω πως η δική μας οριστική τελεία έχει από καιρό γραφεί. Κι άλλα τόσα ξέρω, κυρίως αυτά που αισθάνομαι. Μακάρι, στ' αλήθεια μακάρι, να μην χρειαζόταν όλη αυτή η ανόητη σοφία. Να μην υπήρχε. Μακάρι να μην υπήρχε η τελεία μας. Μακάρι να μην ήμουν τόσο ανιαρά ερωτευμένη, μ' έναν έρωτα που ίσως να μην έχει εκείνη τη φλόγα του πάθους, μα σίγουρα διαρκεί περισσότερο απ' όσο είχαμε φανταστεί... Ξεπερνώ πια και τις δικές μου προσδοκίες, μα δυσκολεύομαι να αισθανθώ περήφανη για τον εαυτό μου. Φαίνεται το πράγμα με την δική μου την αγάπη, έτσι λέω εγώ. Ποτέ δεν θα σε ξεπεράσω ούτε τόσο."
  Κι ύστερα γυρίζει σπίτι. Βγάζει το φόρεμα, πετάει τα παπούτσια της, καίγεται κάτω απ' το νερό στο ντουζ, βγαίνει στο πλατύ μπαλκόνι και κάθεται ώσπου οι σκέψεις της να την εγκαταλείψουν. Προς το παρόν βέβαια. Αυτή η εγκατάλειψη είναι πάντα εφήμερη. Όπως ακριβώς οι λίγοι ενθουσιασμοί που κατάφερε να 'χει! Κι έτσι ζει, πάντα. Το εντυπωσιακό είναι το πόσο περιορίζεται ο πόνος. Συνήθισε πια, τι να πονέσει; Σ'αγαπάει, έτσι λέει. Και της λείπεις, πολύ. Έτσι λέει... 

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Ίσως τις μέλισσες!



Τώρα που 'μαστε κι οι δυο δυστυχισμένοι
Θυμάμαι εκείνο το αγόρι με τα χρυσαφιά μάτια
Που μου 'λεγε πως περιμένει κάποια να τον αγαπήσει
Μα δεν έρχεται...

Δεν ξέρω πού να είναι τώρα
Σε ποια θάλασσα κάθεται ν'ακούει τα κύματα
Σε ποιαν ακρογιαλιά κεντάει τα όνειρά του
Τι στιχάκια γράφει με 'κείνα τα αθώα, άπειρα γράμματα...

Τώρα που κανείς μας δεν έχει αυτό που θέλησε
Θυμάμαι εκείνο το κορίτσι με τα μακριά μαλλιά
Που σου 'λεγε πως μπορεί, αλήθεια, ν'αγαπήσει αληθινά
Και δεν το πίστευες...

Δεν ξέρω πού να είναι τώρα ούτε εκείνη
Σε ποια θάλασσα κλαίει σιγανά, όπως τότε
Σε ποιαν ακρογιαλιά πλέκει τις αναμνήσεις της
Τι φιλιά δίνει με 'κείνα τα αθώα, άπειρα χείλη της...

Τώρα που περάσαν τα χρόνια
-Πόσο γρήγορα περνούν, αλήθεια!-
Θυμάμαι εκείνα τα ανόητα παιδιά
Που τόλμησαν να πουν πως ερωτεύτηκαν...

Που θ' άλλαζαν, θαρρούσαν, τον κόσμο
Αρκεί να ήτανε μαζί...
Αγαπήθηκαν άραγε;
Πού να ψάχνουμε τις ξεχασμένες θάλασσες να μας το πουν...

Πού να 'χουν τώρα ξεβραστεί τα κύματα
Που 'χαν ακούσει τότε τις προσευχές και τις σκέψεις τους;
Σε ποια βάρκα να 'χουν στεγνώσει;
Από ποιο φως να 'χουν εξατμιστεί;

Ποιος θα μας πει λοιπόν;
Πού είναι τα παγκάκια που κάθισαν;
Οι πλάτανοι που αντάλλαξαν εφηβικές χειρονομίες;
Πού 'ναι οι δρόμοι που περπάτησαν μ' εκείνο το χαζό χαμόγελο στα χείλη;

Ποιον να ρωτήσουμε, αφού δεν βρίσκουμε εκείνους;
Ποιους απογόνους της φαντασίας τους;
Ποιες διαστρεβλώσεις του ονείρου τους;
Ποια αηδόνια που άκουσαν τα λόγια τους;

Ίσως τις μέλισσες!
Τις μέλισσες που ξέρουν από γλυκές απολαύσεις
Κι ίσως τους άκουσαν πριν εξαφανιστούν για πάντα
Ν'ανταλλάζουν τις ατελέσφορές τους υποσχέσεις...

