Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

"Πρόσθεσις"

Aν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω —
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ τες πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

                                                                  Από τα Ανέκδοτα ποιήματα του Καβάφη "Η πρόσθεσις".

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Η εφηβεία της λήθης..






    Και τι θα ήταν τα άστρα δίχως την υποστήριξη που τους παρέχει η απόσταση..? Επίγεια ασημικά, τίποτα κηροπήγια, τασάκια. Να ρίχνει εκεί τις στάχτες του ο αρειμάνιος πλούτος. Να επενδύει ο θαυμασμός την υπερίμησή του. ~ Βέβαια, αν δεν υπήρχε η απόσταση δεν θα 'τανε σαν άστρο μακρινό εκείνος ο πλησίον, θα 'ρχοταν στην πρωτεύουσα προσέγγιση.. Μόνο δυο βήματα θα απείχανε τα όνειρα από τη σκιαγράφησή του. Όπως κοντά μας θα παρέμενε η ύστατη φευγάλα της ψυχής. Προς τι τόση περιπλάνηση? Χώρος κενός υπάρχει. Εμείς θα κατεβαίναμε να ζήσουμε στο υπόγειο κορμί μας κι εκείνη με τον μύθο της και τα συμπράγκαλά τουθα μετεμψυχωνότανε σε σώμα. Αν δεν υπήρχες εσύ απόσταση θα πέρναγε πολύ ευκολότερα και πιο γρήγορα εν μια νυκτί η λήθη τη δύσκολη παρατεταμένη εφηβεία της, αυτό που χάριν ευφωνίας ονομάζουμε μνήμη.


                                                        Κική Δημουλά, "Η εφηβεία της λήθης", αποσπάσματα.

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Γελούσες...

Γελούσες..
Δεν είχε καν πέντε μέρες που χωρίσαμε..
Κι όμως εσύ γελούσες.
Γελούσες σαν να ήταν να τελειώσει ο κόσμος, σαν να ζούσες την ευτυχία.
Γελούσες λες κι ήταν η τελευταία σου ευκαιρία να αποδείξεις πως γελάς.
Πως μπορείς και γελάς.

Σε έβλεπα. Καθόμουν ακριβώς δίπλα σου. Σ'άκουγα.
Και το 'ξερες πως με πονούσε.
Κι όμως εσύ γελούσες.
Με ένα γέλιο βλοσηρό, ανάρμοστο.
Κι όμως εγώ δεν σε αγάπησα για αυτό το γέλιο.

Εγώ γνώρισα ένα γέλιο όμορφο, χαρούμενο, φωτεινό.
Μα αυτό ήταν απόμακρο, δυνατό, ειρωνικό αν θες.
Γελούσες.

Κι ας ήμασταν χώρια. Κι ας ήξερες πως δεν θα ξαναήμασταν ποτέ μαζί.
Και πως εσύ ευθυνόσουν για αυτό.
Δεν έδειχνε να σε πειράζει.
Γελούσες.

Και ήσουν αλήθεια χαρούμενος.
Το έβλεπα από τα μάτια σου, τα χείλη, τα μαλλιά σου.
Τόσο χαρούμενος όσο και άδικος.
Γελούσες.

Γελούσες κι όταν σηκώθηκα να φύγω.
Κι όταν έστριψα.
Κι όταν προχώρησα.
Γελούσες και δεν ήξερα πια αν αντηχούσε ακόμη μόνο στα αυτιά μου ή αν γελάς στ'αλήθεια.
Μα πονούσα στα αλήθεια.
Εγώ πονούσα στα αλήθεια.

Γελούσες κι ας ήξερες ότι τέλειωσαν όλα.
Ή μπορεί ακριβώς για αυτό.
Γελούσες περισσότερο από όσο γέλασες ποτέ μαζί μου.
Ίσως ακριβώς επειδή δεν ήσουν πια μαζί μου.