Πόσο ζουν άραγε οι μέλισσες;
Και πώς τις προσεγγίζει κάποιος;
Να θυμούνται άραγε το φόρεμα που φόραγε η κοπέλα;
Σίγουρα, σίγουρα θα θυμούνται, κανείς δεν τα ξεχνά τέτοια φορέματα...

Κι αν πάλι έχουν λησμονήσει τούτα τα καλοκαιρινά υφάσματα
Σίγουρα θα θυμούνται ακόμη εκείνο τ'άρωμα
Α! Τ'άρωμα του αγοριού δεν το ξεχνάν ούτε οι μέλισσες!
Κηρήθρες, μέλια, όλα τα παρατούσαν για να μυρίσουν λίγη απ΄τη μαγεία του...

Τώρα που 'μαστε κι οι δυο δυστυχισμένοι
Πού κουράγιο να ψάξει κανείς μας για μέλισσες;
Άσε που θα  'χουν σίγουρα πεθάνει
Θα 'χουν χάσει το κεντρί τους ή θα εγκλωβίστηκαν σε κανένα σκονισμένο δωμάτιο...

 Άσε που, δεν θα μας πιστέψουν
Δίχως εκείνα τα μακριά μαλλιά και τα όμορφα φορέματα
Δίχως τα χρυσαφιά τα μάτια και 'κείνη την κολόνια
Γιατί να μας εμπιστευτούν τα λόγια δύο μακρινών ειδώλων;

Τώρα που κανείς μας δεν έχει αυτό που θέλησε
Κι έχουν περάσει τόσα χρόνια
Ποια θάλασσα, ποια βάρκα, ποια μέλισσα να μας λυπηθεί;
Ποιο αεράκι να μας πει αν πράγματι αγαπήθηκαν;

Μονάχα να υποθέτουμε μπορούμε
Και να ελπίζουμε στην ομορφιά που 'ναι καλά κρυμμένη
Μονάχα να υποπτευόμαστε - με 'κείνη την καχυποψία των καιρών μας -
Πώς κάποτε δυο άνθρωποι αγαπήθηκαν στ' αλήθεια...



Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Όταν κάποιος σου λείπει...



  Αυτά τα γράμματα φαντάζομαι πως δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα, απλώς, ανάμεσα στην τόση αγάπη που 'χει γραφεί σε λίγα τσαλακωμένα χαρτιά, ανάμεσα στις τόσες ώρες που 'χω αλλάξει και ξαναλλάξει στίχους για να ακούγονται καλύτεροι, ανάμεσα σ' όλα αυτά που γράφω κι όλα όσα ακόμη δεν πρόφτασα να γράψω, υπάρχουν κάτι τέτοια βράδια πλήρους κι αδιάλλακτης νηνεμίας... Κάτι τέτοια βράδια - που οι δρόμοι είναι υγροί απ' τη βροχή, όπως τα υγρά αισθήματα που 'χω καλά γνωρίσει, που τα φώτα έχουν χαμηλώσει, όπως χαμηλώνουν τα βλέμματα μετά από κάθε μπόρα, που κάποιος που 'ναι πολύ μακριά, ή απλά λίγους δρόμους παρακάτω, σου λείπει πολύ και θα 'θελες να το ξέρει, που οι άνθρωποι δεν αγαπούν πια όπως παλιά, ίσως γιατί κουράστηκαν στα ίδια και τα ίδια - κάτι τέτοια βράδια, λοιπόν, αισθάνεσαι πως οι αναμνήσεις είναι πολύ βαριές για να σ'αφήσουνε να ζεις χωρίς να γράφεις τέτοια λόγια, που ίσως δεν βγάζουν καν νόημα. Όταν κάποιος λείπει, όταν κάποιος σου λείπει, μοιάζει ό,τι κι αν πεις με μια αδιάκοπη έκκληση. Καμιά φορά φαντάζεσαι πως το υποθέτει, ή πως είναι σίγουρος, καμιά φορά πάλι πιστεύεις πως δεν έχει ιδέα. Αυτό το "τίποτα" που σας ενώνει τώρα πια δεν είναι παρά ένα ψέμα, ένα ατελέσφορο τέχνασμα: Στην πραγματικότητα εσύ γνωρίζεις ότι σας ενώνουν πολλά περισσότερα από αυτό. Κι ας μην φαίνεται κι ας μοιάζουν όλα ασύμβατα με αυτή τη σκέψη. Βέβαια, τι σημασία έχει να μας ενώνουν κάποια πράγματα, όταν μας χωρίζουν άλλα τόσα; Γιατί, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, είναι αυτά τα δεύτερα πολλά τα άτιμα... Κάτι τέτοια βράδια απλά δεν μπορείς να πάψεις να ζυγίζεις: Πόσα έδωσες και πόσα πήρες, πόσο αγάπησες και πόσο σ'αγάπησαν, πόσο ήταν που πόνεσες και πόσο που γέλασες. Κι αυτό το ζύγισμα είναι πάντα μάταιο κι ανώφελο, κι η ζυγαριά είναι χαλασμένη. Κι έτσι, μετά από λίγο σταματάς να μετράς κι αρχίζεις να δακρύζεις. Όταν κάποιος λείπει, η καρδιά φροντίζει να αναπληρώσει όλη αυτή τη φυσική απουσία του γεμίζοντας τη σκέψη σου με αναμνήσεις και τα μάτια σου με δάκρυα. Και ξέρεις ότι σου λείπει και πάντα θα σου λείπει και θα 'θελες να του το πεις, σε περίπτωση που το 'χει ξεχάσει, έτσι, να του το θυμίσεις, να σκύψεις και να το ψιθυρίσεις στ'αυτί του και να τον κοιτάξεις στα μάτια, να δεις τι θα σου πουν.
  Έτσι κι εγώ θα 'θελα να το ξέρεις. Περπατώντας στους μουσκεμένους δρόμους σ' έφερνα στο μυαλό μου κι ευχόμουν να μπορούσες να με πάρεις μια αγκαλιά και να με φιλήσεις μια φορά ακόμη κάτω απ' τη βροχή. Θυμάσαι; Το ξέρω πως δεν θυμάσαι, μα τι πειράζει να ρωτήσω κι εγώ; Δυο στιγμές έχω να λέω και χαίρομαι! Το ξέρω πως σταμάτησες να μ'αγαπάς, τι να σου κάνει κι η αγάπη, κουράζεται στα ίδια και τα ίδια. Βαριέται ο άνθρωπος, ημίθεος σύμβουλος η πλήξη του, κερδίζει στο τέλος, μας κέρδισε. Το ξέρω, λοιπόν, πως πια δεν μ'αγαπάς κι ούτε το επικρίνω. Δεν ξέρω μόνο γιατί εγώ δεν μπόρεσα να κουραστώ, δεν μπορώ να καταλάβω εγώ γιατί δεν βαρέθηκα. Μου λείπεις λοιπόν. Τι άλλο να πω; Ακούω τον κοφτό ήχο της βροχής και μου λείπεις. Τα πρωινά μέσα στο μπάνιο και κάτω απ' καφτό νερό μου λείπεις. Τα μεσημέρια που 'χει ήλιο και χαίρομαι ν'ανοίγω διάπλατα τα παράθυρα μου λείπεις. Τ'απογεύματα που βγαίνω έξω, τα δειλινά που πίνω κρασί, τ'απόβραδα - όπως τώρα - που ακούω τον αέρα. Όταν κάποιος σου λείπει, ίσως είναι γιατί τον αγαπάς. Κάτι λοιπόν ήθελα να σου πω κι απόψε και στο 'πα. Ίσως βέβαια αν ήσουν στη ζωή μου να μη μου 'λειπες τόσο. Μα δεν ανησυχώ, θα 'ρθεις σε λίγο στο κρεβάτι μου, καθώς θα κοιμάμαι... Κι ίσως, αν καταφέρω να βρω τον δρόμο, να 'ρθω κι εγώ στο δικό σου. Κι έτσι θα συναντηθούμε απόψε. Καληνύχτα, αγάπη μου...

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Ποιος θυμάται λοιπόν τώρα;



Πάντα το ήξερα πως θα σ'αγαπούσα για πάντα
Κι όταν η μάνα μου δεν είχε γάλα μητρικό να με ταΐσει
Ήταν για να γευτώ τα δικά σου φιλιά
Όταν με έδειχναν στους δρόμους με το δάχτυλο
Ήταν για να μου δείξει η ζωή με το σκληρό της δάχτυλο εσένα
Κι όταν δεν με διάλεγε κανείς για την παρέα του
Ήταν για να διαλέξω εγώ εσένα για τη ζωή μου.

Ποιος θυμάται λοιπόν τώρα;
Πες μου, τώρα ποιος θυμάται;
Ένα μονάχα έχω μάθει απ΄το ταξίδι μας
Πως ο Οδυσσέας είναι άπληστος
Κι η Πηνελόπη ανόητη.

Το περίμενα πως δεν θα σε ξεχάσω
Μεταξύ μας, τα περίμενα όλα όσα συνέβησαν
Από το πρώτο παιδικό άγγιγμα
Μέχρι το φιλί, το πάθος
Τον έρωτα, την ένωσή μας
Μέχρι το τελευταίο αντίο
Κι όταν οι προσευχές μου ακούγονταν σαν βογγητά κάποιου αθυρόστομου εργάτη
Ήταν για να μάθω να τραγουδάω όμορφα για τα δικά σου μόνο αυτιά
Όταν η καρδιά μου ήταν κάτι αφημένο μακριά, πέρα απ' τα οράματά μου
Ήταν για να χωρέσει μονάχα εσένα κι ύστερα να κλείσει πάλι
Κι όταν τα μάτια μου ήταν άσχημα, τα χείλη μου στεγνά
Ήταν για να ομορφύνουν - λίγο έστω - με στολίδια τα δάκρυα για 'σένα.

Πάντα το ήξερα πως επρόκειτο να σε θυμάμαι
Κι όταν έκλαιγα μόνη μου, στα εφτά μου χρόνια
Ήταν για να γνωρίσω κάποτε, ως όμορφη πριγκίπισσα, το δικό μου ταίρι
Κι όταν έκλαιγα και πάλι μόνη μου, στα δεκαεφτά μου χρόνια 
Ήταν για να με πάρεις αγκαλιά και, ως όμορφη πριγκίπισσα, να μου χαρίσεις ένα λουλούδι.

Κι όλα αυτά που τώρα σου μιλώ
Πράγματι, υπάρχουν
Ή, έστω, υπήρξαν κάποτε 
Κι ας ήτανε φορές που φοβήθηκα
Μην είναι όλα στο μυαλό μου... 
Ίσως ήταν ένα τριαντάφυλλο, ίσως και δύο
Απ' αυτά που αγοράζεις με λίγα χρήματα και πολλή, πάρα πολλή αγάπη
Κι ίσως αυτά, μαραμένα πια, να τα κρατάω
Πάντα να τα κρατάω
Να τα κρατάω και να τρέμω μην διαλυθούν
Και τρέξουν τα πέταλά τους σαν κηλίδες από μαραμένο αίμα.

Ποιος θυμάται λοιπόν τώρα;
Μήπως αλλάξαν τ' όνομα της λησμονιάς;
Ένα μονάχα έχω μάθει απ' την αγάπη μας
Πως ο Ρωμαίος είναι άπιστος
Κι η Ιουλιέτα ανόητη.

Κι ίσως να μην είναι τίποτα πια όπως παλιά
Κι όμως, μάθε πως κάτι έχει μείνει ίδιο
Εκείνα τα πάρκα που καθόμασταν
Βράδυ, καλοκαιριά
Εκείνα τα παγκάκια, τα πεζουλάκια
Οι αποκομμένοι κορμοί αρχαίων δέντρων
Όσο κι αν τ'αγνοείς, είναι ακόμη ίδια
Εκείνοι οι απέραντοι δρόμοι
Με χρώμα γκρι ξασπρισμένο από τις ρόδες των αυτοκινήτων
Εκείνα τα παιδικά παιχνίδια με τα κέρματα
Τα  λαχεία ενός γκριζομάλλη λαχειοπώλη
Με καρό, μπλε πουκάμισο
Εκείνες οι καφετέριες με τα ωραία γλυκά που σου 'φερναν με τον καφέ
Εκείνοι οι ουρανοί με τα ωραία σύννεφα που σου 'φερναν με την αγάπη.

Ίσως όλα να 'χουν πια αλλάξει
Ίσως και να 'χεις αλλάξει μόνο εσύ
-Ποιος ξέρει;
Ποιος μαντεύει;
Ποιος αγαπάει;
Ποιος θυμάται;-
Κι όταν έβλεπα γύρω μου όλους τους ανθρώπους άδειους κι άπληστους
Ήταν για να καταλάβω πόσο αδειανός ήταν ο κόσμος ολόκληρος
Κι η γη
Κι οι ουρανοί
Κάπου όμως υπήρχες εσύ κι ανάσαινες
Κι αυτό τα γέμιζε όλα. 

Πάντα το ήξερα πως θα σ'αγαπούσα για πάντα
Πως, όπου κι αν πήγαινα,
Αυτοί οι δρόμοι, αυτά τα πάρκα
Αυτά τα παγκάκια, αυτοί οι ουρανοί
Θα έφεραν χαραγμένο τ' όνομά σου
Άλλοτε να το χαράζουν τ'αυτοκίνητα
Άλλοτε να το παίζουν τα παιδιά στο χορτάρι
Άλλοτε να το γράφει στο καφετί ξύλο
Κι άλλοτε να 'χουν τη μορφή του τα σύννεφα
Τι σημασία έχει πώς;
Τι σημασία έχει πώς θα το 'κανα, να σ'αγαπώ για πάντα;
Σημασία έχει πως το 'ξερα απ'την αρχή
Και πως σ'αγάπησα, έτσι απλά, για πάντα.

Ποιος θυμάται λοιπόν τώρα;
Με την κατάμαυρη κιμωλία της λησμονιάς
Είναι η αγάπη μας γραμμένη στην καρδιά σου
Κι είναι ο Πάρις άφαντος
Κι η ωραία Ελένη - τι σύμπτωση! - ανόητη.